Κ. Παρθένης, Ο χορός της Άνοιξης
Μικρή μια φορά είδα νεράιδες. Πολύ πριν σε γεννήσω, θα ‘μουν δε θα ΄μουν δέκα, κοντά στην ηλικία σου, λίγο πριν τον πόλεμο και με θυμάμαι αργά το απόγευμα αναψοκκινισμένη απ’ το παιχνίδι να παίζω στις υπώρειες του βουνού μαζί με τ’ άλλα τα γειτονόπουλα. Παίζαμε κρυφτό μέσα στο δάσος μα δεν ξεμακραίναμε πολύ, γιατί όσο ανέβαινες στο βουνό το δάσος γινόταν πυκνό, αδιάβατο, γένναγε το φόβο, δεν έφτανε ήλιος κάτω απ’ τα φυλλώματα κι υπήρχε πάντα κίνδυνος να χαθεί κάποιο παιδί. Μας είχαν πει μάλιστα οι πατεράδες μας ότι πριν πολλά χρόνια ένα παιδί είχε χαθεί στο δάσος και δε βρέθηκε ποτέ. Έτσι μας είχαν καλά τρομαγμένους κι ούτε πέρναγε απ’ το νου μας να ξαμοληθούμε πάνω στο βουνό. Ακουγόταν όμως σαν απόηχος μέχρις εμάς το τράνταγμα των νερών του καταρράχτη που πλάνταζε στους βράχους και ξεχυνόταν με ρυάκια ως το χωριό κι αυτό πολύ μας αναστάτωνε τη φαντασία. Αλλά εκεί απάνω μόνοι δεν κοτάγαμε να πάμε. Να μας πήγαινε. Παίζαμε, λοιπόν, παίζαμε και μόλις έπεφτε λίγο το φως τρέχαμε όλοι πίσω σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη. Διαβαίναμε έναν ξεροπόταμο, που τους χειμώνες ξεχείλιζε αδιάβατος μα τώρα κατακαλόκαιρο ίσα που έβλεπες λίγο νερό, και κόβαμε δρόμο απ΄ το σπίτι του Κηπουρού. Εκεί είχε λουλούδια, παρτέρια, ήταν σαν παραμύθι. Κι ένα κουκλίστικο σπιτάκι με στρόγγυλη βεράντα. Άφαντος ο κηπουρός. Θα ‘ταν στα χωράφια. Και δος του πατούσαμε μέσα στα παρτέρια, κόβαμε τριαντάφυλλα, κλέβαμε σπόρια απ’ τα λιοτρόπια, μαδούσαμε τα πελαργόνια, χορεύαμε… Ωσπου μας έπαιρνε η νύχτα και να σου ξύλο πάλι μετά που αργήσαμε. Τρώγαμε της χρονιάς μας.
Έναν Ιούνιο, αρχές, λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος, βάλθηκα πάλι να πιλαλάω μαζί με κάτι γειτονόπουλα γυρνώντας προς το σπίτι. Τους έχασα. Μου κρύφτηκαν, τρέχαν πιο γρήγορα από μένα, ήταν και πιο μεγάλοι… Βρέθηκα μόνη. Σταμάτησα μόλις το κατάλαβα. Τρόμαξα απ’ την ησυχία. Δε σάλευε φύλλο. Άφησα πίσω μου τα πλατάνια, έστριψα δεξιά στη βελανιδιά. Μπροστά μου ανοίχτηκε η πεδιάδα. Ο ήλιος έδυε κι ο ουρανός πορτοκαλής και κόκκινος σα ματωμένος. Τα σπίτια πέρα. Στον ξεροπόταμο κυλούσε ρυάκι το νερό. Προσπέρασα. Η μάντρα του κηπουρού. Δίστασα. Δεν πήδηξα το φράχτη, στάθηκα, κάτι με παραξένεψε. Στο σπίτι είχε φωταψία, μια μουσική ξεχυνόταν από παντού. Το ΄χεις παρατηρήσει πως όταν δύει ο ήλιος το φως γίνεται κάποιες στιγμές σαν ασημένιο… ¨Ετσι και τώρα, νόμισα πως ήταν διαθλάσεις του φωτός η τόση λάμψη. Κρύφτηκα πίσω από μια δάφνη και παραφύλαξα. Η καρδιά μου χτύπαγε. Και τότε είδα στη στρόγγυλη βεράντα