14.3.11

Mία κουβέντα με τον Ρασούλη


Διαβάστε επίσης:  Πεθαίνοντας μόνος

«Έφυγε» ξαφνικά, σε ηλικία 66 ετών, ο μεγάλος Κρητικός καλλιτέχνης, Μανώλης Ρασούλης.
Η είδηση που «έσκασε» στην οθόνη του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή, δυστυχώς ήταν λιγότερη ποιητική από τις γραμμές που έγραφε ο ίδιος. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος της ζωής του γράφτηκε έχοντας κοινά με παρόμοιες ιστορίες καλλιτεχνών που - αφού γνώρισαν την απόλυτη αποδοχή συναδέλφων και κοινού – τελικά έφυγαν μόνοι. Αυτή, η καταραμένη μοναξιά του καλλιτέχνη. Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι «ο συνθέτης βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στη Θεσσαλονίκη, τέσσερις μέρες μετά το θάνατό του, από φίλους του που ανησύχησαν...».
Τον κύριο Μανώλη τον είχα γνωρίσει όταν έκανα εκπομπές στον Πόλις 88,6 - πρώην John Greek και μετέπειτα Fresh - για μια συνέντευξη που κατάφερα να κλείσω μετά κόπων, βασάνων και πολλών συνδιαλέξεων με το εξωτερικό. Ο Μανώλης τότε έμενε για ένα διάστημα στην Πορτογαλία, αφού είχε έντονη διαφωνία με το «μουσικό καθεστώς», όπως ο ίδιος το ονομάτιζε και ενώ δυο Έλληνες ερμηνευτές είχαν προχωρήσει σε αγωγές και μηνύσεις εις βάρος του.
Τον είχα συναντήσει στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου, στην «καφετερία», όπως μου είχε πει, και μιλήσαμε για όλα. Από τη γέννησή του στο Ηράκλειο της Κρήτης, τις σπουδές του στην σκηνοθεσία κινηματογράφου, για την αρθρογραφία του στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή. Μου είπε για τη χούντα, για το Λονδίνο όπου κατέφυγε συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα, για το τροτσκιστικό κίνημα στο οποίο ήταν στέλεχος και η Βανέσα Ρεντγκρέιβ. «Ωραία γυναίκα, πολύ ωραία, και κυρία. Συνεργαστήκαμε σε παραστάσεις για τον αγώνα». Τον Μάη του '68 είπε βροντερό «παρών» στην εξέγερση των φοιτητών στο Παρίσι, εκεί είχε τραυματιστεί κιόλας. Στο Λονδίνο, ήταν Ιούνιος του 1973, γεννήθηκε η κόρη του, που την ονόμασε Ναταλία, έτσι, ως τιμής ένεκεν στη σύζυγο του Τρότσκι.
Το ’74 έρχεται στην Αθήνα και κρύβεται, «αφού οι μυστικοί μπάτσοι θέριζαν με τις συλλήψεις».

- Μια ζωή, δηλαδή, στον αγώνα, κύριε Ρασούλη, τον είχα ρωτήσει διαπιστώνοντας, στην ουσία.
«Άστα, αγόρι μου, μεγάλο τρέξιμο. Και τώρα πολεμάω τον μεγάλο διάολο, την παγκοσμιοποίηση της μουσικής. Πολεμάω τα συμφέροντα της δισκογραφίας, και τα σκυλιά τα λυσσασμένα με κυνηγάνε κι αυτά. Σήμερα ζω στην Πορτογαλία. Αύριο δεν ξέρω πού θα είμαι. Αλλά είμαι ελεύθερος, όλοι γεννηθήκαμε ελεύθεροι, τα δισκογραφικά συμβόλαια είναι η νέα σκλαβιά. Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου, κρύβομαι για να γλιτώσω, απ' του Ηρώδη το μαχαίρι...».
- Θεωρείστε αιρετικός;
«Βάσει της κατάστασης είμαι και αιρετικός και εκκεντρικός, κάποιοι μπορεί να λένε ότι είμαι κι ο τρελός του χωριού. Ο αιρετικός, όμως, ακόμα κι αυτός, κάπου πιστεύει, έτσι δεν είναι;».
Αιρετικός ο κύριος Μανώλης; Σε σχέση με την καθεστηκυία τάξη της μουσικής, της δισκογραφίας καλύτερα, ναι, ήταν. Ο ίδιος, όμως, πίστευε πολύ.
«Το όνομά μου, Εμμανουήλ, είναι εβραϊκό και σημαίνει άνθρωπος του Θεού. Το επίθετό μου είναι από το ιερό όνομα του κορανίου Ρασούλ και το τρίτο, που είναι σανσκριτικό, μου το έδωσε ο 'Οσο και είναι "ντέβα παρινίτο". Σημαίνει ερωτευμένος με το θεϊκό».
- Είσαστε ερωτευμένος με το θεϊκό;
«Γιατί να μην είμαι; Αφού κι ο Θεός είναι με μας. Ο όποιος Θεός, όπως και να λέγεται. Θεός, Βούδας, Γιαραμπής».
- Κύριε Μανώλη, σας φοβίζει ο θάνατος;
«Τώρα πια, τίποτε δεν με φοβίζει κι ο θάνατος μέσα στη ζωή είναι, ο επίλογός της. Θάνατο θέλω τραγικό, όπως λεν’ κι οι γραμμούλες, οι στίχοι...


