26.1.26

Οι Χρονολογίες

 Οι χρονολογίες στην αρχή έχουν γενέθλια, αρκουδάκια και τραγούδια

Μετά  λίγο καιρό μεταμορφώνονται σε τοπόσημα.

Καρφίτσωμενες μνήμες σ’ ένα google map  του google universe

Παραδείγματος χάριν ανεξίτηλες σκουριές  από μελάνι μέδουσας που καμιά σβηστηρα  δεν τις ξεστοιχειωνει 

Έπειτα πάλι,   από νοημοσύνη και τέχνη ορμώμενες κυρίως κι όχι από τη σφαγή των πόνων, γίνονται κηδειοσημα αιωρούμενα από κολώνα σε κολώνα. Πέθανα, πέθανες, πεθαίνει, θα πεθάνει.  Με κόκαλα η κρουστή συνομιλία.   

Κι ο κόσμος κλίνει  ανεκλάλητα  σε λίκνο ενεστώτα.


Jiagogina 


17.1.26

Ζωή χωρίς λύπη

 ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΛΥΠΗ



Ξαποσταίνει μιια λύπη μέσα μου  

Σαν κοτοπουλάκι κάτω από τα πούπουλα της κλωσσας


Και δε μεγαλώνει δε φεύγει δε γίνεται  κόκορας να τον σφάξω 

Το αίμα του να ραντίσω

Στα θεμέλια της αυριανής μέρας  


Να χτίσω ένα σπιτι να ζω χωρίς λύπη 

Με πολλά παιδιά κι έναν έρωτα αγρό

Πολύχρωμα παιδια μεγαλα μικρά και μεσαία 

Να παίζουν κρυφτό να κυλιούνται στο χώμα 

Να φιλιώνουν μετά από τον καυγά σαν τις γάτες 

Και να πλένουν το κορμί τους με το ανθόνερα του ποταμιού 

Να θάβουν τα νεκρά ζώα με σέβας

Να προσεύχονται από μικρά στο διπλανό τους 

Και να  μεγαλωνουν να φεύγουν να αφήνουν πίσω τους μπιζέλια τα χνάρια 

Να φυτρώνουν κήποι στο διάβα  τους και μια τριανταφυλλιά 

Μόνο μία 

Με βαθυκόκκινο αίμα καρπό 

Και πέταλα εκατό 

Για να σε φιλω με γλυκό τριαντάφυλλο στη γλώσσα  

Να μην τολμάει  κανείς να σε ματώσει ξανά 


Γιατί θα εχεις μεστώσει  ματωμένο φως 

Να συγκολλας το  τσακισμένο σου σώμα  

ΓΔ

(σήμερα, μια μέρα λυπημένη )

16.1.26

ΑΓΑΥΗ ΙΙ



ΑΓΑΥΗ  ΙΙ

«Τα μαλλιά του πένθους 

Τα βάφω θάλασσα 


Να  ξεμακραίνουν βαριά κι ανάλαφρα 

στις δύσκολες περιοχές   των ναυαγίων 

Άλφα να ανάβουν 

Άνωση 

Κι ας θρηνούν στο σώμα παφλασμοί 

Νερό στο νερό το δάκρυ να γίνεται Ιερό 

Αλατισμένο  

Φως


Έλα εσύ λύπη τώρα 

Κατάκλυσέ με ως το μεδούλι»


Jiagogina 

28.12.25

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

Ας ονειρευτούμε....


ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ: ΤΡΙΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

VII.

- «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;».

-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.

Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.

Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».

Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο.

Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει».

Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της.

Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ᾿ ὄνειρό της.

Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή».

Καὶ μία δεύτερη εἶπε:

Ἐγώ ῾δα δάφνες. - Κι ἐγὼ φῶς ..............................

- Κι ἐγὼ σ᾿ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π᾿ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.

Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της πού ῾χε ξεψυχήσει.

Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά· αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπὸ μᾶς· δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα.

Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῷ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος·

Νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ τὄχω ῾γὼ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη.

