17.8.26

Μια αλλόκοτη αυγουστιάτικη μέρα στο Ιδιόμελο

 


Είναι 10 το πρωί .

Εχεις μόλις λουστεί. 

Έχεις μόλις μπανιαριστεί. 

Έχεις παραλειφτεί και με κρέμες στο κορμάκι σου για να μυρίζεις χαριτωμένα (αποκλειστικά για τη χαρά της μύτης σου, λες μέσα σου, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές)….

Έχεις  αρωματιστεί κιόλας, σημειωτέον με ένα άρωμα τριαντάφυλλου. (Για τη χαρά της μύτης σου, λες πάλι, αλλά είπαμε αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές).

Καθαρίζεις την άμμο των Κοριτσιών, τα ταΐζεις, μαζεύεις τα πλυμένα ρούχα, συγυρίζεις λίγο τα ασυγυριστα  και κατεβαίνεις στην κουζίνα για καφέ. 

Ναι, ζούμε πολυτελώς εδώ στο Ιδιόμελο, ανεβοκατεβαίνουμε καθημερινά καμιά  δεκαπενταριά φορές μια υπέροχης αρχιτεκτονικής σκάλα, κατασκευής του 1924, παρακαλώ! 

Ταΐζεις τα χρυσόψαρα, λες καλημέρα στον υπέροχο πίνακα της φίλης σου Χαράς Παρθενη, καθαρίζεις και την άλλη τουαλέτα των Κοριτσιών (αυτή κάτω από τη σκάλα) και ετοιμάζεσαι να κάνεις καφέ και να γράψεις ένα παραμύθι. Αυτό έχεις στο νου σου από το βράδυ, μη σου πως ότι το μελέταγες  και μέσα στον ύπνο σου. Τόσο αποφασισμένη είσαι.  Θες να γράψεις ένα παραμύθι για τον απήγανο, ένα παιδικό (ίσως) παραμύθι, και να μιλήσεις για το θαύμα. Θαύμα που το νιώθεις στα βάθη του αρωματισμένου σώματος σου που είναι απολύτως προετοιμασμένο για γραφή και ανάγνωση. 

Κάθεσαι. Αρχίζεις να γράφεις. Ηδονή. Όμως κάτι παρεμβαίνει. Οχι, δεν είναι η λίστα των αγορών που πρέπει να κάνεις (αυτό σου παίρνει δύο λεπτά, το τακτοποίησες), ούτε τα Παιδιά του Κάτω  Ορόφου που πρέπει να τα ταΐσεις κι αυτά, γιατί κλαίνε σαν να είναι θεονήστικα για μια εβδομάδα. Πανεύκολο κι αυτό και δεν διαταράσσει την  σκέψη σου. Τα ταΐζεις, βγαίνουν για τη βόλτα τους. Ησυχία. Γαλήνη.

Βυθίζεσαι στο γραπτό. Ομως, κάτι πάλι μεσολαβεί. Ενδοφλέβιο αυτή τη φορά. Είναι κάτι πολύ σημαντικό! Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως πρέπει να περιγράψεις επακριβώς την απερίγραπτη ομορφιά που έχει η κάμπια της Πεταλούδας-Μονάρχης  που τη βλέπεις μέρες τώρα να ελαφροπεταει  στην αυλή. Ξέρεις το γιατί. Την περιμένεις κάθε χρόνο με λαχτάρα! Τις βλέπεις με τα περίτεχνα δαντελωτά φτερά τους στον αέρα δύο-δύο  να τρεμοπαίζουν  ζευγαρώνοντας, τις βλέπεις χορεύτριες μετά να κάθονται ανάερα πάνω στα φυλλαράκια του απήγανού σου και ξέρεις ότι εκείνη τη στιγμή αφήνουν πολύτιμα αυγά! 

Οπωσδήποτε πρέπει να περιγράψεις τις κάμπιες.  Έχει προτεραιότητα αυτό! 

Αλλά πού είναι τώρα οι κάμπιες;

Βγαίνεις φουριόζα στον κήπο με το κινητό έτοιμο για φωτογράφιση και αναζητάς παντού κάμπιες (για να είμαι πιο ακριβής όχι «παντού», μόνο στον απήγανο, οι πεταλούδες τον λατρεύουν κι αφήνουν πάντα εκεί τα αυγά τους.

