5.8.26

Θανάσης Μαρκόπουλος, Γυναίκα μόνη μπροστά στη θάλασσα

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ο ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την

απέραντη θάλασσα


Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα 

βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται 

Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή

Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα


Κόπωση θέας και γλαρώνει 

Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ’ ένα 

μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα


Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί 


Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή 

φράζει το βλέμμα

Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει 

λιώμα 

 

(Έκδ. Μελάνι, 2010, 2016)

ΕΡΩΤΙΚΑ

 

ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Ι

 

Για του σώματος τα πλήκτρα έχω να πω ότι όντως ηχούν και παίζουν μουσική

ανάλογα με το πού και πώς θα τα πατήσεις

στο χάδι το θυμό τον πόθο.

Κι η φύση του έρωτα κατακλυσμός και πάλι άμπωτη μετά 

 μιας ευτυχίας μοναχικής

Είτε γαμήσι είτε φως μού είναι το ίδιο.

Ας μείνω εταίρα.

Το νόμισμά μου  πέφτει στο βυθό και σώζεται.

 

Καθώς σε βλέπω να ραβδίζεις  συγχορδίες 

με την κιθάρα του κορμιού μου σε ανάβαση.

 

28/7/97

Στο πλοίο προς Πειραιά

 

 

 ΙΙ

 

Χαϊδεύει σώμα σαν άνεμος ήμερη θάλασσα.

 Και μετά μένουν τα σύμβολα  στη μνήμη:

ένα παρόν στητό αυτεξούσιο που χύνει  φλέβες των αλιγών

και μια ροπή  προς το Αγαθό που περιπαίζει το ανίερο.

Αυτό με καίει περισσότερο.

Πιο πολύ απ’ τις θερμές πηγές του κόλπου μου όπως σου δόθηκε.

 

28/7/97

Στο πλοίο προς Πειραιά

 

 

 

 

ΙΙΙ

 

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΕΣΥ

 

Ο έρωτας δεν μου είναι κάτι απλό.

 

Στρώμα από εκατονταπέταλα τριαντάφυλλα

 ας πούμε η πάχνη του αλόγου και το χνώτο του

κι η αντηλιά του πόθου

γυμνή κάτω από μια κληματαριά στην Αίγινα.

 

Αχ, ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό.

 

Θάλασσα κάτω απ’ τις ανατριχίλες του κορμιού 

με ναυαγούς Νηρηίδες

απ’ τους λυγμούς τους τρέφονται τα όστρακα

ποτέ καμιά γυναίκα δεν θα φορέσει τα μαργαριτάρια τους

υπάρχουν όπως το πολύτιμο εσύ 

το πρόσωπο που αγάπησα 

πίσω απ’ τον ίσκιο

μες το βυθό των σπλάχνων των αντίπερα.

 

Ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό

όσο κι αν σε χωρέσω μια επίγεια  λύπη

 είχε γεννήσει κάποτε το διάστημα του χωρισμού

και τώρα πάει τέλειωσε

 φιλιούνται τα κορμιά μας και χορεύουνε

 κι αυτό ήταν όλο

πριν από σένα κι από μένα ξέρουν

σύνδεσμο ισόβιο τ΄ άστρα...

 

Το παραπάνω του έρωτα

 είν΄ το σώμα που κατέχεται και δεν το αντέχει

το παρακάτω του έρωτα 

είν΄ το σώμα που νομίζει ότι αντέχει να κατέχει

κι ο έρωτας μου

κισσός μες στην καρδιά

 σφίγγει και  γνέθει τα νοήματα που σφάλλουν.

 

Ξεκουράσου τώρα  ήλιε μου φιλημένε. 

Σε λίγο ξημερώνει.

Φάνηκε ήδη το αύριο το πρωινό καράβι...

 

Προαναγγέλλει μια φυγή και την επιστροφή...