Ἐχαμογέλασε πικρά, κι᾿ ὁλούθενε κοιτάζει·
Κι᾿ ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν.


...----...


ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ


Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να είναι οι τελευταίοι

οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γένηκαν άγριοι ποταμοί που τρέχουνε στη θάλασσα  

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι


...........................................................

...Κοινός τόπος και στα δύο ποιήματα το όραμα των μικρών ποταμών που καταλήγουν στη θάλασσα κι εκεί συγχωνεύονται...

 

20.11.25

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ




 

Ευγνώμων προς όλους τους ανθρώπους που ήρθαν για λίγο ή πολύ στη ζωή μου, περαστικοί όλοι, άλλοι χωρίς βαλίτσες, άλλοι γυμνοί,  και με όλα τους τα πάθη, τα λάθη, την καλοσύνη και την κακία, μου προσέφεραν ένα «κάτι», που ύπουλα εισχώρησε  στη ζωή μου κι έμεινε. 


Ενα, ή μάλλον δύο, πουλόβερ της Ντιας πλεγμένα από τα χέρια της με νοιαξιμο και φροντίδα. Τη βλέπω αυτή τη φροντίδα 35 χρόνια μετά καθώς τα φορώ. Την εκπνέουν. 

Τα έπλεκε σκυμμένη  με προσήλωση,μέτραγε τους ποντους πάνω μου, τα διόρθωνε, τα κόνταινε  τα μάκραινε αδιαμαρτύρητα ανεχόταν τις παραξενιές μου και μετά αναστέναζε μοναξιά δίπλα   στο φευγάτο βλέμμα της μάνας μου. 

Δεν την έκλαψα. Δεν πρόλαβα μέσα στα τόσα δάκρυα να την τιμήσω. Αλλά τα πουλόβερ της τα φύλαξα με ιερότητα, ένα ένδυμα δυσεύρετο. 

Ευγνώμων Ντία.

Ευγνώμων σε εκείνον τον χοντρό ξανθό άντρα που έριχνε για μια δεκαετία  βάναυσα πάνω μου τον δηλητηριώδη του ίσκιο. Όχι τον ίσκιο της συκιάς, (δεν είναι στο βοτανικό μου γλωσσάρι δηλητηριώδες δέντρο ή συκιά κι ας την έχουν κατακρίνει  τόσο που τη διάλεξε ο  Ιουδας), ούτε ο πεύκος που τίποτε   δεν ευδοκιμεί κάτω από τον ίσκιο του, (ούτε καν το σκληροτράχηλο λιγούστρα). Και μην ακούσω κάτι κακό για τη βρωμοκαρυδια, που τόσο κι αυτή έχει λοιδορηθεί. Οι ίσκιος της είναι  μαγικός, σε ταξιδεύει ανάμεσα  σε  πράσινους διαδρόμους  φωτός.  Το εννόησε η Βασίλισσα  Αμαλία που την έφερε να σκιάσει τον κήπο της.  Για τα άλλα ας λύσουν τα προβλήματα οι κηπουροί κι οι γεωπόνοι. Ο αήλανθος δεν είναι τοξικός. 

Ενα άλλο δέντρο φέρνω στο νου μου. Αυτός ο άντρας, ίδιος με το «δέντρο του θανάτου»,  το Manchineel,  που σου καίει το δέρμα κι αν φας ανήξερος τον καρπό του σε σκοτώνει.  Σε αυτόν τον άνθρωπο ευγνώμων. Τόσο βαθιά κι επαναλαμβανόμενα  με  επανατραυματιζε για δέκα χρόνια που κατέληξα επιτέλους να βρεθώ ασώματη πληγή  μέσα στο βαθύ ρίζωμα μου, στο ριζικό σύστημα του ginkgo biloba.  Κι ήμουν νεκρή και φύτρωσα αρχαία ζωή παρθένα. Έγινα σπόρος μνήμης. Ευγνώμων και σε αυτόν.

