27.8.11

φτεροκοπήματα γεμίζουν τα τσίνορα

Στην αρχή τα είδα να κουβαλάν κλαράκια μέσα στη γλάστρα. Πρώτο αίσθημα: χαρά! "Αχ, περιστέρια στο παράθυρό μου". Πρώτη σκέψη:  "Η μονστέρα μου! Να τα διώξω, να σώσω τη μονστέρα μου!".
Δεν τα 'διωξα. Ακολούθησα τη λογική του αισθήματος. Επί μέρες τα παρακολουθούσα, το αρσενικό και το θηλυκό με μεγάλη εργατικότητα να χτίζουν την υποτυπώδη φωλιά. Μετά  είδα ένα απ' τα δυο (δεν ξέρω να τα ξεχωρίζω) θρονιασμένο στη γλαστρούλα μου. Άνοιξα το παράθυρο να δω καλύτερα, αυτό πέταξε με φουρφουρητό και ιδού στη γλάστρα μου δυο αυγά! 
Από τότε τα παρακολουθώ διακριτικά. Τα βλέπω να κλωσσάν εναλλάξ, με ένα εκπληκτικό ισομοίρασμα της ευθύνης. Όταν αλλάζουν βάρδια ακούω ένα φτερωτό γουργουρητό: τον ήχο αυτό τον ξέρω πολύ καλά από τα παιδικά μου χρόνια στο σπίτι μου το πατρικό, που είχαμε μία περιστερεώνα ψηλά στο πεύκο. Είναι ένας ήχος έρωτα βγαλμένος από τη μυθολογημένη μου μνήμη, μια λαλιά βασισμένη στην απολύτη αμοιβαιότητα και την εμπιστοσύνη. Σε αυτό το σημείο η ανάμνηση παίρνει τα ηνία και τα φτεροκοπήματα του παρελθόντος μού γεμίζουν τα τσίνορα.

Είμαι γύρω στα πέντε. 
Κάθομαι κάτω από την περιστερεώνα και ακούω το γουργούρισμα των πουλιών με ηδονική ανατριχίλα. Βλέπω ξάφνου να ξεπροβάλλει από μια μικρή καμάρα του ξυλόσπιτου ένα βρέφος περιστεράκι. Μεγάλη αγωνία με καταλαμβάνει μη και πέσει, μη και σπάσουν τα φτερά του απ' την πτώση και πεθάνει. 
Το πουλί γλιστράει και πέφτει στο χώμα. Σκάει ανάμεσα στις τσουκνίδες ακριβώς κάτω από τη φωλιά. Σκέφτομαι, δεν μπορώ να πάω μέχρι εκεί, δεν μπορώ να περάσω. Δεν μπορώ να αναμετρηθώ με τη Θεά Τσουκνίδα. Έχει περίπου το μπόι μου και κάθε φορά που μου αγγίζει τα πόδια με τσούζουν και κλαίω. Και πρέπει αμέσως να αναζητήσω μια μολόχα και να τρίψω το φύλλο της στην κοκκινίλα τραγουδώντας και καταπίνοντας τα δάκρυά μου:  "Βγες τσουκνίδα, μπες μολόχα!"  
Ξεπερνάω τους δισταγμούς. Μπαίνω στον τσουκνιδότοπο και περπατώ γοργά ανάμεσα στις γιγάντιες τσουκνίδες για να βρω το μικρό. Γύρω του βολτάρουν οι γονείς του, ο γούτος και η περιστέρα,  βγάζοντας  ένα εναγώνιο φουρφουλισμένο γουργουρητό. Σηκώνω από το χώμα το μικρό. Όλο μου το κορμί είναι τσιμπημένο. Δεν με απασχολεί όμως πια. Δεν πονάω καν. Θέλω να ανέβω την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στις καμάρες της περιστερεώνας, να αφήσω το μικρούλι πίσω στη φωλιά, να ησυχάσω από αυτή την αγωνία.
Χώνω το περιστεράκι στον κόρφο μου, μέσα στο φανελάκι,  κι αρχίζω ν'  ανεβαίνω τη σκάλα. Στο κενό πατάω, σ'  αυτό το φόβο της πτώσης κι εγώ, για πρώτη φορά. Σκαλί το σκαλί, κενό το κενό. Μια αιωνιότητα ιλίγγου.  Με θυμάμαι να φτάνω την περιστερεώνα. Ν'  αγγίζω με το χέρι μου το τραχύ ξύλο. Αποθέτω στην ξύλινη βάση προσεκτικά το πουλί. Εκείνο σκουντρουφλάει, πιθανόν βαριά πληγωμένο από την πρώτη πτώση, και ξαναπέφτει κάτω στο χώμα μ'  έναν απαλό γδούπο. 
Το βλέπω.
Έμεινα γραπωμένη στη σκάλα ψηλά να κλαίω μέχρι που  πήρε χαμπάρι ο θειος μου  τους λυγμούς και ήρθε τρέχοντας να με κατεβάσει.  
 ***
Ωστόσο, τό 'φερε η τύχη και είδα, τόσα χρόνια μετά,  ξανά μωρό περιστεράκι.
Χωρίς περιστερεώνα, χωρίς σκάλα κενού, χωρίς δάκρυα, χωρίς τσουκνίδες και μολόχες. Κοινό με τότε ανατρίχιασμα αόρατο το φτεροκόπημα του ερωτευμένου ζευγαριού. Η πίστη στη νέα ζωή. Το απόλυτό τους δόσιμο. Θαυμάζω και κοιτώ και ξανακοιτώ κρυφά μέσα απ'  το τζάμι. Αυτά κλωσσάν και ξανακλωσσάν και με κοιτάν προφίλ με  μάτι ανήσυχο. Δεν φεύγουν πια. Ούτε όταν ανοίγω το παράθυρο για να ρίξω νερό στο πιατάκι της άτυχης μονστέρας. 

Μέχρι αύριο θα έχει σκάσει και το δεύτερο αυγό.
Εγώ ακόμα γραπωμένη απ'  τη σκάλα...
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...