 

 

 

 

ΙV

 

ΟΠΩΣ ΠΛΟΙΟ ΤΟ ΜΩΛΟ

 

Γέμιζε πάλι το φεγγάρι

κι ακόμα η νύχτα νέα 

λίγο το ντράπηκε και ντύθηκε στα μωβ

πίσω από κάτι σύννεφα περαστικά χαμόγελα

Μετά άνεμος κανείς

Κι η θάλασσα ξεδίπλωσε το σώμα της

για να ριγήσει η σελήνη

χρυσόχαλκη στο κυανό 

κι όπως πάντα ενάρετη

 

Βάθαινε η νύχτα 

πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα

αντίτιμο μιας δόξας θάρρος

αυτού που πένθησε στα χείλια μου για λίγο πριν σε φιλήσω

την ώρα που ολόσωμο πια το φεγγάρι πανσέληνος φεγγοβολούσε

κι εμείς στον αιγιαλό κάναμε τέμενος

Πριν σε φιλήσω

 

Μ΄ ακόμα η νύχτα νέα

 

Γυμνά από τα συν του κόσμου

φιλιά κεριά αναμμένα

πεσμένα τα σεντόνια

στο πάτωμα τα μαξιλάρια

ορθάνοιχτα παράθυρα οι άχνες

κι οι λεμονιές έξω στη ζέστη φωτερές

Σώμα σε σώμα λεμονιάς

 ταξίδεψα απ’ τ΄ ακροδάχτυλα ως το χνούδι του λαιμού

κι όπως πλοίο το μώλο προσεκτικά ορμίζοντας στολισμένο με λαμπιόνια πολύχρωμα

κι οι επιβάτες με έξαψη κάτω ν΄ αδημονούν

μέχρι να φύγει πάλι για κοινών τόπων ταξίδι

έτσι κι εγώ προσέγγισα τα χείλια σου

να πάρω τη  γεύση σου 

μια νύχτα Πανσελήνου

που ο χρόνος αποστάθηκε 

και βάθυνε ο Αύγουστος 

 

Σε φίλησα επί τέλους

με το δικό μου τρόπο του χαμού

που αφήνει πάντα την προσδοκία να ξεφεύγει

ευρύνοντας τις στιγμές σε μία

μη λογαριάζοντας τα αντίτιμα

μόνο τα δώρα

χωρίς να μένω χωρίς να προδίδω

πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα

συντεθλιμμένη στους οργασμούς

 

Σε φίλησα

Κι αυτό ήταν όλο

Μετά σε πήγα σπίτι

Ήταν ωραία ακόμα η νύχτα

κι άρχιζε σιγά-σιγά να ξημερώνει

 

25/9/97

 

 

V

 

«Άκτιστο σώμα ο έρωτας

Κι εσύ το φως μου

 Στάσου σιμά.

Ζητώ πολλά;

Τυφλά να σε βρίσκω

Ποτέ να μην σε έχω 

Σκλάβος του πόθου ναι

Μα σαν ελεύθερος τα πλούτη σου να ζω 

Όπως τη συντριβή μπορούσες κάποτε κι εσύ

Ζητιάνα στο μίσχο του απήγανου

΄Η πέφτοντας στον μαύρο θέρος μέσα

Για να χαθείς από κάθε εγκατάλειψη»

 

«Ζητάς πολλά.

Προδότες, το ξέρεις, δεν υπάρχουν». 

Είπε

Και στης ρολογιάς το στριφογύρισμα

τυλίχτηκε να ξεγελάσει το κυνηγητό

 

Κτίσμα ποτέ δεν ήταν 

Κάμπια γεννήθηκε 

Πέθανε πεταλούδα

 

8/7/98

Αίγινα

 

 

VI

 

Σιγά

Μην ξεστρατίσει κάποιο χάδι παραπέρα

Και σπάσει ο κόσμος κομματάκια 

 

Μην σε κοιτάξω λίγο παραμέσα

και διαφύγει μες στις φιστικιές

η ένωσή μας ανεπιστρεπτί

 

Σιγά 

Μην αναπνεύσω λίγο παραπάνω

Και γίνει θρύψαλα αυτή η στιγμή

 

 

 

VII

 

Μάχης λάφυρα σωσμένα

Αναπνοές φωνές από ατλάζι

Μια κοσμηματοθήκη από χάδια

Δυο σώματα στο ημίφως

Αέρηδες σε φύλλα λεμονιάς

 