Ευγνώμων στη μάνα μου που μου άφησε στη χούφτα τόσα δάκρυα να ποτίζομαι και εκείνο τον  θάνατο της τον ατόφιο που τον φυτεύω διαρκώς στην καθημερινή μου βιοπάλη. Δοσμένη η μάνα μου στα φαντάσματα , μου τα άφησε προικιό, χωρίς να μπορεί να συλλάβει τι θα έκανα με αυτά.  Φοβόταν και λυσσομανούσε. Θα τα πούλαγα φτηνά στις αγορές των λιμανιών, θα τα άφηνα όλα στους  άστεγους, θα τα έκανα προσάναμμα, όταν θα έκαιγα τα σπίτια μου;   

Ευγνώμων σε Εκείνον Που Με Αγάπησε και κάθισε δίπλα μου ώρες πολλές διαβάζοντας τη βίβλο του, που τόσο με φίλησε,  όσο κανείς, από τα νυχοποδαρα μέχρι την κεφαλή,       και που μου άφησε με τις σιωπές του χώρο για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω από τους πονους και να τους υπομένω, που μου έπιασε το χέρι και με περπάτησε κι ας μου έσφιξε τα δάχτυλα και ας τα πόνεσε. 

Κυρίως, όμως, μαζί του έκανα ένα ωραίο παιδί. 

Ευγνώμων στα δάκρυα. Αυτά που έχυσα κι αυτά που θα χύσω μέχρι  να πεθάνω. Ας μη φοβάμαι, θα  τα λέω ΔΑΚΡΥΑ.  Τα ομολογώ. Είμαι παιδί των δακρύων, πάντα ήμουν, από γεννησιμιού μου.   Ε,  ναι. Μελοδραματισμός,  αλλά τι να κάνω. Τον σκαλίζω κι αυτόν μέσα μου μαζί με την μακαριότητα της ζωής και τις θεσπέσιες γεύσεις του έρωτα. Μαζί μου και τα δάκρυα. Ευγνώμων. 

Πολλές μικρές ψηφίδες της ευγνωμοσύνης μπορώ να ανασύρω, αλλά δε θα το κάνω. Ηθελα απόψε μόνο να καθρεφτίσω ένα «ευ» στα τρεχούμενα νερά του μικρού μου παρελθόντος και να τα πάρει όλα το ποταμάκι μετά κι ας μείνω με την υγρασία   των  δακρύων. 

Jiagogina

30.9.25

Επικείμενη αναχώρηση

 

Μαρκ Σαγκάλ
Εγώ και το χωριό 


ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ 

Δεν είναι παρά μια  μικρή εγγονή 

και απεργάζεται την τέχνη του θανάτου

Θαυμάζει τα  λουλούδια να μαραίνονται 

Θάβει τα  νεκρά ζώα 

Κλαίει πάνω από τα ξεθεμελιωμένα  σπίτια 

Γόους στο πένθος περιπλέκει μαζί με φυλλαράκια  δυόσμου  στη γωνία του χωματόδρομου 

Είναι μικρή και συνεχώς αναχωρεί 

Δεν το ξέρει 

Της λένε ότι εκδράμει και το πιστεύει αλλά κατά βάθος ξέρει 

Πως  συνεχώς αναχωρεί 

Υπηρετεί την αναχώρηση σαν κλέφτης

Και μεγαλώνοντας 

Φυσάει τον κλέφτη σε ατμόσφαιρες φωτογενούς  αβρότητας 

Κάνει έρωτα σαν πουλί στον ουρανό  

Σπουδάζει το φευγιό 

Με τα κλοπιμαία στο δισάκι  

Κι όταν βαραίνει το δισάκι ξέρει ότι μεγάλωσε αρκετά 

Κι αρχίζει και το αδειάζει

Φασούλι το φασούλι μες στο δάσος 

Για να ξαναβρεί το δρόμο αν γεννηθεί ποτέ  κοτσύφι 

Είναι μικρή και γέλασε 

Είναι μικρή και γέρασε 

Γιαγιά σκαρώνει παραμύθια 

Στο αυτί τα  ψιθυρίζει της Ανθούλας που λαγοκοιμάται 

Τα ψυχοσάββατα μιλάει στις αράχνες στο παντζούρι 

Τα Χριστούγεννα πάντα γίνεται  βόδι στο παχνί 

Καταμεσήμερο  του Αυγούστου κουρνιάζει στις αιμασιές της Βουρκωτής


«Τελέψαμε;», ρωτάει εντέλει η Μίσσες Έμιλυ «ώρα για ύπνο!»

