19.7.26

Η βαμβακάδα , ο Σεφερης και η χαρά της γιακαράντας

 Σχόλη!

Σπάνια συνθήκη για μένα τον τελευταίο χρόνο. Σωπαίνω να απολαύσω τώρα την κυριακάτικη ανθρώπινη απουσία (νιωθω τους λουόμενους να πλατσουρίζουν πέρα μακριά στις παραλίες της Αττικής), αφουγκραζομαι τους τζίτζικες στην τσικουδιά  και χαϊδεύω το Θοδωρή μου που μου ζυμώνει το μπούτι τώρα δα στη βεράντα.

Η μύτη μου τσακώνει  αίφνης τη μυρωδιά της κακούργας της βαμβακαδας που άμα την αψηφήσεις το καταλαμβάνει και το τρώει το φυτό. Σε λίγο θα ασχοληθώ μαζί της. Τώρα ακόμα απολαμβάνω αυτή τη σπάνια στιγμή της ησυχίας, κι εγώ χτυπημένη από κάποια ανθρώπινη βαμβακάδα, όλες οι αρρώστιες είναι αναπόφευκτες.   Άλλες προβλέψιμες, άλλες όχι. Κάποια φυτά παρατηρώ ότι τη βαμβακάδα την ξεπερνούν μόνα τους. Τα προσβάλλει αλλά αυτά την απομονώνουν με κάποιο τρόπο σε μικρή κλίμακα και συνεχίζουν να αναπτύσσονται κι εκείνη υποχωρεί σταδιακά.  Δεν ξέρω το πώς και γιατί. Όμως συχνά συμβαίνει το ίδιο και με τα ανθρώπινα. Κάποιοι άνθρωποι αυτοθεραπεύονται ή έστω ξεπερνούν το σκόπελο της όποιας αρρώστιας με μηχανισμούς ακόμα αδιερεύνητους. Εγώ  πάντως, στα πλαίσια της αυτοθεραπείας, τα φυτουλια μου τα ψεκάζω φουλ μόλις μυρίσω την παρουσία της βαμβακαδας. Τα ενθαρρύνω τροπον τινα  να την πολεμήσουν μόνα τους (βαμβακαδοθεραπεια με σαπουνόνερο κει με αραιωμένο ξύδι). 

Τι όμορφη η σιωπή. Γινονται οι ήχοι του σούρουπου ποικιλματα. Ο τζίτζικας· μια πόρτα αυτοκινήτου που κλείνει, μακρινά μαρσαρίσματα, όλη η ζωή της ζαβλακωμένης πολιτείας. 

Τίποτε αλλότριο, όλα κοινωνούμενα στο πολύπλοκο Ένα  που μας σγκαλιαζει. 

Και δίπλα στο γλαστράκι, που μέσα του παραχωσα σπόρους γιακαραντας πριν δεκαπέντε  μέρες, τρία βρέφη γιακαραντας έχουν σκάσει μύτη την τελευταία εβδομάδα!  Σκόρπισα όσο ελαφρά μπορούσα  στη γλάστρα  τους σπόρους,  με το σχεδόν μεταξωτό τους πουκαμισάκι , και τη σκέπασα με τα κελύφη του φακέλου μέσα στον οποίο ηταν κρυμμένοι.  Ο ίδιος φάκελος που ο Σεφέρης ονομάζει «καστανιετα» (το ποίημα στο τέλος του κειμένου).

Ο φάκελος λοιπόν αυτος (γέννημα  σπουδαίας  φυσικής τεχνολογίας), παραμένει για καιρό  ερμητικά σφραγισμένος. Εχει πολύ σκληρό κέλυφος. Παραμένει πάνω στις κλάρες της  γιακαραντας (για πόσο διάστημα δεν έχω μετρήσει ακόμα, όμως θα το κάνω, ή αν κάποιος ξέρει μου λέει), παραμένει λοιπόν και περιμένει την ώριμη στιγμή που μια μικρή χαραμάδα, θα διαρρήξει το σκληρό περίβλημα.  Και τότε, καθώς οι καστανιέτες της γιακαραντας κροταλίζουν και χορεύουν στα κλαριά,  οι καλά προστατευμένοι πολύτιμοι σπόροι ίσως ξεφεύγουν από το διαρρηγμένο κέλυφος και αρχίζουν το  αβέβαιο ταξίδι τους στον αέρα, με σύμμαχο τον αέρα. Ισως κάπου κάποτε βρουν κάποια φιλόξενη γωνιά να κουρνιάσουν και να γεννηθούν. 

