7.8.10

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ΄αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.

Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
- Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου –
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.

Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.

Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.
Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας.


(Η νυχτωδία των συνόρων, 1986)

ΤΣΑΚΙΖΩ ΤΙΣ ΛΙΑΝΕΣ ΕΛΙΕΣ

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.

Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε

Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;

Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.

(Κατώφλι και παράθυρο, 1962)

ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

(Μειλίγματα, 1990)


ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι,
όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε
στου Κλαδισού την ποταμιά.
Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν·
με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.

Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …

(Από τη συλλογή Βορεινό Προάστιο, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Γαβριηλίδης Αθήνα, 2008, σελ. 70 - 71)

Η γενέθλια πόλη μου

Της Βικτωρίας Θεοδώρου

Η Κρήτη (η Κρατακή) είναι μια ήπειρος με όλα της τα κλίματα και τα υψόμετρα, με όλα τα χρώματα και τα είδη. Πρώτη πόλη, από τα δυτικά είναι τα Χανιά, η δική μου πρωτεύουσα. Εκεί γεννήθηκα κάποτε (εκτός χρόνου) γιατί όλα για μένα είναι παρόντα και σημερινά. Η πόλη δεν βρίσκεται στα σύννεφα - δεν είναι η ευδαίμων Νεφελοκοκκυγία. Είναι κτισμένη στο μυχό του πλατειού ανοιχτού κόλπου της Κυδωνίας, πάνω στα θεμέλια της αρχαίας Κυδωνίας. Γνωστό πως την έκτισαν Ενετοί σε σχήμα ορθογώνιο που ακολουθεί το σχήμα του κόλπου, με τείχη, πύργους και βαθειά τάφρο. Το σπίτι όπου ακούστηκε το πρώτο μου κλάμα υπάρχει ακόμη στην οδό (Καπεταναίων) Χάληδων, κατεβαίνοντας αριστερά προς το Σαντριβάνι. Ήταν παλαιό. Το είχαν κατοικήσει ενετικές και τουρκικές οικογένειες πριν από μας. Η σκάλα του όρθια πολύ, ξύλινη. Το πάτωμα της τραπεζαρίας-κουζίνας στρωμένο με μαύρες πλάκες από λάβα του Βεζούβιου. Με παρόμοιες πλάκες ήταν στρωμένη και η προκυμαία. Κρατώ τ' αρώματα της πόλης μου αξεθύμαστα. Πήγαζαν από τη μεγαλοπρεπή αγορά με τη γυάλινη στέγη. Φρούτα, μπαχαρικά, ξηροί καρποί, τυριά, μέλια. Μανουσάκια (νάρκισσοι) το χειμώνα, φούλι, ζουλφαρί, γιασεμί το καλοκαίρι. Ο δυόσμος, τ' αρωματικά βραστάρια, οι καφέδες μοσχοβολούσαν και νικούσαν τις οσμές από τα κρέατα και τα αλιεύματα. Θυμάμαι την κομψότητα και το γούστο των γυναικών που στολισμένες κατέβαιναν στο κέντρο, καθισμένη έξω από το εργαστήρι του πατέρα μου, στα παπλωματάδικα.
Στα Χανιά ήκμασε μια κοινωνία ντόπια και κοσμοπολίτικη. Νέες συνοικίες απλώνονταν έξω από τα τείχη. Με πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία χωρικούς από τα κατεστραμμένα, από τις πρόσφατες επαναστάσεις χωριά του Αποκόρωνα, ναυτικούς από τα Δωδεκάνησα, τεχνίτες από τη Στερεά Ελλάδα. Υπήρχαν ακόμα κατάλοιπα Τούρκων, Αιγύπτιων και Ενετών. Αρμένιοι και πολλοί Εβραίοι. Οι ποικιλία αυτή του πληθυσμού αποτυπωνόταν και στην πόλη. Στη ρυμοτομία και στην αρχιτεκτονική των οικοδομημάτων της. Ήταν δυτική και ανατολική. Οι Χανιώτες δεν ήταν μόνο για τ' άρματα. Ήταν και για τα γράμματα και για τη χαρά της ζωής, σαν απόγονοι των μινωικών Κρητών. Χορωδίες και θίασοι μελοδράματος, κονσέρτα, μαντολίνα. Θυμάμαι τον παλιό κινηματογράφο, το "Ιδαίον άντρον", τη σπηλαιώδη αίθουσά του, τις βωβές ταινίες, τους θαυματοποιούς και το κουκλοθέατρο.
