26.9.26

Το λαγκάδι με τα κυπαρίσσια


Έμενε συνέχεια πια σιωπηλός κοιτούσε αφαιρεμένα σε ένα σημείο ακίνητος ο βολβός ανέκφραστος μόλις εσύ έμπαινες στο δωμάτιο γύρναγε λίγο το κεφάλι να σε δει θαρρείς δε σε περίμενε κι εκπλήσσεται.

Καθημερινά μπαινοβγαίνεις στο δωμάτιο φέρνεις πετσέτες τη σύριγγα το φαγητό οτιδήποτε κοιτάει και λέει καλώς το μου πριν πόσους κοσμικούς κύκλους έχει να σε δει αναρωτιέσαι κάθεσαι δίπλα στο προσκεφάλι πώς είσαι πώς να ΄μαι θελεις κάτι όχι αγάπη μου ξεκουράσου πολύ σε κούρασα πονάς λίγο τέτοιοι διάλογοι κάθε φορά πανομοιότυποι τα χείλη του είναι ίσια  αχάραχτα η μύτη και το πηγούνι σα να έχουν βγει πιο έξω είναι πιο μυτερά μπορεί που έχει αδυνατίσει  δύσκολα τρώει δεν τον νοιάζει όμως και το πρόσωπο αξύριστο τρεις μέρες αυτός που ήταν πάντα τόσο τυπικός με την εμφάνισή του τόσο νοκοκύρης μέχρι τώρα δεν θα μπορούσε κανείς να τον διανοηθεί με γένεια

Εσύ έχεις μάθει καλά το τελετουργικό πάντα είσαι μαζί του στο απόλυτο παρόν με απόλυτη ετοιμότητα είσαι μια αντένα τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο αποτυπώνεις αισθήματα εσύ όμως δεν γεύεσαι τα αισθήματα αυτό ξέρεις καλά ότι απαγορεύεται γιατί ας πούμε μια ρυπή λύπης μέσα σου που θα κάνει τα μάτια να βουρκώσουν είναι για τον άρρωστό σου γλυκό σερμπέτι δεν το αντέχει το στομάχι του  πρέπει να προσέχεις τι τον φιλεύεις κι έπειτα πιστεύεις χρόνια ότι ο ετοιμοθάνατος  όταν κλαις σε περιφρονεί  ότι λυπάσαι για τον ίδιο το δικό σου τον εαυτό κι όχι για τα βάσανα εκείνου που ανήκουν άλλωστε στη σφαίρα του  άρρητου

Σήμερα το πήρες απόφαση μπαίνεις φουρφουρίζοντας όλο προσποιητή δροσιά κρατάς μαζί τα σύνεργα λίγο κρυμένα μην τα δει και δυσανασχετήσει κι άμα τα στηλώσει αυτός τίποτα δεν γίνεται μπαίνεις φουριόζα να τον προκαταλάβεις κρύβεις κάτω απ’ το κρεβάτι το λεκανάκι του πιάνεις την πολυλογία σε κοιτάει σε μετράει αλκυονίδες έχουμε σήμερα μια υπέροχη λιακάδα να βγούμε  λίγο στο μπαλκόνι θες θα σε σηκώσω εγώ πιάσε μου τον ώμο μπορώ μην ανησυχείς πείθεται τον ανακαθίζεις τραβάς την αναπηρική καρέκλα κρατιέται αυτός απ’ το χερούλι σηκώνεται με δυσκολία βογγώντας σκάει πάνω της σα σακί το δύσκολο μέρος τέλειωσε ουφ

Το φως με τυφλώνει δεν μπορώ τράβα τη κουρτίνα όπως θες παππούλη κάνεις μια μικρή παύση έχω μια ιδέα έφερα τα ξυριστικά θες να  σε ξυρίσω έχεις κέφι γελάει είναι κάτι σα μορφασμός λίγο ανασηκώνεται το στέρνο του  και μισοανοίγει το στόμα του ήχος δεν βγαίνει καλά – καλά βρε τι έπαθα ο καημένος έμπλεξα θα με πετσοκόψει όχι όχι θα προσέξω πολύ στο υπόσχομαι να κοίτα όλα τα έφερα το δικό σου ξυράφι  του τα δείχνεις ένα-ένα το παλιό πινέλο όσα χρόνια τον θυμάσαι το ίδιο χρησιμοποιεί το σωληνάριο με τον αφρό φωνάζεις και χειρονομείς σαν έφηβη που παρακαλεί να της επιτρέψιουν να πάει στο πάρτι χαίρεσαι που τον βλέπεις να γελάει ο πόνος ο ρόγχος ο θάνατος ξάφνου βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά σε άλλη πόλη

Τον βλέπεις που το συλλογίζεται εκμεταλλεύεσαι την ευκαιρία έλα λες θα δεις θα νιώσεις καλύτερα πιο ξαλαφρωμένος αυτά τα γένεια σ’ αγριεύουν του φιλάς τη φαλάκρα τον στήνεις απέναντι απ’ τον καθρέφτη κι αρχίζεις τη μπαρμπερική να η πετσέτα να τα νερά στις λεκάνες να οι αφροί στα μάγουλα να κι η λεπίδα πρόσεχε σου λέει όχι έτσι κράτα το ανάποδα στο λαιμό γελάτε κι οι δυο μπροστά στον καθρέφτη ξεκαρδίζεσαι που εσύ είσαι αδέξια και δεν ξέρεις από ξυράφια κι εκείνος ανήμπορος  και ψυχορραγεί.

