Ευχαριστίες στο Βook Sitting και την Αλεξία Καλογεροπούλου για την τιμή της πρόσκλησης να διαβάσω ένα ποίημα μου, στα πλαίσια της παγκόσμιας ημέρας Ποίησης.
Το παρόν ποίημα είναι από τη συλλογή "Σεμνά Θαμμένα" (2017)
Ευχαριστίες στο Βook Sitting και την Αλεξία Καλογεροπούλου για την τιμή της πρόσκλησης να διαβάσω ένα ποίημα μου, στα πλαίσια της παγκόσμιας ημέρας Ποίησης.
Το παρόν ποίημα είναι από τη συλλογή "Σεμνά Θαμμένα" (2017)
Περπατώντας στη Χαριλάου Τρικούπη
Κοτρώνες στοιβαγμένα πηγάδια μέσα σε ερειπιώνα γεμάτο πατήματα
Τροχοί τροχισματα κομπρεσέρ από στριγκλιές μαγισσών κρυπτείες στα σφαγμένα πεζοδρόμια μέσα στη μπόχα του κάδων ανακύκλωσης (ποιος ανακυκλώνεται ρωτούν εμείς απαντά ο αντίλαλος γελούν μετά παράταιρα) τροχαλίες φρενάροντας ντεμπραγιαζ βρυχώμενα και τούφες εργαζόμενης πολιτείας.
Διασχίζει το πεζοδρόμιο της Καλλιδρομίου άντρας μεσήλικας τυφλός. Γερτος στα δεξιά με το μπαστούνι του λαγωνικό, προσεκτικά οσμίζεται τις χαράδρες των Εξαρχειων.
Τον ακολουθώ με εμπιστοσύνη.
ΓΔ
14/3/26
Ενα δάκρυ μόνο
Μα είναι κι αυτό μισό
Πως να δροσίσει τον ορυμαγδό του κόσμου
Αναρωτιέται
Στέκει αβέβαιο στην κόψη του ματιού
Μετεωριζεται
Να πέσει να μην πέσει
Μήπως η πτώση του κατακρημνίσει τη γη στο πουθενά
Μήπως μαζί του εξαχνωθει μια ολόκληρη πόλη
Μήπως βρεθεί να περιίπταται σε φαύλο κύκλο
Στη μάντρα της στρατόσφαιρας με τα αναλώσιμα των δορυφορων
Σωπαίνει
Στεγνό και ζωντανό καλύτερα θα μείνεις δάκρυ
Μην πέσεις στο χαμό
Καλυτερα
Στεγνό και ζωντανό
Jiagogina
Οι χρονολογίες στην αρχή έχουν γενέθλια, αρκουδάκια και τραγούδια
Μετά λίγο καιρό μεταμορφώνονται σε τοπόσημα.
Καρφίτσωμενες μνήμες σ’ ένα google map του google universe
Παραδείγματος χάριν ανεξίτηλες σκουριές από μελάνι μέδουσας που καμιά σβηστηρα δεν τις ξεστοιχειωνει
Έπειτα πάλι, από νοημοσύνη και τέχνη ορμώμενες κυρίως κι όχι από τη σφαγή των πόνων, γίνονται κηδειοσημα αιωρούμενα από κολώνα σε κολώνα. Πέθανα, πέθανες, πεθαίνει, θα πεθάνει. Με κόκαλα η κρουστή συνομιλία.
Κι ο κόσμος κλίνει ανεκλάλητα σε λίκνο ενεστώτα.