Εγώ  δεν τους άφησα στο έλεος του αέρα, τους βοήθησα. Ο κηπουρός μου που είχε ζητήσει να τους φυτέψω για τον κήπο του.  Τους βρήκα χώρο και απάνεμη γωνία, τους προστάτευσα με το ίδιο το -σπασμένο πια- κέλυφος και τους άφησα να δοξάσουν τη μοίρα τους. 

Τώρα μεγαλώνουν στο μπαλκόνι τέσσερα φιντάνια γιακαραντας! 

Ησυχάζω με ευγνωμοσύνη και τα τιμώ! 

Τέρμα η πολυλογία μου! 

Πάω να ψεκάσω!

Jiagogina 


……….    


Kerk st., Pretoria, Transvaal

(courtesy of Mauve)


Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας

ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.

Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό

το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς

τους πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια

ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.

Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας

γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.

Στο τέλος του δρόμου μας περίμενε

δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του

ο ασημένιος φασιανός της Κίνας

ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε.


Και να σκεφτείς πώς ξεκινήσαμε αποχαιρετώντας

με την καρδιά γεμάτη σκάγια

τον Ονοκρόταλο τον Πελεκάνο –αυτόν

που είχε ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού

στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου


Οχτώβρης ’41


Γιώργος Σεφέρης

από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Β΄

Ποιήματα, έβδομη έκδοση, 1967


https://www.catisart.gr/giorgos-seferis-kerk-st-pretoria-transvaal/

6.7.26

ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΙΒΙΣΚΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 24


Άωρα και παράωρα   
Κει που είναι ο κόσμος σκοτεινιά  

Κει που ναι ο κόσμος πάγος 

Τη μέρα  χύνει  χρώματα  

Τη νύχτα  χύνει φώτα 

Και πια δεν ξεχωρίζεται

Η χειμωνιά απ’ την άνοιξη

Κι ο παγετός στην αίγλη

Βιγλίζει  απ’ το μπαλκόνι μου

Τον  κόσμο όλο και κλαίει

Με φλέβες του πορτοκαλιού 

Με κίτρινο βελούδο

Καλογερεύει  και πενθεί 

Μες στη φωτοχυσία 

Για μιας στιγμής αντάμωμα 

Για  μιας στιγμής χαμέτι 

Άωρος και παράωρος

Τη χειμωνιά μαράζωσε

Το δάκρυ έκανε πάχνη 

Και λαμπαδιάζεται τρελά  

Μες στην κρυφή του πύρα 

Και μιαν αυγή μια Κυριακή 

Ο τροπικός   ιβίσκος

Κλίνοντας  το κλαράκι του

Υψώνεται στο ψύχος

Κι ο κρατερός του μίσχος

Εξιστορεί τα πάθη του




Δεκέμβριος 24

Jiagogina 




 








19.3.26

Χωρίς ματόκλαδα

 Ευχαριστίες στο Βook Sitting  και την Αλεξία Καλογεροπούλου για την τιμή της πρόσκλησης να διαβάσω ένα ποίημα μου, στα πλαίσια της παγκόσμιας ημέρας Ποίησης.