Και ο Ιαπετός στην άγρια θάλασσα 

πεσμένος ν’ ανασταίνεται 

 

 

Αίγινα 14/8/98

 

VIII

 

Στο δρόμο τον αυτό που πήρα πίσω πάλι

βρήκα εικόνες αναπάντεχες κι όμως οικείες

μια γεύση του αγνώστου όσο τρύγησα στην άνοδο

κι αντί για πλούτη

  πρόσφορα δάκρυα  

λαμποκοπούν  στα σταυροδρόμια ακόμα

χνάρια αφημένα για άλλους

 

Έχω δύο φορές και δύο ρεύματα

που φτιάχνουν μιαν οδό

ξανοίγεται και πάει

 

Μένει τετράπειρη να γίνει η νόησή μου και ν΄ αντέχω

 να  σ΄ αγαπώ χωρίς επαύριο

σπίτι του γυρισμού μου στα λαγκάδια.

 

Αίγινα 14/8/98

 

 

 

Εκείνες τις στιγμές 

Πέφτει γύρω μας ένα σκοτάδι

Και το σκοτάδι

Θηλυκώνει μ΄ ένα φως από βαθιά

 

Κι εκεί 

Στην κόψη

 Εμείς οι δυο

 Ένα δέντρο

 Απομυζούμε έρωτα

Αβάσταχτα κι αργά

 

Αύγουστος 98

 

 

 

X

 

...με μια ανεμελιά που τη σκιάζει μόνο η πραγματικότητα

ανοίγω την πόρτα με τη σίτα και σε φωνάζω

με ένα όνομα που δεν είναι δικό σου και συ κάνεις πως το ακούς

μετά σου φτιάχνω καφέ σου προσφέρω  φιλιά 

και το ιερό μου

ζευγαρώνεις μ΄ ένα σώμα που δεν είναι δικό μου

μα κάνω ό,τι μπορώ προσώρας

για να σε κρατήσω αθάνατο έτσι που σ΄ έπλασα

άνεμο να κυριεύει τα χωράφια μου

ήρωα χωρίς λόγο

 

Με μιαν ανεμελιά που αψηφά την πραγματικότητα

ζω θανάτους στην αγκαλιά σου 

και μετά κάθομαι έξω στην καρέκλα και ρίχνω το κεφάλι πίσω

να βεβαιωθώ ότι ακόμα δε νύχτωσε

 

Ναι, στο σύθαμπο δε ράγισε ακόμα ο ουράνιος θόλος

ύστερα χαμογελάμε και λέμε κάτι εκεί για τον καιρό

 

Έχεις το προνόμιο να μου αφανίζεις τα άστρα

αρχαίε μου εραστή

μα δε με νοιάζει

δραπέτης απ’ το χρόνο είμαι

και στο φινάλε 

 τι έχω  άλλο να κάνω παρά μόνο  έρωτα;

 

30 Αυγούστου ΄98

 

 

4.8.26

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «Ένας άνθρωπος Μισός»

 