Εκεί που βόλτα θα πηγαίνω στο βουνό
να πέσει μια χελώνα στο κεφάλι μου
που ένας αϊτός από ψηλά θα ‘χει αφήσει
που ένας αϊτός από ψηλά θα ‘χει αφήσει
Θάνατο θέλω να ‘χω τραγικό
όπως αρμόζει σ’ έναν ποιητή μεγάλο
και να με ρίξουν με τα σκουπίδια στη φωτιά
στην υψικάμινο με τα ναρκωτικά
Εκεί με πάθος που θα λέω ένα τραγούδι
να μη μου φτάσει η ανάσα και να σβήσω
σε μια κορώνα που θ’ αφήνω στο ρεφρέν
σε μια κορώνα που θ’ αφήνω στο ρεφρέν
Θάνατο θέλω να ‘χω δοξασμένο
καθώς πως πρέπει σε τραγουδιστή μεγάλο
και να καώ
δεν θέλω τάφο και στολίσματα
μες το καμίνι με τα πλαστά χαρτονομίσματα»

Ήπιε μια γουλιά από την γκαζόζα του και κοίταξε ίσια πέρα, σαν να έπλαθε στο μυαλό του εκείνη την τελευταία στιγμή ή σαν να έκανε μια μίνι αναδρομή στην πολύβουη ζωή του, δεν ξέρω.
Πήρε μια ανάσα και μου είπε: «Πιότερο φρόνιμο θα ήταν να μην παίξεις αυτή τη συνέντευξη, αγόρι μου. Μπορεί να κυνηγήσουν κι εσένα, να σε βάλουν στην μπούκα, να σου κόψουν τα φτερά. Αυτή είναι η συμβουλή που σου δίνω σαν πατέρας σου κι εσύ κάνε ό,τι θες. Αλλά να ξέρεις ότι όποιον βάλουν στο μάτι μπορούν να τον τελειώσουν σε μια στιγμή. Και να θυμάσαι ότι όλα, αν είναι να γίνουν, θα γίνουν, όλα καρμικά είναι».


Η συνέντευξη, τελικά, δεν μεταδόθηκε ποτέ από τον Πόλις. Μέχρι να σκεφτώ τι θα κάνω, μέχρι να μιλήσω με τον τότε διευθυντή του σταθμού, τον Βασίλη Αντωνάκη, για να δούμε αν θα τη μεταδώσουμε, δέχτηκα πρόταση για να πάω στον RED 96,3.
Τελικά, όλα καρμικά είναι, κύριε Μανώλη. Ξέρω ότι τους αποδημήσαντες δεν τους λέμε κυρίους, αλλά στο μυαλό μου πάντα θα τον έχω σαν κύριο.
Σηκωθήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα από το τραπέζι, χαμένοι κι οι δύο σε διαφορετικές σκέψεις, τον ευχαρίστησα για τον χρόνο του, φώναξε το γκαρσόν, όσο κι αν επέμενα πλήρωσε εκείνος λέγοντας «τα παιδιά δεν πληρώνουν ποτέ όσο υπάρχουν πατεράδες» και φύγαμε προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Ήταν μια ζεστή ημέρα του Απρίλη του ψεύτη, όπου το αεράκι φούσκωνε το πορτοκαλί του πουκάμισο κι ο ήλιος έκανε γκελ στα μαύρα γυαλιά του...


Μανώλης Ρασούλης, Ηράκλειο 1945-Θεσσαλονίκη 2011
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...