Το παρόν ποίημα είναι από τη συλλογή "Σεμνά Θαμμένα" (2017)

14.3.26

Περπατώντας στη Χαριλάου Τρικούπη

Περπατώντας στη Χαριλάου Τρικούπη 


Κοτρώνες στοιβαγμένα  πηγάδια μέσα σε ερειπιώνα  γεμάτο πατήματα 

Τροχοί τροχισματα κομπρεσέρ από στριγκλιές μαγισσών  κρυπτείες  στα σφαγμένα πεζοδρόμια μέσα στη μπόχα του κάδων ανακύκλωσης (ποιος ανακυκλώνεται ρωτούν εμείς απαντά ο αντίλαλος γελούν μετά παράταιρα) τροχαλίες φρενάροντας  ντεμπραγιαζ βρυχώμενα και τούφες εργαζόμενης πολιτείας. 


Διασχίζει το πεζοδρόμιο της Καλλιδρομίου άντρας μεσήλικας τυφλός.  Γερτος  στα δεξιά με το μπαστούνι του λαγωνικό, προσεκτικά οσμίζεται τις χαράδρες των Εξαρχειων. 


Τον ακολουθώ με εμπιστοσύνη.


ΓΔ

14/3/26

8.3.26

Ενα δάκρυ μετεωριζεται

 Ενα δάκρυ μόνο

Μα  είναι κι αυτό μισό

Πως να δροσίσει τον ορυμαγδό  του κόσμου 

Αναρωτιέται

Στέκει αβέβαιο  στην κόψη  του ματιού  

Μετεωριζεται 

Να πέσει να μην πέσει 


Μήπως η πτώση του κατακρημνίσει τη γη στο πουθενά 

Μήπως μαζί του εξαχνωθει μια ολόκληρη πόλη 

Μήπως βρεθεί να περιίπταται σε φαύλο κύκλο 

Στη μάντρα της στρατόσφαιρας με τα αναλώσιμα των δορυφορων 



Σωπαίνει 


Στεγνό και ζωντανό  καλύτερα θα  μείνεις  δάκρυ

Μην πέσεις στο χαμό 

Καλυτερα 

Στεγνό και ζωντανό 



Jiagogina 

26.1.26

Οι Χρονολογίες

 Οι χρονολογίες στην αρχή έχουν γενέθλια, αρκουδάκια και τραγούδια

Μετά  λίγο καιρό μεταμορφώνονται σε τοπόσημα.

Καρφίτσωμενες μνήμες σ’ ένα google map  του google universe

Παραδείγματος χάριν ανεξίτηλες σκουριές  από μελάνι μέδουσας που καμιά σβηστηρα  δεν τις ξεστοιχειωνει 

Έπειτα πάλι,   από νοημοσύνη και τέχνη ορμώμενες κυρίως κι όχι από τη σφαγή των πόνων, γίνονται κηδειοσημα αιωρούμενα από κολώνα σε κολώνα. Πέθανα, πέθανες, πεθαίνει, θα πεθάνει.  Με κόκαλα η κρουστή συνομιλία.   

Κι ο κόσμος κλίνει  ανεκλάλητα  σε λίκνο ενεστώτα.


Jiagogina 


17.1.26

Ζωή χωρίς λύπη

 ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΛΥΠΗ



Ξαποσταίνει μιια λύπη μέσα μου  

Σαν κοτοπουλάκι κάτω από τα πούπουλα της κλωσσας


Και δε μεγαλώνει δε φεύγει δε γίνεται  κόκορας να τον σφάξω 

Το αίμα του να ραντίσω

Στα θεμέλια της αυριανής μέρας  


Να χτίσω ένα σπιτι να ζω χωρίς λύπη 

Με πολλά παιδιά κι έναν έρωτα αγρό

Πολύχρωμα παιδια μεγαλα μικρά και μεσαία 

Να παίζουν κρυφτό να κυλιούνται στο χώμα 

Να φιλιώνουν μετά από τον καυγά σαν τις γάτες 

Και να πλένουν το κορμί τους με το ανθόνερα του ποταμιού 

Να θάβουν τα νεκρά ζώα με σέβας

Να προσεύχονται από μικρά στο διπλανό τους 

Και να  μεγαλωνουν να φεύγουν να αφήνουν πίσω τους μπιζέλια τα χνάρια 

Να φυτρώνουν κήποι στο διάβα  τους και μια τριανταφυλλιά 

Μόνο μία 

Με βαθυκόκκινο αίμα καρπό 

Και πέταλα εκατό 

Για να σε φιλω με γλυκό τριαντάφυλλο στη γλώσσα  

Να μην τολμάει  κανείς να σε ματώσει ξανά 


Γιατί θα εχεις μεστώσει  ματωμένο φως 

Να συγκολλας το  τσακισμένο σου σώμα  

ΓΔ

(σήμερα, μια μέρα λυπημένη )