Από την ταράτσα μας έβλεπα πολύ κοντά το τείχος και την τάπια, άκουγα να βουίζει η εβραϊκή συνοικία -ένας λαβύρινθος- με τα ψηλά σπίτια της, που έδινε προς το λιμάνι, όπου υψώνονταν οι πρώην κατοικίες των Ενετών και τα διοικητικά κτίρια με τους θυρεούς, τις λατινικές επιγραφές, τα δίλοβα παράθυρα και τις αίθουσες με τα μυτερά τόξα. Απέναντί μας ακριβώς η στοά της Τριμάρτυρης, που δεν υπάρχει πια, χώρος της παιδικής μου φαντασίας. Τελετές, λιτανείες, παρελάσεις, κάτω από τα παράθυρά μας. Η πομπή των ασπροντυμένων κοριτσιών στη γιορτή της Αγίας Δωρεάς, οι επιτάφιοι και τα λάβαρα της Ανάστασης ν' αστράφτουν στον ήλιο. Εορτές και επέτειοι της 25ης Μαρτίου, της Ένωσης με την Ελλάδα, του Αρκαδίου, με μουσικές εξαίσιες για την παιδική μου ακοή. Πιο άνω, το μέγαρο του Φιλολογικού Συλλόγου ο Χρυσόστομος, με την απέραντη σάλα, εστία Γραμμάτων και Τεχνών.
Μαύρα κέπια ανέμιζαν στους φανοστάτες. Ακούω το πένθιμο εμβατήριο και τον υπόκωφο λυγμό των ανθρώπων που συνοδεύουν το φέρετρο του Ελευθερίου Βενιζέλου, στις 24 Μαρτίου του 1936. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου η πόλη θ' αλλάξει χρώματα. Τα μαύρα κέπια θα γίνουν γαλανόλευκα και ο διπλούς πέλεκυς το έμβλημα της εποχής. Η δικτατορία θα επικρατήσει και στη φιλέορτη φιλελεύθερη πόλη μου. Δεν θα την εμποδίσει ούτε η εξέγερση του 1938, ούτε οι αντιφασιστικές εκδηλώσεις των νέων. Ο φασισμός έχει εδραιωθεί στην καρδιά της Ευρώπης και στην Ιταλία.
Μαθήτρια γυμνασίου θ' ακούσω την κήρυξη του πολέμου. Τις καμπάνες για τις νίκες του ελληνικού στρατού στην Αλβανία, τους θρήνους από τα σπίτια των θυμάτων. Τα σχολεία κλείνουν, αρχίζει ο αποκλεισμός, οι βομβαρδισμοί, η έξοδος των κατοίκων. Οι Γερμανοί κατέβηκαν ήδη στην Αθήνα. Ετοιμάζουν μέσα στο Μάη την εισβολή. Η μητέρα μου με στέλνει στα Τοπόλια της Κισσάμου μαζί με τα αδέλφια μου. Έρχεται η τρομερή ναζιστική ακρίδα. Ο ουρανός σκοτεινιάζει. Τεράστια οπλιταγωγά ακουμπούν πετώντας στα κυπαρίσσια. Πολυβολούν τους χωριανούς, που αιφνιδιασμένοι στην αρχή τα νομίζουν αμερικανικά! Κι αφού σκορπίζουν το δέος και το θειάφι ρίχνουν τους αλεξιπτωτιστές κοντά μας. Αρχίζουν οι μάχες. Οι άνδρες τρέχουν προς τον κάμπο του Καστελλιού για να υπερασπιστούν τα χώματά τους. Οι άμαχοι γυρεύουν σπήλαια και χαράδρες. Τα αεροπλάνα τούς κυνηγούν. Μαίνεται ο πόλεμος στον Κίσσαμο και στο Μάλεμε. Δέκα μέρες καίγονται τα Χανιά από τις εμπρηστικές. Τα λάδια τρέχουν πύρινος ποταμός προς τη θάλασσα. Το Καστέλλι, η πλατεία Σπλάντζιας, ο ναός, τα πέτρινα αρχοντικά γύρω από το Δημοτικό Κήπο σωριάζονται. Το εμπορικό κέντρο και ο συνοικισμός των προσφύγων. Το κοιμητήριο του Αγίου Λουκά ανασκάβεται από τις βόμβες. Τρεις δυνάμεις σφυροκοπούν το λιμάνι της Σούδας και τα Χανιά. Οι Ιταλοί, οι Γερμανοί και οι Άγγλοι. Στέναξαν τα επικά όρη. Οι κάτοικοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι που έπρεπε να συνεχίσουν τη δουλειά τους (και η μητέρα μας στο κλειστό σχολείο της) έτρεχαν αλλόφρονες στα "καταφύγια" με το ουρλιαχτό της σειρήνας. Ο Οβριακή ερήμωσε. Οι Εβραίοι συμπολίτες χάθηκαν, για μια "εξορία" χωρίς επιστροφή.
Ήσουν αφύλακτη μητρική μου πόλη. Πολύ ανοικτή και φιλόξενη. Κατάσκοποι σε είχαν χαρτογραφήσει. Ήξεραν την κάθε σου πέτρα. Χτισμένη στον ανοιχτό γιαλό του κόλπου, εκτεθειμένη στους πειρατές. Η Σπάθα από τα δυτικά, το πελώριο ακρωτήρι -σπαθί και τείχος- δεν σε έσωσε αυτή τη φορά. Το Μάλεμε κυριεύθηκε παρά τη λυσσαλέα αντίσταση. Οι ορδές μπήκαν στο άδυτό σου. Ανεξίκακη πόλη. Έδωσες χώμα στο Μάλεμε, στο ύψωμα 107, για να ταφούν με τιμές και γρανίτη οι κατακτητές σου. Ακόμα και σήμερα "ησυχάζουν" στον άρειο ύπνο τους. Πού είναι το μνημείο των πολιτών που σε υπερασπίστηκαν; Να φέρω λουλούδια και ελεγεία. Να προσεύχομαι για την Ειρήνη, την ευημερία σου.

(ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ - Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

το υλικό το βρήκα στο blog:  http://victoriatheodorou.blogspot.com/
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...