«Όχι ακόμα,  γιαγιά, έχω δουλειά. Πού ‘ναι το βελονάκι σου να μπελονιάσω τα ματοτσίνορα του χάρου;»


                         Jiagogina 

ΕΥΓΕΝΙΑ ΡΟΥΜΠΕΣΗ: 5 ποιήματα από την συλλογή "ΚΑΤΙ."

 ΠΕΙΝΑΩ


...πεινάω.

πεινάω πολύ.

έχω να τραφώ χρόνια..

...χρόνια...

Σ' αυτό το παγωμένο κενό, δε νυπάρχει τίποτα.

Η  πείνα μου καίει τα σωθικά.

Με διαλύει.

Βήμα το βήμα πάνω στους ολισθηρούς καιρούς,

προσπαθώ να μη γλυστρήσω.


Κοίτα...

       Τα χέρια μου!

Μα, ναι....

       Τα χέρια μου!

Δεν υπάρχει τίποτα να αγκαλιάσω

Δεν τπάρχει τίποτα να κρατηθώ...

Δεν τα χρειάζομαι.


Μα, ναι...

            θα φάω τα χέρια μου.


______


ΚΑΘΩΣ ΑΝΘΙΖΕ ΤΟ ΒΡΑΔΥ


καθώς άνθιζε το βράδυ

γέμισε το μπαλκόνι μου μυρωδιές...

βανίλια

πασχαλιά

λεμόνι

τότε έπαψες να μου λείπεις

ήταν όμορφα για μια στιγμή

μια στιγμή τόση δα,

που μεγάλωνε

όπως μεγάλωναν  τα χέρια σου

καθώς τα έσφιγγες στο λαιμό μου.


______


Η σκιά.


Μια σκιά ακίνητη.

Στον απέναντι τοίχο που με τα χρόνια,

τον μαύριζε η μουτζούρα, τον πρασίνιζε η βροχή.

Ένας τοίχος ψηλός, απροσπέλαστος.

Η σκιά πάντα εκεί.

Μέρα, νύχτα.

Με φως ή χωρίς.

Έρχονταν ώρες, που άκουγα να βαριανασαίνει.

Άλλοτε πάλι να βγάζει ήχους σαν λυγμούς.

Κάποτε κάποτε σαν να προσπαθούσε να αρθρώσει λόγο.

Μα μια σκιά τι άλλο μπορεί να εκφέρει,

πέρα από άναρθρες κραυγές;

Απέναντί μου.

Πάντα.

Στον τοίχο.


Μια στιγμή άκουσα φωνή!

Καθαρή! Λαγαρή!

Ναι, η σκιά ήταν.

Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;

-Αποκαλύψου, φώναξε.

Αποκαλύψου.

Πέταξε ό,τι σε καλύπτει.

Μείνε γυμνή, 

Σαν θα σε δουν, άλλοι θα φοβηθούν, άλλοι θα γελάσουν, άλλοι θα μείνουν σκυθρωποί, άλλοι θα σε ερωτευτούν.


Έτσι κι έγινε.

Και τώρα είμαι εδώ.

                Ελεύθερη.

Στην μέση

                            του Πουθενά

                    και

                            του Τίποτα.


_____


Ένοχο


Σ' αυτές τις υγρές πολυκατοικίες με τις βρώμικες

εισόδους και τα χαλασμένα κουδούνια, ζουν και

εργάζονται πυρετωδώς κάτι ελεεινά καθίκια,

ρουφιανεύοντας ο ένας τον άλλον και κυρίως

αποζητώντας ευκαιρίες να ξεπαστρέψουν ό,τι

τρυφερό ανασύρεται στον όροφό τους.