16.1.26

ΑΓΑΥΗ ΙΙ



ΑΓΑΥΗ  ΙΙ

«Τα μαλλιά του πένθους 

Τα βάφω θάλασσα 


Να  ξεμακραίνουν βαριά κι ανάλαφρα 

στις δύσκολες περιοχές   των ναυαγίων 

Άλφα να ανάβουν 

Άνωση 

Κι ας θρηνούν στο σώμα παφλασμοί 

Νερό στο νερό το δάκρυ να γίνεται Ιερό 

Αλατισμένο  

Φως


Έλα εσύ λύπη τώρα 

Κατάκλυσέ με ως το μεδούλι»


Jiagogina 

28.12.25

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ

Ας ονειρευτούμε....


ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ: ΤΡΙΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

VII.

- «Κρυφὴ χαρά ῾στραψε σ᾿ ἐσέ· κάτι καλό ῾χει ὁ νοῦς σου
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ᾿ ἀδελφοποιτοῦ σου;».

-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ᾿ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ᾿ ὄνομά τους μνέω.

Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.

Ἀπόψε, ἐνῷ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ᾿ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου· ἄφησε νὰ ῾μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά· εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».

Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο.

Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει».

Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της.

Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ᾿ ὄνειρό της.

Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή».

Καὶ μία δεύτερη εἶπε:

Ἐγώ ῾δα δάφνες. - Κι ἐγὼ φῶς ..............................

- Κι ἐγὼ σ᾿ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π᾿ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.

Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὖχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της πού ῾χε ξεψυχήσει.

Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά· αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπὸ μᾶς· δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα.

Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῷ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος·

Νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ τὄχω ῾γὼ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη.

Ἐχαμογέλασε πικρά, κι᾿ ὁλούθενε κοιτάζει·
Κι᾿ ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν.


...----...


ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ


Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να είναι οι τελευταίοι

οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γένηκαν άγριοι ποταμοί που τρέχουνε στη θάλασσα  

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι


...........................................................

...Κοινός τόπος και στα δύο ποιήματα το όραμα των μικρών ποταμών που καταλήγουν στη θάλασσα κι εκεί συγχωνεύονται...

 

20.11.25

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΕΥΓΝΩΜΩΝ




 

Ευγνώμων προς όλους τους ανθρώπους που ήρθαν για λίγο ή πολύ στη ζωή μου, περαστικοί όλοι, άλλοι χωρίς βαλίτσες, άλλοι γυμνοί,  και με όλα τους τα πάθη, τα λάθη, την καλοσύνη και την κακία, μου προσέφεραν ένα «κάτι», που ύπουλα εισχώρησε  στη ζωή μου κι έμεινε. 


Ενα, ή μάλλον δύο, πουλόβερ της Ντιας πλεγμένα από τα χέρια της με νοιαξιμο και φροντίδα. Τη βλέπω αυτή τη φροντίδα 35 χρόνια μετά καθώς τα φορώ. Την εκπνέουν. 

Τα έπλεκε σκυμμένη  με προσήλωση,μέτραγε τους ποντους πάνω μου, τα διόρθωνε, τα κόνταινε  τα μάκραινε αδιαμαρτύρητα ανεχόταν τις παραξενιές μου και μετά αναστέναζε μοναξιά δίπλα   στο φευγάτο βλέμμα της μάνας μου. 

Δεν την έκλαψα. Δεν πρόλαβα μέσα στα τόσα δάκρυα να την τιμήσω. Αλλά τα πουλόβερ της τα φύλαξα με ιερότητα, ένα ένδυμα δυσεύρετο. 

