Στην άγνωστη χώρα των γηρατειών
την παρεξηγημένα άγονη χώρα
με βακτήρια το αψύ απόσταγμα
των εμπειριών·
κι όμως ακονταφτω.
Γρίφοι γηρατειών α’
Εκδόσεις Κουκκίδα
Στην άγνωστη χώρα των γηρατειών
την παρεξηγημένα άγονη χώρα
με βακτήρια το αψύ απόσταγμα
των εμπειριών·
κι όμως ακονταφτω.
Γρίφοι γηρατειών α’
Εκδόσεις Κουκκίδα
Άνοιξη
Και ξαφνικά άρχισαν να προβάλουν
τα γηρατειά
με τα λευκά μαλλιά τους
τα μοβ λουλουδάκια
της μελαγχολίας τους
τη δικιά τους μυρωδιά.
Τι όμορφα, τι όμορφα
κι ας πρόκειται
να πεθάνουν σύντομα
Γρίφοι γηρατειών α’
Εκδόσεις Κουκίδα
ΙΓ΄
Στον Δημήτρη Χαρίτο
Ποιήματα γραμμένα μές στά περιθώρια
Ἑνός χαρτιοῦ
Μέσα στά ὅρια
Τῶν στίχων
Μέ συγκρατημένο βηματισμό
Ελεγχόμενη ἀνάσα
Μικρά κελιά τῆς ψυχῆς μου
Μικρά ἀνήλιαγα κελιά
Πού τὰ ἐπιθεωρεῖ ἕνας δεσμοφύλακας
Θεός ἀριά καί ποῦ
᾿Αριά καί ποῦ περνάει
Καί κοιτάει ἀπ᾿ τὸν ἐλάχιστο φεγγίτη τους
Κι εἶναι αὐτό τό σπάνιο βλέμμα του
Τό μόνο φῶς πού τά φωτίζει
Από τη συλλογή ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1986
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (1966-2000)
Εκδόσεις Νεφέλη
Θ'
Δὲν ἔχουμε ἄλλη χώρα ἔξω ἀπ᾿ τὴν ἐνδοχώρα πατρίδα ἄλλη δὲν ἔχουμε. Ὁπουδήποτ᾽ ἀλλοῦ, μέτοικοι, ξένοι, ἀντίγραφα ἑνός διαβατηρίου, μιᾶς ταυτότητας. Μόνον ἐντός μας ἑαυτοί. Μόνον ἐντός μας ὁ ἀκέραιος λόγος, ἡ καίρια πράξη. Ἐκτός μας, ἀδέξιο τραύλισμα τῆς ψυχῆς, ἄκαιρες, ἀκρωτηριασμένες χειρονομίες.
Κι ἄν εἶναι ὑψηλά καί περήφανα τά μέτωπά μας, εἶν᾿ ἐπειδή νικηφόρα ὑπερασπίσαμε τά ἐνδότερα ἐδάφη. Κι ἄν εἶναι βαθιά χαραγμένα τά πρόσωπά μας, εἶναι γιατί ποτέ δέν στρέψαμε τή ράχη στίς μέσα μας θύελλες. Κι ἂν εἴμαστε ἀπόκρημνοι κι ἀπλησίαστοι, εἶν᾿ ἐπειδή συχνά ἀκροβατήσαμε στό χεῖλος τοῦ μέσα μας γκρεμοῦ.
Κι ἄς ἔρθουν τώρα νά μᾶς κρίνουν οἱ κάτοικοι ὁδῶν, συνοικιῶν καί πόλεων. ῎Ας ἔρθουν τώρα νά μᾶς κρίνουν οἱ νομοταγεῖς πολίτες τῆς ἀνυπαρξίας. Ας ἔρθουν οἱ ἀκατοίκητοι ἄνθρωποι.
Από τη συλλογή ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1986
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (1966-2000)
Εκδόσεις Νεφέλη
Η ΠΟΙΗΣΗ
J'ai pétri de la boue et j'en ai fait de l'or. Charles Baudelaire, «Bribes)
Η ποίηση εἶναι ἕνα ποτήρι ἀδειανό
που το γεμίζουμε μὲ τὸ αἷμα μας.
Ύστερα το προσφέρουμε στούς ἄλλους
ἤ δὲν τὸ προσφέρουμε ἀλλά μᾶς τὸ παίρνουν
καί τό μυρίζουν καὶ τὸ δοκιμάζουν
καί μιλοῦνε γιά τό χρῶμα του
καί ἀναλύουνε στο μικροσκόπιο τή σύνθεσή του
καί το ταξινομοῦνε σε ὁμάδες
καί βρίσκουνε συχνά μικρόβια καί μᾶς καταδικάζουν.