Ο εκκωφαντικός θόρυβος που διασπείρεται στο

περιβάλλον, ενώ συντάσσουν τα βρωμερά

συναισθήματά τους, μας προειδοποιεί, ευτυχώς,

να ετοιμαστούμε κάθε φορά για να τους

αποδεχτούμε αναλόγως.


Το δυσκολότερο, στην εξέλιξη αυτής της

 κατάστασης, είναι να αντιμετωπίσουμε την

ανικανότητά μας στο ν' αντισταθούμε στις

λάγνες γεύσεις της ασυνειδησίας τους.


_____


Ανθισμένα δέντρα


Τα ανθισμένα δέντρα με γεμίζουν ενθουσιασμό.

Έναν ανελέητο ενθουσιασμό, χωρίς βάση.

Τα ανθισμένα δέντρα είναι η ύστατη ελπίδα

αυτού του κόσμου στην ομορφιά,

μια αθώα ομορφιά, ανεπιτήδευτη,

έτσι νομίζουμε.


Τα ανθισμένα δέντρα αντιδρούν στις

καταθλιπτικές εκλάμψεις της καθημερινότητας.


Τα ανθισμένα δέντρα κυοφορούν αναμνήσεις, 

επιθυμίες, ποθητές ανάσες.


Τα ανθισμένα δέντρα γεμίζουν το χαώδες κενό

αυτού του σύμπαντος που θεωρητικά ήρθαμε να

κατακτήσουμε.


Ανθισμένα δέντρα είναι η κόρη μου.



Η ποιητική συλλογή της Ευγενίας Ρουμπέση "ΚΑΤΙ." παρουσιάστηκε την Κυριακή  28/9/25 στον Χώρο  Τέχνης Ιδιόμελο.

Είναι η πρώτη της ποιητική  συλλογή.



_____


23.9.25

Άπληστα στο σώμα




Άπληστα στο σώμα που αγάπησες

Αδιαπραγμάτευτα

Να πλέκεσαι 

Φίδι να τυλίγεσαι σε φίδι 

Κι ας μην υπάρχει επαύριο 


Ο κάματος της διπλαδένιας  αγάλλεται 

Ανθοφορεί κι αυτός 

Jiagogina 

9.9.25

Lope de Vega, Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω

 

  

    


      

Από το περιοδικό Νέο Πλανόδιον το δάνειο με τις ευχαριστίες του βλογ

Μακρύ ποίημα, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και γραμμένο λίγα μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του, το «A mis soledades voy» του Λόπε (1632) θεωρείται από αρκετούς το καλύτερο λυρικό έργο του. Πάντως είναι σήμερα το δημοφιλέστερό του. Σ’ αυτό ο βαθύλαλος προσωπικός τόνος εναλλάσσεται με τον τόνο της διδαχής, και το αίσθημα της μόνωσης μετατρέπεται σε αυτοέλεγχο σωκρατικής και χριστιανικής έμπνευσης αλλά και σε κριτική των κοινωνικών ηθών, ιδίως του πλούτου και της υποκρισίας των ισχυρών.

Κ. Κ.

Lope de Vega,  Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω


Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω

και στη μοναξιά γυρνώ,
μόνος μου για να μη νιώθω
πιάνομαι απ’ τον στοχασμό.

Στην ερμιά που μ’ έχουν ρίξει
οι άλλοι αγνοώ πώς ζουν,
δεν μπορούν τα βήματά μου
απ’ το εγώ μου έξω να βγουν.

Ω, καλός-κακός δεν είμαι·
μα μου λέει η λογική:
«νιώθεις φυλακή το σώμα
άμα είσαι όλος ψυχή!»

Τι έχω ανάγκη εγώ, το ξέρω·
μόνο νά, δεν ξέρω πώς
τη βλακεία του αντέχει
ο υπερόπτης κι ο μωρός.