Ευγνώμων Ντία.

Ευγνώμων σε εκείνον τον χοντρό ξανθό άντρα που έριχνε για μια δεκαετία  βάναυσα πάνω μου τον δηλητηριώδη του ίσκιο. Όχι τον ίσκιο της συκιάς, (δεν είναι στο βοτανικό μου γλωσσάρι δηλητηριώδες δέντρο ή συκιά κι ας την έχουν κατακρίνει  τόσο που τη διάλεξε ο  Ιουδας), ούτε ο πεύκος που τίποτε   δεν ευδοκιμεί κάτω από τον ίσκιο του, (ούτε καν το σκληροτράχηλο λιγούστρα). Και μην ακούσω κάτι κακό για τη βρωμοκαρυδια, που τόσο κι αυτή έχει λοιδορηθεί. Οι ίσκιος της είναι  μαγικός, σε ταξιδεύει ανάμεσα  σε  πράσινους διαδρόμους  φωτός.  Το εννόησε η Βασίλισσα  Αμαλία που την έφερε να σκιάσει τον κήπο της.  Για τα άλλα ας λύσουν τα προβλήματα οι κηπουροί κι οι γεωπόνοι. Ο αήλανθος δεν είναι τοξικός. 

Ενα άλλο δέντρο φέρνω στο νου μου. Αυτός ο άντρας, ίδιος με το «δέντρο του θανάτου»,  το Manchineel,  που σου καίει το δέρμα κι αν φας ανήξερος τον καρπό του σε σκοτώνει.  Σε αυτόν τον άνθρωπο ευγνώμων. Τόσο βαθιά κι επαναλαμβανόμενα  με  επανατραυματιζε για δέκα χρόνια που κατέληξα επιτέλους να βρεθώ ασώματη πληγή  μέσα στο βαθύ ρίζωμα μου, στο ριζικό σύστημα του ginkgo biloba.  Κι ήμουν νεκρή και φύτρωσα αρχαία ζωή παρθένα. Έγινα σπόρος μνήμης. Ευγνώμων και σε αυτόν.

Ευγνώμων στη μάνα μου που μου άφησε στη χούφτα τόσα δάκρυα να ποτίζομαι και εκείνο τον  θάνατο της τον ατόφιο που τον φυτεύω διαρκώς στην καθημερινή μου βιοπάλη. Δοσμένη η μάνα μου στα φαντάσματα , μου τα άφησε προικιό, χωρίς να μπορεί να συλλάβει τι θα έκανα με αυτά.  Φοβόταν και λυσσομανούσε. Θα τα πούλαγα φτηνά στις αγορές των λιμανιών, θα τα άφηνα όλα στους  άστεγους, θα τα έκανα προσάναμμα, όταν θα έκαιγα τα σπίτια μου;   

Ευγνώμων σε Εκείνον Που Με Αγάπησε και κάθισε δίπλα μου ώρες πολλές διαβάζοντας τη βίβλο του, που τόσο με φίλησε,  όσο κανείς, από τα νυχοποδαρα μέχρι την κεφαλή,       και που μου άφησε με τις σιωπές του χώρο για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω από τους πονους και να τους υπομένω, που μου έπιασε το χέρι και με περπάτησε κι ας μου έσφιξε τα δάχτυλα και ας τα πόνεσε. 

Κυρίως, όμως, μαζί του έκανα ένα ωραίο παιδί. 

Ευγνώμων στα δάκρυα. Αυτά που έχυσα κι αυτά που θα χύσω μέχρι  να πεθάνω. Ας μη φοβάμαι, θα  τα λέω ΔΑΚΡΥΑ.  Τα ομολογώ. Είμαι παιδί των δακρύων, πάντα ήμουν, από γεννησιμιού μου.   Ε,  ναι. Μελοδραματισμός,  αλλά τι να κάνω. Τον σκαλίζω κι αυτόν μέσα μου μαζί με την μακαριότητα της ζωής και τις θεσπέσιες γεύσεις του έρωτα. Μαζί μου και τα δάκρυα. Ευγνώμων. 