Jiagogina
ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΛΥΠΗ
Ξαποσταίνει μιια λύπη μέσα μου
Σαν κοτοπουλάκι κάτω από τα πούπουλα της κλωσσας
Και δε μεγαλώνει δε φεύγει δε γίνεται κόκορας να τον σφάξω
Το αίμα του να ραντίσω
Στα θεμέλια της αυριανής μέρας
Να χτίσω ένα σπιτι να ζω χωρίς λύπη
Με πολλά παιδιά κι έναν έρωτα αγρό
Πολύχρωμα παιδια μεγαλα μικρά και μεσαία
Να παίζουν κρυφτό να κυλιούνται στο χώμα
Να φιλιώνουν μετά από τον καυγά σαν τις γάτες
Και να πλένουν το κορμί τους με το ανθόνερα του ποταμιού
Να θάβουν τα νεκρά ζώα με σέβας
Να προσεύχονται από μικρά στο διπλανό τους
Και να μεγαλωνουν να φεύγουν να αφήνουν πίσω τους μπιζέλια τα χνάρια
Να φυτρώνουν κήποι στο διάβα τους και μια τριανταφυλλιά
Μόνο μία
Με βαθυκόκκινο αίμα καρπό
Και πέταλα εκατό
Για να σε φιλω με γλυκό τριαντάφυλλο στη γλώσσα
Να μην τολμάει κανείς να σε ματώσει ξανά
Γιατί θα εχεις μεστώσει ματωμένο φως
Να συγκολλας το τσακισμένο σου σώμα
ΓΔ
(σήμερα, μια μέρα λυπημένη )
ΑΓΑΥΗ ΙΙ
«Τα μαλλιά του πένθους
Τα βάφω θάλασσα
Να ξεμακραίνουν βαριά κι ανάλαφρα
στις δύσκολες περιοχές των ναυαγίων
Άλφα να ανάβουν
Άνωση
Κι ας θρηνούν στο σώμα παφλασμοί
Νερό στο νερό το δάκρυ να γίνεται Ιερό
Αλατισμένο
Φως
Έλα εσύ λύπη τώρα
Κατάκλυσέ με ως το μεδούλι»
Jiagogina
Ας ονειρευτούμε....
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ: ΤΡΙΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
| - «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;». -«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω: Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα. Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε». Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο. Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει». Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της. Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ᾿ ὄνειρό της. Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή». Καὶ μία δεύτερη εἶπε: Ἐγώ ῾δα δάφνες. - Κι ἐγὼ φῶς .............................. - Κι ἐγὼ σ᾿ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π᾿ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της. Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της πού ῾χε ξεψυχήσει. Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά· αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπὸ μᾶς· δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα. Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῷ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος· Νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ τὄχω ῾γὼ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη. Ἐχαμογέλασε πικρά, κι᾿ ὁλούθενε κοιτάζει· ...----... ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να είναι οι τελευταίοι οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος Γένηκαν άγριοι ποταμοί που τρέχουνε στη θάλασσα Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι ........................................................... ...Κοινός τόπος και στα δύο ποιήματα το όραμα των μικρών ποταμών που καταλήγουν στη θάλασσα κι εκεί συγχωνεύονται... |
Ευγνώμων προς όλους τους ανθρώπους που ήρθαν για λίγο ή πολύ στη ζωή μου, περαστικοί όλοι, άλλοι χωρίς βαλίτσες, άλλοι γυμνοί, και με όλα τους τα πάθη, τα λάθη, την καλοσύνη και την κακία, μου προσέφεραν ένα «κάτι», που ύπουλα εισχώρησε στη ζωή μου κι έμεινε.
Ενα, ή μάλλον δύο, πουλόβερ της Ντιας πλεγμένα από τα χέρια της με νοιαξιμο και φροντίδα. Τη βλέπω αυτή τη φροντίδα 35 χρόνια μετά καθώς τα φορώ. Την εκπνέουν.
Τα έπλεκε σκυμμένη με προσήλωση,μέτραγε τους ποντους πάνω μου, τα διόρθωνε, τα κόνταινε τα μάκραινε αδιαμαρτύρητα ανεχόταν τις παραξενιές μου και μετά αναστέναζε μοναξιά δίπλα στο φευγάτο βλέμμα της μάνας μου.
Δεν την έκλαψα. Δεν πρόλαβα μέσα στα τόσα δάκρυα να την τιμήσω. Αλλά τα πουλόβερ της τα φύλαξα με ιερότητα, ένα ένδυμα δυσεύρετο.
Ευγνώμων Ντία.
Ευγνώμων σε εκείνον τον χοντρό ξανθό άντρα που έριχνε για μια δεκαετία βάναυσα πάνω μου τον δηλητηριώδη του ίσκιο. Όχι τον ίσκιο της συκιάς, (δεν είναι στο βοτανικό μου γλωσσάρι δηλητηριώδες δέντρο ή συκιά κι ας την έχουν κατακρίνει τόσο που τη διάλεξε ο Ιουδας), ούτε ο πεύκος που τίποτε δεν ευδοκιμεί κάτω από τον ίσκιο του, (ούτε καν το σκληροτράχηλο λιγούστρα). Και μην ακούσω κάτι κακό για τη βρωμοκαρυδια, που τόσο κι αυτή έχει λοιδορηθεί. Οι ίσκιος της είναι μαγικός, σε ταξιδεύει ανάμεσα σε πράσινους διαδρόμους φωτός. Το εννόησε η Βασίλισσα Αμαλία που την έφερε να σκιάσει τον κήπο της. Για τα άλλα ας λύσουν τα προβλήματα οι κηπουροί κι οι γεωπόνοι. Ο αήλανθος δεν είναι τοξικός.