Όλα αυτά που με σκοτίζουν
να τα διώξω είναι απλό·
όμως από την μωρία
πώς μπορώ να φυλαχτώ.

Λέει στ’ αυτί μου: «’Ενας είσαι!»
Τι κουβέντα απατηλή…
Μέτρο και αλαζονεία
σ’ έναν δεν χωρούν μαζί.

Βλέπω πόσο διαφέρουν
πλάι πλάι όταν σταθεί
στην αυτοαποστροφή μου
η δική του η έπαρση.

Από μας που τώρα ζούμε
ξέρει η φύση πιο πολλά,
κι οι σοφοί πού ’χουμε τάχα
είναι λόγια αδειανά.

Ο Σοφός είπ’ «’Ενα ξέρω,
ότι όλα τ’ αγνοώ!»
και, με την ταπείνωσή του,
πως το περισσό είν’ λειψό.

Όχι, για σοφό δεν μ’ έχω,
δύστυχος είμ’ ο φτωχός·
μα αν δεν είσαι ευτυχισμένος
πώς μπορείς να ’σαι σοφός;

Άλλο δεν θ’ αντέξει ο κόσμος,
έχουν δίκιο όσοι το λεν,
κρύσταλλο είναι ραγισμένο
κι αύριο θρύψαλλα, μηδέν.

Είναι αυτά σημεία της Κρίσης,
το παιχνίδι έχει χαθεί,
επειδή έχουν τόσα κάποιοι
κι άλλοι ’ναι σχεδόν γυμνοί.

Στα ουράνια λεν η Αλήθεια
φυγαδεύτηκε παλιά·
την καλωσορίσαμε έτσι
π’ ούτε που ξανάρθε πια.

Α, σε δυο αιώνες ζούμε,
έναν ξένο, έναν δικό:
από ασήμι είν’ ο ξένος
κι ο δικός από χαλκό.

Ποιος δεν θα βαρυθυμούσε
Ισπανός σωστός να δει
τι είδους άντρες ζούσαν πρώτα
και ποιοι ’ν’ τώρα οι ξακουστοί;

Όλοι παν καλοντυμένοι
κι όλοι δεκαρολογούν,
με το ένα αφεντεύουν
και με τ’ άλλο επαιτούν.

Το ψωμί μας με ιδρώτα
να το τρώμε είπ’ ο Θεός,
όταν έγινε το Κρίμα
κι άδειασε η Παράδεισος·

κι όμως κάθε αξία πατώντας,
δίχως σέβας καν ή αιδώ,
τις συνέπειες παλεύουν
ν’ αρνηθούν κάμποσοι εδώ.

Αρετή; Φιλοσοφία;
Λες κι είναι τυφλές γυρνούν
και βαστώντας μια την άλλη
διακονεύουν και θρηνούν.

Δύο πόλους έχει ο κόσμος
μα ίδιος νόμος κυβερνά.
Η καλή ζωή; ίσον εύνοια!
Το καλό σόι; λεφτά!

Να χτυπούν ακούω οι καμπάνες
μα το πλήθος των σταυρών
τώρα πια δεν με ξαφνιάζει
ή το σμάρι των νεκρών.

Στέκομαι, κοιτώ τις πλάκες,
άφθαρτες θά ’ν’ ες αεί,
όχι όμως κι όλοι ετούτοι
που από κάτω έχουν θαφτεί.

Μακαρίζω τους μαστόρους
που τις φτιάξαν τους σεμνούς!
Έτσι μόνο εκδικούνται
οι μικροί τους ισχυρούς.

Απεχθή θεωρούν τον φθόνο·
μα εγώ, το λέω, φθονώ
πάρε-δώσε όσους δεν έχουν
μ’ άρχοντα ή παλατιανό.

Που χαρτιά δεν τους σκοτίζουν,
σύμφωνα, λογαριασμοί,
κι άμα χρειαστεί να γράψουν
παίρνουν πέννα δανεική.