Πολλές μικρές ψηφίδες της ευγνωμοσύνης μπορώ να ανασύρω, αλλά δε θα το κάνω. Ηθελα απόψε μόνο να καθρεφτίσω ένα «ευ» στα τρεχούμενα νερά του μικρού μου παρελθόντος και να τα πάρει όλα το ποταμάκι μετά κι ας μείνω με την υγρασία   των  δακρύων. 

Jiagogina

30.9.25

Επικείμενη αναχώρηση

 

Μαρκ Σαγκάλ
Εγώ και το χωριό 


ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ 

Δεν είναι παρά μια  μικρή εγγονή 

και απεργάζεται την τέχνη του θανάτου

Θαυμάζει τα  λουλούδια να μαραίνονται 

Θάβει τα  νεκρά ζώα 

Κλαίει πάνω από τα ξεθεμελιωμένα  σπίτια 

Γόους στο πένθος περιπλέκει μαζί με φυλλαράκια  δυόσμου  στη γωνία του χωματόδρομου 

Είναι μικρή και συνεχώς αναχωρεί 

Δεν το ξέρει 

Της λένε ότι εκδράμει και το πιστεύει αλλά κατά βάθος ξέρει 

Πως  συνεχώς αναχωρεί 

Υπηρετεί την αναχώρηση σαν κλέφτης

Και μεγαλώνοντας 

Φυσάει τον κλέφτη σε ατμόσφαιρες φωτογενούς  αβρότητας 

Κάνει έρωτα σαν πουλί στον ουρανό  

Σπουδάζει το φευγιό 

Με τα κλοπιμαία στο δισάκι  

Κι όταν βαραίνει το δισάκι ξέρει ότι μεγάλωσε αρκετά 

Κι αρχίζει και το αδειάζει

Φασούλι το φασούλι μες στο δάσος 

Για να ξαναβρεί το δρόμο αν γεννηθεί ποτέ  κοτσύφι 

Είναι μικρή και γέλασε 

Είναι μικρή και γέρασε 

Γιαγιά σκαρώνει παραμύθια 

Στο αυτί τα  ψιθυρίζει της Ανθούλας που λαγοκοιμάται 

Τα ψυχοσάββατα μιλάει στις αράχνες στο παντζούρι 

Τα Χριστούγεννα πάντα γίνεται  βόδι στο παχνί 

Καταμεσήμερο  του Αυγούστου κουρνιάζει στις αιμασιές της Βουρκωτής


«Τελέψαμε;», ρωτάει εντέλει η Μίσσες Έμιλυ «ώρα για ύπνο!»

«Όχι ακόμα,  γιαγιά, έχω δουλειά. Πού ‘ναι το βελονάκι σου να μπελονιάσω τα ματοτσίνορα του χάρου;»


                         Jiagogina 

ΕΥΓΕΝΙΑ ΡΟΥΜΠΕΣΗ: 5 ποιήματα από την συλλογή "ΚΑΤΙ."

 ΠΕΙΝΑΩ


...πεινάω.

πεινάω πολύ.

έχω να τραφώ χρόνια..

...χρόνια...

Σ' αυτό το παγωμένο κενό, δε νυπάρχει τίποτα.

Η  πείνα μου καίει τα σωθικά.

Με διαλύει.

Βήμα το βήμα πάνω στους ολισθηρούς καιρούς,

προσπαθώ να μη γλυστρήσω.


Κοίτα...

       Τα χέρια μου!

Μα, ναι....

       Τα χέρια μου!

Δεν υπάρχει τίποτα να αγκαλιάσω

Δεν τπάρχει τίποτα να κρατηθώ...

Δεν τα χρειάζομαι.


Μα, ναι...

            θα φάω τα χέρια μου.


______


ΚΑΘΩΣ ΑΝΘΙΖΕ ΤΟ ΒΡΑΔΥ


καθώς άνθιζε το βράδυ

γέμισε το μπαλκόνι μου μυρωδιές...

