13.2.16

Μοιράζομαι

Αυτό της κοινής μοίρας  το ιδίωμα
Αυτό το κομμένο με το χέρι το καρβέλι
Στα τέσσερα στα έξι στα οκτώ
Στα όσα αντέχει η καρδιά να χωρέσει
Αυτό το γλυκό ψωμί συντρόφεψαν οι ώρες μου
Απο τοτε που το έφαγα απ' το χέρι της μάνας μου
Μέχρι τωρα
Η μάνα μου προσφυγόπουλα και αυτή στα όνειρα
Έπλεκε αγάπη και φιλιά δεμένα με διαμάντια
Δάκρυα ήταν αλλά εκείνη έτσι τα ονόμαζε
Και ρόζους από προίκες πόνου στα δάχτυλα είχε

Πώς λοιπόν να πάω αλλού σ' άλλο τόπο
από αυτόν που η μάνα μου μίσεψε;
Εκεί γυρνάμε όλοι
Στον μισεμό της
Συντροφεύοντας  τα πουλιά και τ' άστρα
Οργώνονται καλά οι μέρες
Κι έτσι θα 'χουμε στάρι αύριο

Τα του ουρανού τα νογάω
Τα ανθρώπινα  απέ με παιδεύουν
Χρόνους και χρόνους
Να μετράω με τα δάχτυλα
Ένα δύο πέντε οκτώ
Τα τεμάχια κόσμου που χάθηκαν
Και προσπαθείς να τα συναρμολογήσεις
Εσύ
Κορμί βασανισμένο άταφο μαρτυρικό

Συντρόφεψέ  με Ουρανέ

Εδω δίπλα στο Μάταιο
Το Υδαρές. Το Κόσμημα
Κι ό,τι άλλο αντέχει στη Φιλιά

Γεωργία Δεληγιαννοπουλου


Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...