κάτι κοπέλες. Τι όμορφες! Δεν έχω ξαναδεί τέτοιαν εμορφιά! Τα μαλλιά τους μακριά και λυτά, άλλες ξανθιές, άλλες μελαχροινές, άλλες καστανόμαλλες, πέντε-έξι τον αριθμό. Ντυμένες στα λευκά και τα μπράτσα τους γυμνά, άσπρα σαν το γάλα υψώνονταν με ικεσία ψηλά στον ουρανό. Τα πόδια τους τίναζαν απαλά τα φορέματα, πέταγαν τ’ ακροδάχτυλά τους στον αέρα κι ανέμιζε το ύφασμα. Μετά πιάστηκαν χέρι – χέρι και σύραν έναν κυκλικό χορό. Τι όμορφες! Παραμέρισα λίγο τη δάφνη να δω καλύτερα κι η δάφνη θρόισε ανεπαίσθητα. Ένα μικρό σούρσιμο, ούτε ζουζούνι να κουτούλησε χρυσάνθεμο, ούτε σκουληκάκι να πάτησε πέταλα λεμονανθού, λίγο ανατρίχιασε η δάφνη κι αυτές κοκάλωσαν κι αργά έστρεψαν προς το μέρος μου τα πρόσωπά τους. Με είδαν. Είμαι σίγουρη. Τα μάτια τους από ατλάζι και πιο φωτερά σβήσανε το μισόφωτο, άστραψαν. Κι η νύχτα ακυρώθηκε. Πάνω μου τα βλέμματά τους σε μια ουράνια μέρα. Η καρδιά μου φτεροκοπούσε, πήγαινε να σπάσει. Κατάφερα να λύσω τα χέρια μου από τα κλαριά της δάφνης κι άρχισα να τρέχω. Έτρεχα, έτρεχα και νόμισα ότι μ΄ ακολουθούν να με σκοτώσουν που παραφύλαξα το χορό τους. Βρόνταγα τα παπουτσάκια μου στα χώματα κι άκουγα την αναπνοή μου σα λυγμό κι έτρεχα, έτρεχα, μέχρι που έφτασα στο δρομάκι του σπιτιού μου, βάρεσα την πόρτα, άνοίχτε, ανοίχτε, μανούλα μου, σώσε με, πεθαίνω, η πόρτα γέρνει, μπροστά μου η μάνα μου με το βούρδουλα. Έτοιμη να μου τη στράψει, με βλέπει, σταματάει. Τι έπαθες; Μάνα, με πήραν στο κατόπι οι κόρες του κηπουρού, τις παραφύλαξα που χορεύαν και τώρα θα μ’ εκδικηθούν. Η μάνα μου αφήνει το βούρδουλα. Με πιάνει απ’ τους ώμους. Παιδί μου, ο κηπουρός δεν έχει κόρες. Άκληρος ήταν. Πέθανε το μεσημέρι στα χωράφια. Δεν ήταν κόρες του αυτές που είδες. Ήταν οι νεράιδες πέρα από το όρος Αγαύη που ήρθαν για να τον κλάψουν.
Μετά ξέσπασε ο πόλεμος. Μας ξεσπιτώσαν. Έχασα τις νεράιδες. Αλλά ακόμα θυμάμαι το χορό τους κι ανατριχιάζω. Σαν βοή νομίζω ότι ακούω μες στο μυαλό μου τα νερά του βουνού από ψηλά να γκρεμίζονται κάτω και να χαράζουν τα λαγκάδια στο διάβα τους και, να σου πω, τελικά μετανιώνω που κιότεψα, που δεν ανέβηκα παραπέρα. Να φτάσω ψηλά στους καταρράχτες των βράχων να συναντήσω τις νεράιδες να λούζονται. Και να μιλήσω μαζί τους, γιατί; Θα μάθαινα τη γλώσσα τους. Και να γινόμασταν φίλες, θα με κράταγαν μαζί τους να ΄μουν εγώ τώρα νεραϊδομάνα κι εσύ το νεραϊδόπουλό μου! Άντε, ύπνο τώρα!
Τι τα θες; Μικρό παιδάκι ήμουνα, δεν μπορούσα να σκεφτώ τόσο μακριά… Εσύ όμως άμα δεις ποτέ νεράιδες θυμήσου τα αυτά…
Άνδρος 20-7-2004
jiagogina
από το βιβλίο μου "Ανασαίνει ο κήπος", εκδοσεις Κέδρος