Που και δίχως πλούτη έχουν
μια φωτιά να ζεσταθούν·
που για δόξες και καυγάδες
μια πεντάρα δεν χαλούν·

που δεν γλείφουν τους μεγάλους,
δεν κλωτσούν τους ταπεινούς·
ούτε, σαν εμένα, κάνουν
ρεβεράντζες κι ακκισμούς.

Τόσο φθόνο έχω για κείνους
που ’ναι λίγο ό,τι κι αν πω,
απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω
και στη μοναξιά γυρνώ.

(«A mis soledades voy», La Dorotea, 1632)

Μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη

5.9.25

Karel Matěj Čapek-Chod, Ἡ Προσευχή τοῦ Κηπουροῦ


 

Από το νέο Πλανόδιον το δάνειο 

31.08.2025


Karel Matěj Čapek-Chod, Ἡ Προσευχή τοῦ Κηπουροῦ



Ὤ Κύριε, εδόκησε στε κάπως
νά γινόταν νά βρέχει κάθε μέρα,
γιά παράδειγμα 
πό τά μεσάνυχτα περίπου
ς τίς τρες τό ξημέρωμα.


Η συνέχεια Εδώ 

1.9.25

Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης



 Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης 



Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης 

Είναι φως σε λεπτή χαραμάδα 

Ίσα για να μπορείς  να διακρίνεις

Τις πληγές στου καιρού τη στοιβάδα 


Ξετυλίγει η Ειρηνη  ένα τούλι 

Πλουτισμένο με πάχνη αρωμάτων 

Κι αγκαλιάζει το στεγνό  μεδούλι 

Όλων των  πονεμένων σωμάτων


Η Ειρήνη με τ’ άλλα  κορίτσια 

Περπατάει   στους λεκέδες της βίας 

Αλλά δίπλα της φυτρώνουν ίτσια

Και τα κρινάκια της Παναγίας 


Κι όταν ρίχνει το βλέμμα της κάπου 

Φερ’ ειπειν σ’ ένα σπίτι με πιάνο  

 Σαν να  νεύουν τα ρείθρα του κάμπου 

Κι η  ιλύς στον οριζώνα πάνω 


Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης   

Στις σχισμές του φωτός  ανασαίνει  

 Μ’ αν δε δύνατσαι να τη διακρίνεις 

Θα ‘ναι μόνο Ξωθια ξεχασμένη 

Jiagogina

13.8.25

Ενας ακόμα Αύγουστος ανεμογεννήτριας και κλιματικής κρίσης

 Δεν έχεις πάει ποτέ στη Χίο, λες. Δεν την έχεις ταξιδέψει. Αλλά πως να πας στο σώμα σου. Είσαι στο σώμα σου, διαρκώς αναπνέεις μέσα του. Νησί είναι το σώμα σου, πλαγιά είναι, όρος.  Κι εκεί στο σώμα σου ονειρεύονται οι νύμφες,  ζευγαρώνουν πουλιά μες στα φυλλώματα  σου. 

Ποιητικές κοινοτοπίες , θα πεις. Ναι, δεν θα υπερασπιστώ τις κοινοτοπίες μου. Αλλα το έλλειμμα  δεν είναι να μην έχεις πάει ποτέ στη Χίο. Το έλλειμμα  είναι να καίγεσαι ζωντανος μέσα  της και να  μην βλέπεις το έγκλημα. Κι ας στερείσαι μέρα  τη μέρα, χρόνο το χρόνο το σώμα της, το σώμα σου. Σε βλέπω να εισέρχεσαι ύπουλα σε  ανάπηρη ζωή  κλωβού, χωρίς να αναγνωρίζεις πια ότι η Χίος είναι αναπνοή  σου. 

Η Χίος θα είναι  σιγά σιγά μόνο ένα google search, κάπου θα υπάρχει, αλλά εσύ δεν είσαι πλέον η Χίος. Είσαι ο μηχανικά υποστηριζόμενος κάτοικος  του Νέου Αστικού Ιστού. 

Φοβάμαι για σένα.

Jiagogina 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...