Ενα άλλο δέντρο φέρνω στο νου μου. Αυτός ο άντρας, ίδιος με το «δέντρο του θανάτου», το Manchineel, που σου καίει το δέρμα κι αν φας ανήξερος τον καρπό του σε σκοτώνει. Σε αυτόν τον άνθρωπο ευγνώμων. Τόσο βαθιά κι επαναλαμβανόμενα με επανατραυματιζε για δέκα χρόνια που κατέληξα επιτέλους να βρεθώ ασώματη πληγή μέσα στο βαθύ ρίζωμα μου, στο ριζικό σύστημα του ginkgo biloba. Κι ήμουν νεκρή και φύτρωσα αρχαία ζωή παρθένα. Έγινα σπόρος μνήμης. Ευγνώμων και σε αυτόν.
Ευγνώμων στη μάνα μου που μου άφησε στη χούφτα τόσα δάκρυα να ποτίζομαι και εκείνο τον θάνατο της τον ατόφιο που τον φυτεύω διαρκώς στην καθημερινή μου βιοπάλη. Δοσμένη η μάνα μου στα φαντάσματα , μου τα άφησε προικιό, χωρίς να μπορεί να συλλάβει τι θα έκανα με αυτά. Φοβόταν και λυσσομανούσε. Θα τα πούλαγα φτηνά στις αγορές των λιμανιών, θα τα άφηνα όλα στους άστεγους, θα τα έκανα προσάναμμα, όταν θα έκαιγα τα σπίτια μου;
Ευγνώμων σε Εκείνον Που Με Αγάπησε και κάθισε δίπλα μου ώρες πολλές διαβάζοντας τη βίβλο του, που τόσο με φίλησε, όσο κανείς, από τα νυχοποδαρα μέχρι την κεφαλή, και που μου άφησε με τις σιωπές του χώρο για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω από τους πονους και να τους υπομένω, που μου έπιασε το χέρι και με περπάτησε κι ας μου έσφιξε τα δάχτυλα και ας τα πόνεσε.
Κυρίως, όμως, μαζί του έκανα ένα ωραίο παιδί.
Ευγνώμων στα δάκρυα. Αυτά που έχυσα κι αυτά που θα χύσω μέχρι να πεθάνω. Ας μη φοβάμαι, θα τα λέω ΔΑΚΡΥΑ. Τα ομολογώ. Είμαι παιδί των δακρύων, πάντα ήμουν, από γεννησιμιού μου. Ε, ναι. Μελοδραματισμός, αλλά τι να κάνω. Τον σκαλίζω κι αυτόν μέσα μου μαζί με την μακαριότητα της ζωής και τις θεσπέσιες γεύσεις του έρωτα. Μαζί μου και τα δάκρυα. Ευγνώμων.
Πολλές μικρές ψηφίδες της ευγνωμοσύνης μπορώ να ανασύρω, αλλά δε θα το κάνω. Ηθελα απόψε μόνο να καθρεφτίσω ένα «ευ» στα τρεχούμενα νερά του μικρού μου παρελθόντος και να τα πάρει όλα το ποταμάκι μετά κι ας μείνω με την υγρασία των δακρύων.
Jiagogina
| Μαρκ Σαγκάλ Εγώ και το χωριό |
ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Δεν είναι παρά μια μικρή εγγονή
και απεργάζεται την τέχνη του θανάτου
Θαυμάζει τα λουλούδια να μαραίνονται
Θάβει τα νεκρά ζώα
Κλαίει πάνω από τα ξεθεμελιωμένα σπίτια
Γόους στο πένθος περιπλέκει μαζί με φυλλαράκια δυόσμου στη γωνία του χωματόδρομου
Είναι μικρή και συνεχώς αναχωρεί
Δεν το ξέρει
Της λένε ότι εκδράμει και το πιστεύει αλλά κατά βάθος ξέρει
Πως συνεχώς αναχωρεί
Υπηρετεί την αναχώρηση σαν κλέφτης
Και μεγαλώνοντας
Φυσάει τον κλέφτη σε ατμόσφαιρες φωτογενούς αβρότητας
Κάνει έρωτα σαν πουλί στον ουρανό
Σπουδάζει το φευγιό
Με τα κλοπιμαία στο δισάκι
Κι όταν βαραίνει το δισάκι ξέρει ότι μεγάλωσε αρκετά
Κι αρχίζει και το αδειάζει
Φασούλι το φασούλι μες στο δάσος
Για να ξαναβρεί το δρόμο αν γεννηθεί ποτέ κοτσύφι
Είναι μικρή και γέλασε
Είναι μικρή και γέρασε
Γιαγιά σκαρώνει παραμύθια
Στο αυτί τα ψιθυρίζει της Ανθούλας που λαγοκοιμάται
Τα ψυχοσάββατα μιλάει στις αράχνες στο παντζούρι
Τα Χριστούγεννα πάντα γίνεται βόδι στο παχνί
Καταμεσήμερο του Αυγούστου κουρνιάζει στις αιμασιές της Βουρκωτής
«Τελέψαμε;», ρωτάει εντέλει η Μίσσες Έμιλυ «ώρα για ύπνο!»
