Σχόλη!
Σπάνια συνθήκη για μένα τον τελευταίο χρόνο. Σωπαίνω να απολαύσω τώρα την κυριακάτικη ανθρώπινη απουσία (νιωθω τους λουόμενους να πλατσουρίζουν πέρα μακριά στις παραλίες της Αττικής), αφουγκραζομαι τους τζίτζικες στην τσικουδιά και χαϊδεύω το Θοδωρή μου που μου ζυμώνει το μπούτι τώρα δα στη βεράντα.
Η μύτη μου τσακώνει αίφνης τη μυρωδιά της κακούργας της βαμβακαδας που άμα την αψηφήσεις το καταλαμβάνει και το τρώει το φυτό. Σε λίγο θα ασχοληθώ μαζί της. Τώρα ακόμα απολαμβάνω αυτή τη σπάνια στιγμή της ησυχίας, κι εγώ χτυπημένη από κάποια ανθρώπινη βαμβακάδα, όλες οι αρρώστιες είναι αναπόφευκτες. Άλλες προβλέψιμες, άλλες όχι. Κάποια φυτά παρατηρώ ότι τη βαμβακάδα την ξεπερνούν μόνα τους. Τα προσβάλλει αλλά αυτά την απομονώνουν με κάποιο τρόπο σε μικρή κλίμακα και συνεχίζουν να αναπτύσσονται κι εκείνη υποχωρεί σταδιακά. Δεν ξέρω το πώς και γιατί. Όμως συχνά συμβαίνει το ίδιο και με τα ανθρώπινα. Κάποιοι άνθρωποι αυτοθεραπεύονται ή έστω ξεπερνούν το σκόπελο της όποιας αρρώστιας με μηχανισμούς ακόμα αδιερεύνητους. Εγώ πάντως, στα πλαίσια της αυτοθεραπείας, τα φυτουλια μου τα ψεκάζω φουλ μόλις μυρίσω την παρουσία της βαμβακαδας. Τα ενθαρρύνω τροπον τινα να την πολεμήσουν μόνα τους (βαμβακαδοθεραπεια με σαπουνόνερο κει με αραιωμένο ξύδι).
Τι όμορφη η σιωπή. Γινονται οι ήχοι του σούρουπου ποικιλματα. Ο τζίτζικας· μια πόρτα αυτοκινήτου που κλείνει, μακρινά μαρσαρίσματα, όλη η ζωή της ζαβλακωμένης πολιτείας.
Τίποτε αλλότριο, όλα κοινωνούμενα στο πολύπλοκο Ένα που μας σγκαλιαζει.
Και δίπλα στο γλαστράκι, που μέσα του παραχωσα σπόρους γιακαραντας πριν δεκαπέντε μέρες, τρία βρέφη γιακαραντας έχουν σκάσει μύτη την τελευταία εβδομάδα! Σκόρπισα όσο ελαφρά μπορούσα στη γλάστρα τους σπόρους, με το σχεδόν μεταξωτό τους πουκαμισάκι , και τη σκέπασα με τα κελύφη του φακέλου μέσα στον οποίο ηταν κρυμμένοι. Ο ίδιος φάκελος που ο Σεφέρης ονομάζει «καστανιετα» (το ποίημα στο τέλος του κειμένου).
Ο φάκελος λοιπόν αυτος (γέννημα σπουδαίας φυσικής τεχνολογίας), παραμένει για καιρό ερμητικά σφραγισμένος. Εχει πολύ σκληρό κέλυφος. Παραμένει πάνω στις κλάρες της γιακαραντας (για πόσο διάστημα δεν έχω μετρήσει ακόμα, όμως θα το κάνω, ή αν κάποιος ξέρει μου λέει), παραμένει λοιπόν και περιμένει την ώριμη στιγμή που μια μικρή χαραμάδα, θα διαρρήξει το σκληρό περίβλημα. Και τότε, καθώς οι καστανιέτες της γιακαραντας κροταλίζουν και χορεύουν στα κλαριά, οι καλά προστατευμένοι πολύτιμοι σπόροι ίσως ξεφεύγουν από το διαρρηγμένο κέλυφος και αρχίζουν το αβέβαιο ταξίδι τους στον αέρα, με σύμμαχο τον αέρα. Ισως κάπου κάποτε βρουν κάποια φιλόξενη γωνιά να κουρνιάσουν και να γεννηθούν.
Εγώ δεν τους άφησα στο έλεος του αέρα, τους βοήθησα. Ο κηπουρός μου που είχε ζητήσει να τους φυτέψω για τον κήπο του. Τους βρήκα χώρο και απάνεμη γωνία, τους προστάτευσα με το ίδιο το -σπασμένο πια- κέλυφος και τους άφησα να δοξάσουν τη μοίρα τους.
Τώρα μεγαλώνουν στο μπαλκόνι τέσσερα φιντάνια γιακαραντας!
Ησυχάζω με ευγνωμοσύνη και τα τιμώ!
Τέρμα η πολυλογία μου!
Πάω να ψεκάσω!
Jiagogina
……….
Kerk st., Pretoria, Transvaal
(courtesy of Mauve)
Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
τους πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε.
Και να σκεφτείς πώς ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας
με την καρδιά γεμάτη σκάγια
τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο –αυτόν
που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού
στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου
Οχτώβρης ’41
Γιώργος Σεφέρης
από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Β΄
Ποιήματα, έβδομη έκδοση, 1967
https://www.catisart.gr/giorgos-seferis-kerk-st-pretoria-transvaal/