 
Την συλλογή παραμυθιών του Γόχαν Γκέοργκ φον Χαν, «Ελληνικά παραμύθια». εκδόσεις Opera, σε μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ, μου έκανε δώρο η αγαπημένη Αθηνά Παπανδρέου, μητέρα δύο παιδιών της παιδικής μας ομάδας, η οποία ήξερε την εμμονή μου με το λαϊκό παραμύθι, καθώς όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω με παιδιά καταφεύγω πάντα στο θησαυρό των λαϊκών μύθων, αναπλάθοντάς τους μαζί με τα παιδιά. Οι καταβολές των ιστοριών αυτών είναι αρχέγονες και προκύπτουν από ένα χαρμάνι ανθρώπινων ζωών, με το απόσταγμα της συλλογικής γνώσης και της ιστορικής εμπειρίας να αναδύεται και να διαμορφώνεται μέσω της προφορικότητας. Είναι μία, διά μέσου των αιώνων, Τράπεζα Πολιτισμού το λαϊκό παραμύθι. Και μια μορφή παιδείας που εμπεριέχει και υπαγορεύει τον «τρόπο» της διδασκαλίας της. 
Από την εποχή των ραψωδών κι των αοιδών, μέχρι τα τραγούδια της τάβλας, για να μείνω και να επιμείνω στην ελληνική παράδοση, η συλλογική «πληροφορία» μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά με τον αδιόρατο αλλά καταλυτικό τρόπο της προφορικής αισθητηριακής «συνεργασίας»: ομιλία - ακρόαση, στόμα - αυτί - μάτι, όσφρηση και γεύση. Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν σε αυτό το θαύμα που δεν έχω το επιστημονικό υπόβαθρο να αναλύσω. Μπορώ μόνο να επισημάνω τη διεργασία και να θαυμάσω τον γνωστικό βιωματικό πλούτο που εγκατατίθεται στη συλλογική συνείδηση και το ασυνείδητο. 
 (Μέχρι πρότινος θα έλεγα ότι κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να καταλύσει αυτή τη γνωστική συνεργασία, αλλά αυτή τη χρονική στιγμή των τεράστιων αλλαγών που ζούμε δεν μπορώ να είμαι πλέον έτσι απόλυτη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Θα έλεγα λοιπόν απλώς ότι στο δικό μας «σήμερα» καλούμαστε να κάνουμε ΕΠΕΝΔΥΣΗ ζωής στις δονήσεις όχι του ενσύρματου ή ασύρματου ψηφιακού μηχανισμού που μας υπαγορεύει τρόπους ύπαρξης και μας ποδηγετεί, αλλά στη δόνηση του ανθρώπινου βιοσυστήματος αυτού καθαυτού που μας κρατάει ζωντανούς. Στην αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα της Αναπνοής, αυτή την αυτοτροφοδοτούμενη και ανατροφοδοτούμενη δύναμη, που είναι ταυτόχρονα φυσική και υπερβατική. Καλούμαστε σε αυτή την καμπή του πολιτισμού μας να συνειδητοποιήσουμε ότι το υπέροχο μυστηριακό ανθρώπινο Σώμα βιώνει και μεταφέρει πολύτιμη ενέργεια πολιτισμού και σοφία, αιώνες τώρα. Είναι αυτό το σώμα που το περπατάμε και μας περπατάει, του μιλάμε και μας μιλάει, το σώμα που γεννάμε και μας γεννάει, ένα σώμα χαράς και πόνου, έμπνευσης και θανάτου, θνητότητας και αθανασίας. Καιρός να -ξανά- μάθουμε να εκτιμούμε αυτό το Σώμα, ατομικά και συλλογικά, όχι με φιλαυτία, αλλά με την επίγνωση ότι η «ανθρωπινότητα» είναι το όπλο μας σε κάθε απειλή εξανδραποδισμού και αλλοτρίωσης.) 
Επανέρχομαι στους λαϊκούς μύθους. Η προφορική μεταλαμπάδευση του κάθε μύθου μπολιάζει την κάθε κοινότητα μέσα στο χρόνο με πολιτιστική πληροφορία συλλογικής συνοχής. Χάρη στην προφορικότητα, διανέμεται με την εκπνοή η ενέργεια του λόγου και δυναμοποιείται η πληροφορία της κάθε ιστορίας, τόσο η φανερή όσο και η κρυμμένη. Ο ακροατής της ιστορίας δεν ακροάται μόνο την πληροφορία αλλά βιώνει και τις ποιότητές της, τις συχνότητες που παράγονται μέσα από τη ενέργεια της εκπνοής και την αναπαραστατική δύναμη του αφηγητή, τις συλλογικές αλλά και τις προσωπικές του παρακαταθήκες. Κι αν αυτού του είδους οι σχέσεις αφηγητή – ακροατή έχουν πια εκλείψει, κι αν κάποια παραμύθια έχουν για πάντα χαθεί, υπάρχει ωστόσο με την καταγραφή τους και η δυνατότητα αναβίωσής τους. 