«Όχι ακόμα, γιαγιά, έχω δουλειά. Πού ‘ναι το βελονάκι σου να μπελονιάσω τα ματοτσίνορα του χάρου;»
Jiagogina
ΠΕΙΝΑΩ
...πεινάω.
πεινάω πολύ.
έχω να τραφώ χρόνια..
...χρόνια...
Σ' αυτό το παγωμένο κενό, δε νυπάρχει τίποτα.
Η πείνα μου καίει τα σωθικά.
Με διαλύει.
Βήμα το βήμα πάνω στους ολισθηρούς καιρούς,
προσπαθώ να μη γλυστρήσω.
Κοίτα...
Τα χέρια μου!
Μα, ναι....
Τα χέρια μου!
Δεν υπάρχει τίποτα να αγκαλιάσω
Δεν τπάρχει τίποτα να κρατηθώ...
Δεν τα χρειάζομαι.
Μα, ναι...
θα φάω τα χέρια μου.
______
ΚΑΘΩΣ ΑΝΘΙΖΕ ΤΟ ΒΡΑΔΥ
καθώς άνθιζε το βράδυ
γέμισε το μπαλκόνι μου μυρωδιές...
βανίλια
πασχαλιά
λεμόνι
τότε έπαψες να μου λείπεις
ήταν όμορφα για μια στιγμή
μια στιγμή τόση δα,
που μεγάλωνε
όπως μεγάλωναν τα χέρια σου
καθώς τα έσφιγγες στο λαιμό μου.
______
Η σκιά.
Μια σκιά ακίνητη.
Στον απέναντι τοίχο που με τα χρόνια,
τον μαύριζε η μουτζούρα, τον πρασίνιζε η βροχή.
Ένας τοίχος ψηλός, απροσπέλαστος.
Η σκιά πάντα εκεί.
Μέρα, νύχτα.
Με φως ή χωρίς.
Έρχονταν ώρες, που άκουγα να βαριανασαίνει.
Άλλοτε πάλι να βγάζει ήχους σαν λυγμούς.
Κάποτε κάποτε σαν να προσπαθούσε να αρθρώσει λόγο.
Μα μια σκιά τι άλλο μπορεί να εκφέρει,
πέρα από άναρθρες κραυγές;
Απέναντί μου.
Πάντα.
Στον τοίχο.
Μια στιγμή άκουσα φωνή!
Καθαρή! Λαγαρή!
Ναι, η σκιά ήταν.
Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;
-Αποκαλύψου, φώναξε.
Αποκαλύψου.
Πέταξε ό,τι σε καλύπτει.
Μείνε γυμνή,
Σαν θα σε δουν, άλλοι θα φοβηθούν, άλλοι θα γελάσουν, άλλοι θα μείνουν σκυθρωποί, άλλοι θα σε ερωτευτούν.
Έτσι κι έγινε.
Και τώρα είμαι εδώ.
Ελεύθερη.
Στην μέση
του Πουθενά
και
του Τίποτα.
_____
Ένοχο
Σ' αυτές τις υγρές πολυκατοικίες με τις βρώμικες
εισόδους και τα χαλασμένα κουδούνια, ζουν και
εργάζονται πυρετωδώς κάτι ελεεινά καθίκια,
ρουφιανεύοντας ο ένας τον άλλον και κυρίως
αποζητώντας ευκαιρίες να ξεπαστρέψουν ό,τι
τρυφερό ανασύρεται στον όροφό τους.
