17.5.11

Γιῶργος Μαρκόπουλος

  Ἡ Μαρία
Μὲ τὴ Μαρία δὲν σμίγαμε ὅλη τὴν ἐβδομάδα. Τὰ Σαββατόβραδα ὅμως πηγαίναμε στὴν γκαρσονιέρα ὴ στὸ ξενοδοχεῖο. Ἐκεῖ ἐδινα ἐγὼ τὰ χρήματα, ἔπαιρνα ἑνα δωμάτιο -στὰ τελευταῖα μὲ μπάνιο -ἔδινα καὶ τὰ ὐπόλοιπα στὴ γυναίκα, "γιὰ τὸ γούρι", ἔλεγα, ἐνῶ ἡ Μαρία με χαμηλωμένο τὸ κεφάλι  εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀνεβαίνει κιόλας τὰ πρῶτα σκαλοπάτια. Τῆς Μαρίας τῆς ἄρεσε τὸ "ἐννέα" στὸν πρῶτο ὄροφο, ποὺ εἶχε καὶ κορνίζα πάνω απὸ τὸ κεφάλι. Ὕστερα πήγαινα κι ἐγώ, κλειδώναμε, καὶ τὴν κοιτοῦσα στιγμὲς πολλὲς στὰ μάτια. Ἡ Μαρία γδυνόταν ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ παπούτσια καὶ τὶς κάλτσες, ὅπως τὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ λένε καληνύχτα πρὶν κοιμηθοῦν. Ὕστερα ἔβγαζε καὶ τὰ ὑπόλοιπα, πλὴν τῆς κιλότας ποὺ πάντα ἔβγαζα ἐγώ.

Ὕστερα ἡ Μαρία ἄνοιγε τὰ μάτια. Ἐγὼ εἶχα τὸ πρόσωπό μου ἀπὸ πάνω της καθότι εἶχα καταλάβει πὼς ἤθελε να βλέπει ἕνα πρόσωπο γελαστὸ τὴν πρώτη ἐκείνη στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἄνοιγε τὰ μάτια της. Καθόταν μετὰ ἡ Μαρία λίγο στὴ σιωπὴ ὅπως τὸ συνηθίζουν οἱ γυναῖκες τὴν ἀνάλογη στιγμή καὶ σκεφτόταν πράγματα περίεργα, ὅπως π. χ. τὶ ζητάει αὐτὸς ἀπὸ μένα, ἕνας ξένος, τὸν ἀγαπῶ ἄραγε, κ.λ.π., κ.λ.π., κ.λ.π., ποὺ ἐγὼ καταλάβαινα. Ὕστερα χαμογελοῦσε ἡ Μαρία, ἄναβε ἕνα τσιγάρο, ἀνέβαζε τὸ κεφάλι στὸ στῆθος μου καὶ κάπνιζε διηγούμενη μὲ ἀστεϊζον δῆθεν ὕφος περιστατικὰ ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία, ὰς ποῦμε, ὅπου τῆς ἔδεσαν μιὰ φορὰ τὸ πόδι γιὰ να κάτσει φρόνιμα, ὴ ποὺ τὴν ἔκλεισαν σὲ μιὰ αποθήκη μὲ σκοτάδι γιὰ νὰ μὴν κλαίει ὴ γιὰ νὰ μὴ σπάει τὰ κουζινικά, ἢ ποὺ ἔμεινε μιὰ ἐποχὴ χωρὶς τὸν πατέρα της, καὶ αὐτὸ ἦταν σημαντικό. Ἐγὼ "μαγνητοφωνοῦσα" μὲ προσοχὴ αὐτὰ ποῦ θὰ μοῦ ἄνοιγαν τὴν πόρτα τῆς ψυχολογίας της,  προσποιούμενος αὐτὸν ποὺ δὲν τὸν πολυνοιάζει μὴ καὶ καταλάβει ἡ Μαρία ὅπου ἤμουν ἑνας "κλέφτης" καὶ τρομάξει καὶ κλειστεῖ.

Μέναμε ὧρες πολλὲς ἔτσι ὥσπου ὕστερα ἐκοίταζε τὸ ρολόι της, σηκωνόταν, κοιταζόταν στὸν καθρέφτη,  ντυνόταν ράθυμα, ἀργά,  σιγοψιθυρίζοντας ἕναν ἀκαθόριστο σκοπὸ λιγνὸ σὰν ἐπαρχιακὸ δρόμο.  Ὕστερα φεύγαμε. Στὸ πεζοδρόμιο ἔβγαινα πρῶτος ἐγώ,  αὐτὴ κοντοστεκόταν καὶ ὕστερα ἀκολουθοῦσε. Εἶχε ἀρχίσει νὰ βραδιάζει πιὰ γιὰ τὰ καλὰ ἔξω,  καὶ τὰ μάτια τῆς Μαρίας εἶχαν πάρει κάτι ἀπὸ τὸ μούχρωμα, κάτι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μαῦρο ποὺ ἔπαιρναν οἱ μυρτιὲς καὶ οἱ βάγιες στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησιᾶς τοῦ χωριοῦ μου ὅταν νύχτωνε καὶ ποὺ ἐκ τῶν ὕστέρων τὸ ἀνακάλυψα. Τύχαινε νὰ τὴν κοιτάζω χαριεντιζόμενος μέσα τους - στὰ μάτια της, δηλαδή.  Εἶχαν ζωγραφιστεῖ πράγματα καὶ πράγματα,  ὅπως λουλούδια,  χόρτα,  καθὼς δὲ καὶ δυὸ πέτρινα λεοντάρια ποὺ εἶχε τύχει να δῶ σὲ ἕνα εγκαταλειμμένο σπίτι, στὴν εἴσοδο, μικρός,  μιὰ Κυριακὴ ποὺ πηγαίναμε στὸ νοσοκομεῖο νὰ δοῦμε τον θεῖο Ἀλέξανδρο.  Κοντοστεκόμουν ὕστερα μὲ τρόπο στὸ βῆμα ἐγώ,  νὰ θαυμάσω τώρα ποὺ τὸ εἶχα κοντά μου προφίλ τὸ σπουδαῖο κορμί,  τὸ ἀγέρωχο κεφάλι,  τὰ φουντωτὰ μαλλιά,  ὅπου ἀκόμα ἔχω μνῆμες στὸ μυαλό μου τέτοιες ποὺ μὲ τυραννοῦν.  Ὕστερα προχωρούσαμε,  βγαίναμε στὴν μεγάλη χωματένια πλατεία.

Καὶ ὁ νοῦς τῆς Μαρίας ἦταν πάντα στὴν φυγή.

Οἱ Πυροτεχνουργοί, 
Ἑστία 1982

ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΔΑΥΙΗΔ ΝΑΧΜΙΑ




Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...