 Κι εδώ έρχεται η δική μου εμμονή με το λαϊκό ελληνικό παραμύθι. Δεν με ενδιαφέρει μόνο το κομμάτι της αφήγησης αυτής καθαυτής, αλλά και ο μετασχηματισμός της ιστορίας μέσα από την ίδια τη δράση και τη σύμπραξη των «ακροατών», στην προκειμένη περίπτωση των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας με τα οποία δουλεύω αυτή τη χρονική. Το ότι «παίζουμε θέατρο» με βάση ένα παραμύθι δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ένα κομμάτι μιας πολύτιμης ψυχο-αισθητηριακής, συναισθητικής διαδικασίας. Συνέργεια, επικοινωνία, επανάληψη, αποστήθιση, αυτοσχεδιασμός, αυτοπειθαρχία, οργάνωση, αυτενέργεια, παράσταση, γιορτή, χαρά. Όλα αυτά μαζί. Μια αλληλουχία εισπνοής και εκπνοής. 
Φέτος λοιπόν διαβάζοντας τα παραμύθια του Χαν -ο πρώτος καταγραφέας ελληνικών παραμυθιών, στα μέσα του 19ου αιώνα και σε εποχές μεγάλης τραχύτητας- εντυπωσιάστηκα από τη σκληρότητα των ιστοριών (κάποιες τις ήξερα από άλλους αφηγητές, κάποιες τις έβλεπα για πρώτη φορά). Όταν όμως διάβασα την ιστορία του Μισού ανθρώπου αποφάσισα να τη μοιραστώ με τα παιδιά της ομάδας. 
Μια άτεκνη γυναίκα εύχεται να αποκτήσει παιδί. Ο θεός ακούει την προσευχή της και η γυναίκα πράγματι κάνει ένα παιδί. Το δώρο του θεού όμως είναι μισερό, γιατί το παιδί είναι Μισό, έχει ένα χέρι, ένα πόδι, ένα μάτι, ένα φρύδι. Η γυναίκα μεγαλώνει το παιδί αποκλεισμένο στο σπίτι, να μην το δει ανθρώπου μάτι και το κοροϊδέψει, αλλά το παιδί μεγαλώνοντας ζητάει επιτακτικά να βγει στον κόσμο. Και μια μέρα η μητέρα τού επιτρέπει την έξοδο, του δίνει ένα σκοινί να δέσει τα ξύλα κι ένα τσεκούρι για να τα κόψει και την εντολή να γυρίσει πίσω ν’ ανάψει το τζάκι. Το μισό αγόρι καβαλάει το άλογο και πάει. Κι εκεί ξεκινάν οι περιπέτειες του Μισού. 
Η ιστορία του Μισού με συγκίνησε πολύ γιατί είναι μία ιστορία για την αναπηρία. Επίσης μια ιστορία για το θαύμα. Για τη σκληρότητα, την εκδίκηση. Την τιμωρία. Επίσης είναι ένα μαγικό παραμύθι με ψάρια που μιλούν, μαγικά ξόρκια, εγκυμοσύνες χωρίς άντρα, κοινωνική κατακραυγή, κάστρα και πορτοπαράθυρα ομιλητικά… Είναι και μια ιστορία για το καλό και το κακό. Κι έχει κι ένα αίσιο τέλος που πολύ με κλώτσησε όταν ολοκλήρωσα το διάβασμα. 
Και αποφάσισα, έτσι αυθαίρετα, να γράψω και ένα δεύτερο τέλος, δικό μου, της εποχής μου, και να ρωτήσουμε τους θεατές ποιο από τα δύο φινάλε της ιστορίας προτιμούν να τους παρουσιάσουμε. Τα παιδιά όμως ήδη είχαν λατρέψει το Μισό και τα παθήματά του και νόθευσαν λίγο την ψηφοφορία, αποφασίζοντας για λογαριασμό των θεατών να παίξουμε το ανορθόδοξο δεύτερο τέλος στο οποίο η πριγκίπισσα αποφασίζει να μείνει μαζί με το «Τέρας», κι όχι να επιστρέψει στον μετανοημένο πλην κακοήθη πατέρα της! Τελικά όμως, μετά από προτροπή του μπαμπά Γιώργου Κλούμπα, παίξαμε και τα δύο φινάλε και πολύ τα χαρήκαμε. Συγχωρήσαμε και την κακοήθεια του σκληρού πατέρα! Κι αφήσαμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μείνει κι αυτός μέσα στον Πύργο τον Ομιλητικό. 
Όλη αυτή την υπέροχη περιπέτεια τη ζήσαμε παρουσιάζοντας τις διάφορες σκηνές του έργου σε διαφορετικά σημεία στον κήπο του Ιδιόμελου. Όλη η αυλή έγινε σκηνικό αλλά και συμμέτοχος της παράστασης. Γονείς και φίλοι ακολουθούσαν τους μικρούς ηθοποιούς, άλλοτε στο παλάτι, άλλοτε στη λιμνούλα με το χρυσόψαρο, στο ποτάμι με τα άγρια νερά, στο Ομιλητικό Κάστρο… Κι όταν όλα τέλειωσαν, αγαλιαστήκαμε κι ανταλλάξαμε ευχές, που δεν απέχουν πολύ από το μαγικό ξόρκι που έμαθε το πανέξυπνο Ψάρι στο Μισό: «Πρώτα στο λόγο του Ψαριού μετά στο λόγο του Θεού να έχουμε ένα καλό καλοκαίρι!» 
Κι όσο κι αν οι ευχές στον εκτός παραμυθιού κόσμο συχνά δεν εκπληρώνονται (το κείμενο αυτό το γράφω πάνω στα αποκαΐδια της Αττικής και της Βοιωτίας κι έχοντας στο αυτί μου απόηχους από τις οιμωγές ανθρώπων, φυτών και ζώων), παραμένει ζωντανό το θαύμα της ανάσας μας, το πιο δυνατό ξόρκι που υπάρχει: Να λέμε και να ξαναγεννάμε από την τέφρα την ιστορία μας, τις ιστορίες μας… έτσι να διασώζουμε το μελλον…
 «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ 
κάτι μυστικό κάτι πλούσιο και παράξενο 
σαν τοπίο του βυθού
Ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό 
και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, 
 για να αποκοιμηθώ»