Ἡ σημασία βέβαια εἶν᾿ ἀλλοῦ·
ἡ αἱμορραγία νὰ συντελεῖται
κι ὅ,τι θέλει ἄς λέει ἡ ἐπιστήμη τους.
Ὁ ποιητής δὲν εἶναι ἀστρονόμος
μά ἀστρολόγος·
τ' ἄστρα τὸν ἐνδιαφέρουν μόνο
γιά τή δύναμή τους πάνω στη ζωή
τὸν ἔρωτα ἤ το θάνατο·
κινεῖται μές στή μαγγανία
κι ἀναμειγνύοντας βοτάνια μαγικά,
εὐχές, ξόρκια καί δηλητήρια
φτιάχνει τό ἀτίμητο χρυσάφι
πού εἶναι ἀδύνατο οἱ ἄλλοι
να το κάνουνε νομίσματα
Από τη συλλογή ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ , 1973
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ
ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ καί πόσο ἐγγύς στὸ ἀρχαῖο πνεῦμα (πού μᾶλλον τὴν προσπάθεια ἐνεθάρρυνε παρά τὸ ἀποτέλεσμα) ὁ φυτευτής κυπαρισσιῶν! Φυτεύει σήμερα δενδρύλλια, ξέροντας πώς ποτέ του δὲν θὰ δεῖ τὸ πλῆρες τῆς προσπάθειάς του ἀποτέλεσμα, καθότι, ὡς γνωστόν, ἡ μεσογειακή κυπάρισσος ζεῖ ἀπό πεντακόσια ὡς ἑπτακόσια χρόνια. Φυτεύει, άπλῶς, δίχως νὰ ἐπιδιώκει ἐπιδόσεις ἐξαιρετικές, ρεκόρ και ἄλλα τέτοια καί κάνει, ἔτσι, ἕνα ἄλμα ὑπέροχο, ἄν καί μάταιο, μέσα στο χρόνο, σαν να 'ταν ἅλτης πού, ἐνῶ βρίσκεται κατά πολύ πάνω ἀπ᾿ τὸν πῆχυ, ἐδῶθε κι ὄχι ἐκεῖθε προσγειώνεται.
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ποιήματα 1966-2000
Από τη συλλογή Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ , 1996
, εκδόσεις Νεφέλη
ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καί θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν.
Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στή γῆ ἐκεῖ ποὺ ἦταν πρίν τὰ δέντρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι καταλάβουνε τί έχασαν, θὰ πᾶνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω ἀπ' αὐτές τις τρύπες. Πολλοί θά πέσουνε μέσα. Τα χώματα θά τούς σκεπάσουν. Κανείς δέν θά φυτρώσει.
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (ποιήματα 1866-2000)
Από τη συλλογή «Λεκτικά Τοπία» 1983
(ενότητα Προφητείες)
εκδόσεις Νεφέλη
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ
Ο θάνατος χορεύει στην πατρίδα μου
κοιτάζει το φινάλε της στα μάτια
με δόσεις ξεπουλάει την ελπίδα μου
την ένεση χτυπά στα σκαλοπάτια.
Ο θάνατος χορεύει στην Ομόνοια
ζεϊμπέκικο σε πέτσικο σανίδι
σκυφτή η μοναξιά τον ερωτεύεται
ανάβει το τσιγάρο και τον γεύεται
γυμνή στην αγκαλιά του Καζαντζίδη.
Ο θάνατος χορεύει στο βαγόνι μου
αρώματα και χρώματα κληρώνει
αλλάζει προσωπεία στην οθόνη μου
αγάλματα κι αγάπες μαχαιρώνει.
Ο θάνατος ορμάει καταπάνου μου
με φτάνει στην πλατεία Αριστοτέλους
ανάβουμε τα φώτα στα Λαδάδικα
τα πίνουμε παρέα στα ουζάδικα
μεθάμε τον καημό του Μητροπάνου.
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Ο ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την
απέραντη θάλασσα
Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα
βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται
Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή
Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα
Κόπωση θέας και γλαρώνει
Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ’ ένα
μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα
Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί
Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή
φράζει το βλέμμα
Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει
λιώμα
(Έκδ. Μελάνι, 2010, 2016)
ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ι
Για του σώματος τα πλήκτρα έχω να πω ότι όντως ηχούν και παίζουν μουσική
ανάλογα με το πού και πώς θα τα πατήσεις
στο χάδι το θυμό τον πόθο.
Κι η φύση του έρωτα κατακλυσμός και πάλι άμπωτη μετά
μιας ευτυχίας μοναχικής
Είτε γαμήσι είτε φως μού είναι το ίδιο.
Ας μείνω εταίρα.
Το νόμισμά μου πέφτει στο βυθό και σώζεται.
Καθώς σε βλέπω να ραβδίζεις συγχορδίες
με την κιθάρα του κορμιού μου σε ανάβαση.