Ο εκκωφαντικός θόρυβος που διασπείρεται στο
περιβάλλον, ενώ συντάσσουν τα βρωμερά
συναισθήματά τους, μας προειδοποιεί, ευτυχώς,
να ετοιμαστούμε κάθε φορά για να τους
αποδεχτούμε αναλόγως.
Το δυσκολότερο, στην εξέλιξη αυτής της
κατάστασης, είναι να αντιμετωπίσουμε την
ανικανότητά μας στο ν' αντισταθούμε στις
λάγνες γεύσεις της ασυνειδησίας τους.
_____
Ανθισμένα δέντρα
Τα ανθισμένα δέντρα με γεμίζουν ενθουσιασμό.
Έναν ανελέητο ενθουσιασμό, χωρίς βάση.
Τα ανθισμένα δέντρα είναι η ύστατη ελπίδα
αυτού του κόσμου στην ομορφιά,
μια αθώα ομορφιά, ανεπιτήδευτη,
έτσι νομίζουμε.
Τα ανθισμένα δέντρα αντιδρούν στις
καταθλιπτικές εκλάμψεις της καθημερινότητας.
Τα ανθισμένα δέντρα κυοφορούν αναμνήσεις,
επιθυμίες, ποθητές ανάσες.
Τα ανθισμένα δέντρα γεμίζουν το χαώδες κενό
αυτού του σύμπαντος που θεωρητικά ήρθαμε να
κατακτήσουμε.
Ανθισμένα δέντρα είναι η κόρη μου.
Η ποιητική συλλογή της Ευγενίας Ρουμπέση "ΚΑΤΙ." παρουσιάστηκε την Κυριακή 28/9/25 στον Χώρο Τέχνης Ιδιόμελο.
Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
_____
Άπληστα στο σώμα που αγάπησες
Αδιαπραγμάτευτα
Να πλέκεσαι
Φίδι να τυλίγεσαι σε φίδι
Κι ας μην υπάρχει επαύριο
Ο κάματος της διπλαδένιας αγάλλεται
Ανθοφορεί κι αυτός
Jiagogina
Από το περιοδικό Νέο Πλανόδιον το δάνειο με τις ευχαριστίες του βλογ
Μακρύ ποίημα, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και γραμμένο λίγα μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του, το «A mis soledades voy» του Λόπε (1632) θεωρείται από αρκετούς το καλύτερο λυρικό έργο του. Πάντως είναι σήμερα το δημοφιλέστερό του. Σ’ αυτό ο βαθύλαλος προσωπικός τόνος εναλλάσσεται με τον τόνο της διδαχής, και το αίσθημα της μόνωσης μετατρέπεται σε αυτοέλεγχο σωκρατικής και χριστιανικής έμπνευσης αλλά και σε κριτική των κοινωνικών ηθών, ιδίως του πλούτου και της υποκρισίας των ισχυρών.
Κ. Κ.
Lope de Vega, Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω
Από το νέο Πλανόδιον το δάνειο
Karel Matěj Čapek-Chod, Ἡ Προσευχή τοῦ Κηπουροῦ
Ὤ Κύριε, εὐδόκησε ὥστε κάπως
νά γινόταν νά βρέχει κάθε μέρα,
γιά παράδειγμα ἀπό τά μεσάνυχτα περίπου
ὥς τίς τρεῖς τό ξημέρωμα.
Η συνέχεια Εδώ
Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης
Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης
Είναι φως σε λεπτή χαραμάδα
Ίσα για να μπορείς να διακρίνεις
Τις πληγές στου καιρού τη στοιβάδα
Ξετυλίγει η Ειρηνη ένα τούλι
Πλουτισμένο με πάχνη αρωμάτων
Κι αγκαλιάζει το στεγνό μεδούλι
Όλων των πονεμένων σωμάτων
Η Ειρήνη με τ’ άλλα κορίτσια
Περπατάει στους λεκέδες της βίας
Αλλά δίπλα της φυτρώνουν ίτσια
Και τα κρινάκια της Παναγίας
Κι όταν ρίχνει το βλέμμα της κάπου
Φερ’ ειπειν σ’ ένα σπίτι με πιάνο
Σαν να νεύουν τα ρείθρα του κάμπου
Κι η ιλύς στον οριζώνα πάνω
Η κρυμμένη ματιά της Ειρήνης
Στις σχισμές του φωτός ανασαίνει
Μ’ αν δε δύνατσαι να τη διακρίνεις
Θα ‘ναι μόνο Ξωθια ξεχασμένη
Jiagogina