Εδώ που τα λέμε τον πετσοκόβεις σε τρία σημεία του δίνεις και καταλαβαίνει τα βλέπει  αυτός πάει να σε αρπάξει από τα μούτρα  αλλά ποιος ξέρει γιατί είναι η κουρτίνα που αναδεύει απαλά στο απαλό χειμωνιάτικο αεράκι είναι οι γαληφειές σου που τιτιβίζεις σα γαλιάντρα  είναι το χαμόγελο που έσπασε την αχάραχτη γραμμή των χειλιών του  σε αγριοκοιτάζει αδύναμα μαζεύει πίσω το θυμό και μετά λυγίζει χαμογελάει κι απιθώνει αργά μόνος μπαμπακάκια στα κοψίματα 

Μου θύμισες μια ιστορία της μάνας μου λέει  προσηλωμένος στον καθρέφτη και λίγο βαριανασαίνοντας που μας ιστορούσε για τον παππού της όταν είμαστε παιδιά μας μάζευε στο τραπέζι και τρώγαμε το βραδινό λίγο ψωμί και καμιά ελιά αν είμαστε τυχεροί έντεκα νοματαίοι πώς να θρέψεις τόσα στόματα εκείνες τις εποχές μεγάλη φτώχεια στο νησί έπεσε κάποτε λέει ο παππούς να πεθάνει  μα ησυχασμό δεν είχε πιάνει το χέρι της μεγάλης κόρης Φιλίτσα μου της λέει κάνε μου τη χάρη βόηθα με να ντυθώ και πάμε ως το λαγκάδι με τα κυπαρίσσια μα παππού είναι μακριά πώς θα περπατήσεις μα ξεμά μη σε μέλει κάνε ό,τι σου λέω ντύσε με στόλισέ με πάρε και την εγγόνα μου τη μικρή να δει κι αυτή να μάθει και πάμε δε σηκώνω δεύτερη κουβέντα μια και  δυο βγήκαν μες στο  απόβραδο σερνόταν αυτός της βγήκε η γλώσσα της Φιλίτσας να τον κουβαλήσει φτάνουν κάποια στιγμή μες στο λαγκάδι σήκωσε το κεφάλι ο παππούς έτσι θα σβήσω στητός είπε ατενίζοντας ένα κυπαρίσσι ίσιωσέ με  φτιάξε μου τα ρούχα σκούπισε μου τα παπούτσια εδώ έλεγε η μάνα μου είναι η πόρτα του Χάρου σα βγαίνει να θερίσει από δω ανεβοκατεβαίνει στον Άδη  μόλις σκάσει μύτη θα με δει μπρος του να τον κοιτώ στα μάτια και ή θα λιποψυχήσει και θα μου χαριστεί ή θα με πάρει περήφανο εκεί κάτω κάτσε εδωνα πάρε και τη μικρή αγκαλιά θα τον περιμένουμε μα παππού τι ειν’ αυτά που λες δεν έχει μα ξεμά ό,τι πω εγώ θα γίνει κάθισε

Κι έπεσε το βράδυ  πέρασαν ώρες  ορθός στηριγμένος σ’ ένα κυπαρίσσι ο παππούς προκαλούσε το Χάρο η μάνα μου ξεπάγιαζε κι η  Φιλίτσα έκλαιγε βουβά  όταν ήρθε το πρωί με το πρώτο φως ο παππούς έβγαλε βαθιά αναπνοή και ξεψύχησε κι έγειρε την κεφαλή στο κυπαρισσόξυλο 

Άντε μετά να τον κουβαλήσεις πίσω

Αυτά πουλάκι μου έλεγε  η μάνα μου κι εσύ μου τη θύμισες  στην τρίχα θα πεθάνω κι εγώ μην έχει να λέει ο Χάρος ότι δεν  ήμουνα παλληκάρι φρεσκοξυρισμένος θα πάω κύριος το πολύ πολύ να κακολογήσει το μπαρμπέρη

Ωχ μανούλά μου βάλε με στο κρεβάτι τώρα κουράστηκα


ΓΔ - jiagogina

από τα αφηγήματα ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ Ο ΚΗΠΟΣ,εκδόσεις Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...