βανίλια

πασχαλιά

λεμόνι

τότε έπαψες να μου λείπεις

ήταν όμορφα για μια στιγμή

μια στιγμή τόση δα,

που μεγάλωνε

όπως μεγάλωναν  τα χέρια σου

καθώς τα έσφιγγες στο λαιμό μου.


______


Η σκιά.


Μια σκιά ακίνητη.

Στον απέναντι τοίχο που με τα χρόνια,

τον μαύριζε η μουτζούρα, τον πρασίνιζε η βροχή.

Ένας τοίχος ψηλός, απροσπέλαστος.

Η σκιά πάντα εκεί.

Μέρα, νύχτα.

Με φως ή χωρίς.

Έρχονταν ώρες, που άκουγα να βαριανασαίνει.

Άλλοτε πάλι να βγάζει ήχους σαν λυγμούς.

Κάποτε κάποτε σαν να προσπαθούσε να αρθρώσει λόγο.

Μα μια σκιά τι άλλο μπορεί να εκφέρει,

πέρα από άναρθρες κραυγές;

Απέναντί μου.

Πάντα.

Στον τοίχο.


Μια στιγμή άκουσα φωνή!

Καθαρή! Λαγαρή!

Ναι, η σκιά ήταν.

Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι;

-Αποκαλύψου, φώναξε.

Αποκαλύψου.

Πέταξε ό,τι σε καλύπτει.

Μείνε γυμνή, 

Σαν θα σε δουν, άλλοι θα φοβηθούν, άλλοι θα γελάσουν, άλλοι θα μείνουν σκυθρωποί, άλλοι θα σε ερωτευτούν.


Έτσι κι έγινε.

Και τώρα είμαι εδώ.

                Ελεύθερη.

Στην μέση

                            του Πουθενά

                    και

                            του Τίποτα.


_____


Ένοχο


Σ' αυτές τις υγρές πολυκατοικίες με τις βρώμικες

εισόδους και τα χαλασμένα κουδούνια, ζουν και

εργάζονται πυρετωδώς κάτι ελεεινά καθίκια,

ρουφιανεύοντας ο ένας τον άλλον και κυρίως

αποζητώντας ευκαιρίες να ξεπαστρέψουν ό,τι

τρυφερό ανασύρεται στον όροφό τους.


Ο εκκωφαντικός θόρυβος που διασπείρεται στο

περιβάλλον, ενώ συντάσσουν τα βρωμερά

συναισθήματά τους, μας προειδοποιεί, ευτυχώς,

να ετοιμαστούμε κάθε φορά για να τους

αποδεχτούμε αναλόγως.


Το δυσκολότερο, στην εξέλιξη αυτής της

 κατάστασης, είναι να αντιμετωπίσουμε την

ανικανότητά μας στο ν' αντισταθούμε στις

λάγνες γεύσεις της ασυνειδησίας τους.


_____


Ανθισμένα δέντρα


Τα ανθισμένα δέντρα με γεμίζουν ενθουσιασμό.

Έναν ανελέητο ενθουσιασμό, χωρίς βάση.

Τα ανθισμένα δέντρα είναι η ύστατη ελπίδα

αυτού του κόσμου στην ομορφιά,

μια αθώα ομορφιά, ανεπιτήδευτη,

έτσι νομίζουμε.


Τα ανθισμένα δέντρα αντιδρούν στις

καταθλιπτικές εκλάμψεις της καθημερινότητας.


Τα ανθισμένα δέντρα κυοφορούν αναμνήσεις, 

επιθυμίες, ποθητές ανάσες.


Τα ανθισμένα δέντρα γεμίζουν το χαώδες κενό

αυτού του σύμπαντος που θεωρητικά ήρθαμε να

κατακτήσουμε.


Ανθισμένα δέντρα είναι η κόρη μου.



Η ποιητική συλλογή της Ευγενίας Ρουμπέση "ΚΑΤΙ." παρουσιάστηκε την Κυριακή  28/9/25 στον Χώρο  Τέχνης Ιδιόμελο.

Είναι η πρώτη της ποιητική  συλλογή.



_____


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...