28/7/97
Στο πλοίο προς Πειραιά
ΙΙ
Χαϊδεύει σώμα σαν άνεμος ήμερη θάλασσα.
Και μετά μένουν τα σύμβολα στη μνήμη:
ένα παρόν στητό αυτεξούσιο που χύνει φλέβες των αλιγών
και μια ροπή προς το Αγαθό που περιπαίζει το ανίερο.
Αυτό με καίει περισσότερο.
Πιο πολύ απ’ τις θερμές πηγές του κόλπου μου όπως σου δόθηκε.
28/7/97
Στο πλοίο προς Πειραιά
ΙΙΙ
ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΕΣΥ
Ο έρωτας δεν μου είναι κάτι απλό.
Στρώμα από εκατονταπέταλα τριαντάφυλλα
ας πούμε η πάχνη του αλόγου και το χνώτο του
κι η αντηλιά του πόθου
γυμνή κάτω από μια κληματαριά στην Αίγινα.
Αχ, ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό.
Θάλασσα κάτω απ’ τις ανατριχίλες του κορμιού
με ναυαγούς Νηρηίδες
απ’ τους λυγμούς τους τρέφονται τα όστρακα
ποτέ καμιά γυναίκα δεν θα φορέσει τα μαργαριτάρια τους
υπάρχουν όπως το πολύτιμο εσύ
το πρόσωπο που αγάπησα
πίσω απ’ τον ίσκιο
μες το βυθό των σπλάχνων των αντίπερα.
Ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό
όσο κι αν σε χωρέσω μια επίγεια λύπη
είχε γεννήσει κάποτε το διάστημα του χωρισμού
και τώρα πάει τέλειωσε
φιλιούνται τα κορμιά μας και χορεύουνε
κι αυτό ήταν όλο
πριν από σένα κι από μένα ξέρουν
σύνδεσμο ισόβιο τ΄ άστρα...
Το παραπάνω του έρωτα
είν΄ το σώμα που κατέχεται και δεν το αντέχει
το παρακάτω του έρωτα
είν΄ το σώμα που νομίζει ότι αντέχει να κατέχει
κι ο έρωτας μου
κισσός μες στην καρδιά
σφίγγει και γνέθει τα νοήματα που σφάλλουν.
Ξεκουράσου τώρα ήλιε μου φιλημένε.
Σε λίγο ξημερώνει.
Φάνηκε ήδη το αύριο το πρωινό καράβι...
Προαναγγέλλει μια φυγή και την επιστροφή...
ΙV
ΟΠΩΣ ΠΛΟΙΟ ΤΟ ΜΩΛΟ
Γέμιζε πάλι το φεγγάρι
κι ακόμα η νύχτα νέα
λίγο το ντράπηκε και ντύθηκε στα μωβ
πίσω από κάτι σύννεφα περαστικά χαμόγελα
Μετά άνεμος κανείς
Κι η θάλασσα ξεδίπλωσε το σώμα της
για να ριγήσει η σελήνη
χρυσόχαλκη στο κυανό
κι όπως πάντα ενάρετη
Βάθαινε η νύχτα
πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα
αντίτιμο μιας δόξας θάρρος
αυτού που πένθησε στα χείλια μου για λίγο πριν σε φιλήσω
την ώρα που ολόσωμο πια το φεγγάρι πανσέληνος φεγγοβολούσε
κι εμείς στον αιγιαλό κάναμε τέμενος
Πριν σε φιλήσω
Μ΄ ακόμα η νύχτα νέα
Γυμνά από τα συν του κόσμου
φιλιά κεριά αναμμένα
πεσμένα τα σεντόνια
στο πάτωμα τα μαξιλάρια
ορθάνοιχτα παράθυρα οι άχνες
κι οι λεμονιές έξω στη ζέστη φωτερές
Σώμα σε σώμα λεμονιάς
ταξίδεψα απ’ τ΄ ακροδάχτυλα ως το χνούδι του λαιμού
κι όπως πλοίο το μώλο προσεκτικά ορμίζοντας στολισμένο με λαμπιόνια πολύχρωμα
κι οι επιβάτες με έξαψη κάτω ν΄ αδημονούν
μέχρι να φύγει πάλι για κοινών τόπων ταξίδι
έτσι κι εγώ προσέγγισα τα χείλια σου
να πάρω τη γεύση σου
μια νύχτα Πανσελήνου
που ο χρόνος αποστάθηκε
και βάθυνε ο Αύγουστος
Σε φίλησα επί τέλους
με το δικό μου τρόπο του χαμού
που αφήνει πάντα την προσδοκία να ξεφεύγει
ευρύνοντας τις στιγμές σε μία
μη λογαριάζοντας τα αντίτιμα
μόνο τα δώρα
χωρίς να μένω χωρίς να προδίδω
πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα
συντεθλιμμένη στους οργασμούς
Σε φίλησα
Κι αυτό ήταν όλο
Μετά σε πήγα σπίτι
Ήταν ωραία ακόμα η νύχτα
κι άρχιζε σιγά-σιγά να ξημερώνει
25/9/97
V
«Άκτιστο σώμα ο έρωτας
Κι εσύ το φως μου
Στάσου σιμά.