 Διονύσης Σαββόπουλος, Το περιβόλι του Τρελού

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

2.8.26

ΕΔΩ ΤΩΡΑ ΞΑΝΑ

 

Κοιτάς έναν τόπο αγαπημένο που τον έχεις περπατήσει κι έχει κι αυτός περπατηθεί πάνω σου σαν αραχνούλα  υφαίνοντας τον μεταξωτό κι ανθεκτικό ιστο της· και δεν προφταίνει να χαρείς, ούτε να πεις καν απεταξάμην.

Ο τόπος σου μόνο μια στιγμή. 

Επαύριο δεν υπάρχει. 

Μπορεί η κακουργία, μπορεί κάποια αιφνίδια καταστροφή, μαχαίρωμα πισώπλατο σε κορμό βελανιδιάς, μπορεί μια πυρκαγιά που καίει αρχαία μνήμη, ή  η αδικοπραξία,  πάντα η αδικοπραξια που όλα τα χει μολύνει,  μπορεί το ίδιο σου το σώμα που είναι και δεν είναι, το πνεύμα που που κύλησε αμμουδερό  στο χέρι, μπορεί ο ζόφος  που ελλοχεύει…

Η Εποχή σε διατάσσει σ μια ζωή αριστοκρατικής αβεβαιότητας. Οι άλλοι που λυμαίνονται τη ζωή είναι τρωκτικά και θα αναμετρηθουν κάποια στιγμή με τις ιερές αγριόγατες. Όμως εσύ ας μένεις ατόφια αβέβαιος μπροστά στην ομορφιά. Πρωτοπόρος ενός μέλλοντος που μπορεί να μην υπάρξει αλλά αναμετριέται μαζί σου χαμογελαστό. 

Τι σου μένει ;

Να επαναστατείς και να φεύγεις. Και , ναι, με οπλισμένο  στέρνο να ορμάς.


Ολα αβέβαια, επίγειε ουρανέ.

Αλλά αυτό το ερημωμένο παρόν  είναι αβάσταχτη πρόκληση.

Σε προσκυνώ.

Jiagogina 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...