Ζητώ πολλά;
Τυφλά να σε βρίσκω
Ποτέ να μην σε έχω
Σκλάβος του πόθου ναι
Μα σαν ελεύθερος τα πλούτη σου να ζω
Όπως τη συντριβή μπορούσες κάποτε κι εσύ
Ζητιάνα στο μίσχο του απήγανου
΄Η πέφτοντας στον μαύρο θέρος μέσα
Για να χαθείς από κάθε εγκατάλειψη»
«Ζητάς πολλά.
Προδότες, το ξέρεις, δεν υπάρχουν».
Είπε
Και στης ρολογιάς το στριφογύρισμα
τυλίχτηκε να ξεγελάσει το κυνηγητό
Κτίσμα ποτέ δεν ήταν
Κάμπια γεννήθηκε
Πέθανε πεταλούδα
8/7/98
Αίγινα
VI
Σιγά
Μην ξεστρατίσει κάποιο χάδι παραπέρα
Και σπάσει ο κόσμος κομματάκια
Μην σε κοιτάξω λίγο παραμέσα
και διαφύγει μες στις φιστικιές
η ένωσή μας ανεπιστρεπτί
Σιγά
Μην αναπνεύσω λίγο παραπάνω
Και γίνει θρύψαλα αυτή η στιγμή
VII
Μάχης λάφυρα σωσμένα
Αναπνοές φωνές από ατλάζι
Μια κοσμηματοθήκη από χάδια
Δυο σώματα στο ημίφως
Αέρηδες σε φύλλα λεμονιάς
Και ο Ιαπετός στην άγρια θάλασσα
πεσμένος ν’ ανασταίνεται
Αίγινα 14/8/98
VIII
Στο δρόμο τον αυτό που πήρα πίσω πάλι
βρήκα εικόνες αναπάντεχες κι όμως οικείες
μια γεύση του αγνώστου όσο τρύγησα στην άνοδο
κι αντί για πλούτη
πρόσφορα δάκρυα
λαμποκοπούν στα σταυροδρόμια ακόμα
χνάρια αφημένα για άλλους
Έχω δύο φορές και δύο ρεύματα
που φτιάχνουν μιαν οδό
ξανοίγεται και πάει
Μένει τετράπειρη να γίνει η νόησή μου και ν΄ αντέχω
να σ΄ αγαπώ χωρίς επαύριο
σπίτι του γυρισμού μου στα λαγκάδια.
Αίγινα 14/8/98
IΧ
Εκείνες τις στιγμές
Πέφτει γύρω μας ένα σκοτάδι
Και το σκοτάδι
Θηλυκώνει μ΄ ένα φως από βαθιά
Κι εκεί
Στην κόψη
Εμείς οι δυο
Ένα δέντρο
Απομυζούμε έρωτα
Αβάσταχτα κι αργά
Αύγουστος 98
X
...με μια ανεμελιά που τη σκιάζει μόνο η πραγματικότητα
ανοίγω την πόρτα με τη σίτα και σε φωνάζω
με ένα όνομα που δεν είναι δικό σου και συ κάνεις πως το ακούς
μετά σου φτιάχνω καφέ σου προσφέρω φιλιά
και το ιερό μου
ζευγαρώνεις μ΄ ένα σώμα που δεν είναι δικό μου
μα κάνω ό,τι μπορώ προσώρας
για να σε κρατήσω αθάνατο έτσι που σ΄ έπλασα
άνεμο να κυριεύει τα χωράφια μου
ήρωα χωρίς λόγο
Με μιαν ανεμελιά που αψηφά την πραγματικότητα
ζω θανάτους στην αγκαλιά σου
και μετά κάθομαι έξω στην καρέκλα και ρίχνω το κεφάλι πίσω
να βεβαιωθώ ότι ακόμα δε νύχτωσε
Ναι, στο σύθαμπο δε ράγισε ακόμα ο ουράνιος θόλος
ύστερα χαμογελάμε και λέμε κάτι εκεί για τον καιρό
Έχεις το προνόμιο να μου αφανίζεις τα άστρα
αρχαίε μου εραστή
μα δε με νοιάζει
δραπέτης απ’ το χρόνο είμαι
και στο φινάλε
τι έχω άλλο να κάνω παρά μόνο έρωτα;
30 Αυγούστου ΄98