Βρίσκεις μια κάμπια που σχεδόν έχει «κουκουλωθεί». Την φωτογραφίζεις. Ετοιμάζεσαι να φύγεις και να επιστρέψεις στον παράδεισο του παραμυθιού αλλά βλέπεις στην πίσω πλευρά  των μίσχων του απήγανου εστίες βαμβακαδας (Πανούργα βαμβακάδα που πας να ξεφύγεις από το φονικό σαπουνόνερο που σχεδόν καθημερινά σου ρίχνω!). Άπαπα! Κάτι πρέπει να κάνεις. Οχι όμως ψεκασμοι  τέτοια ώρα μέσα στον ήλιο. Είναι πια μεσημέρι!

Ανεβαίνεις στο σπίτι, στον Πάνω Όροφο, γιατί έχεις αφήσει εκεί το ψαλίδι (χτες κλαδεψες το  τριών μέτρων αλμυρίκι σου που κι αυτό δυστυχώς γέμισε βαμβακάδα), κατεβαίνεις κι αρχίζεις προσεκτικά να κλαδεύεις τον μολυσμένο απήγανο χωρίς να ενοχλήσεις την καλλονή -κάμπια. 

Τέλεια. 

Ετοιμάζεσαι να φύγεις αλλά δεν κάνεις πρώτα μια βόλτα και στους άλλους  απήγανους (ναι, είναι πολλοί), μήπως βρεις κι άλλες κάμπιες να φωτογραφίσεις;

Κάμπιες δεν βρίσκεις. (Μόνο βαμβακάδα,  φέτος έχουμε επιδρομή)…

Κλαδεύεις προσεκτικά τους μολυσμένους μίσχους. Παίρνεις μια μεγάλη σακούλα και τους βάζεις μέσα.  Η σακούλα γεμίζει. 

Τινάζεις με ευχαρίστηση τα χέρια σου που μυρίζουν βαμβακάδα και απήγανο μαζί και στρέφεις να φύγεις.  Να επιστρέψεις στη γραφή!  Τίποτε δεν έχει αλλάξει μέσα σου! Η ίδια επιθυμία, η ίδια έμπνευση! 

Γυρνώντας το κεφάλι πέφτει το μάτι σου στο μισοξεραμένο  χιωτικο γιασεμί. Θες καιρό να το κλαδέψεις, αλλά πάντα κάτι συμβαίνει και το αναβάλλεις. «Τώρα είναι η ευκαιρία», σκέφτεσαι και ορμάς καταπάνω του.

Κλαδεύεις αποφασιστικά και χαρούμενα. Όχι με γνώση. Με το ένστικτο  επικοινωνίας που έχεις με το γιασεμί και με τα περισσότερα φυτά (όχι με όλα, κάποια δεν τα καταλαβαίνεις καθόλου. Το γιασεμί όμως το χιώτικο το νιώθεις καλά και το κλαδεύεις εντατικά για να το σώσεις. Άλλωστε το φεγγάρι είναι στη χάση του…)

Μάντεψε! Βαμβακάδα! Α, γι’ αυτό ξεραίνεται το χρυσό μου. Του μιλάς: «Μη σε νοιάζει, το βραδάκι θα σε ψεκάσω με σαπουνόνερο».

Τινάζεις τα ξερά από τα φρεσκοπλυμένα ρούχα σου, από τα φρεσκολουσμενα  αρωματισμένα μαλλιά σου  και  από τα μπρατσάκια σου που μοσκοβολάνε ακόμα κρέμα με άρωμα βανίλιας. 

Η σακούλα γέμισε εντελώς!

Ενα γρήγορο πότισμα τώρα! 

Επιστρέφεις στην κουζίνα! 

Τα Παιδιά σε ακολουθούν κραυγάζοντας  επιδεικτικά!

Μήπως  να τα ταΐσεις; 

Μήπως να φας κι εσύ κάτι πριν κάτσεις να γράψεις; 

Μήπως να ρίξεις κι ένα λουσιματακι; Ή μαλλουρα  είναι γεμάτη ξερά φύλλα. 

Α, να και μια αραχνάρα που βολτάρει στο μπράτσο σου.  Μάλλον της χάλασες τη φωλιά με τα κλαδέματά σου!

«Φου, αραχνούλα», της  ψιθυρίζεις «Τρέχα  στον ιβίσκο!)

Η αραχνάρα αφήνεται υπάκουα στο φύσηγμά σου και γαντζώνεται σε ένα νεαρό  άνθος του ιβίσκου. Κι εσύ  αίφνης συνειδητοποιείς ότι πλύθηκες και παρφουμαρίστηκες όχι για το χατίρι σου, αλλά για το χατίρι του μωβ ιβίσκου, για το χατίρι της αράχνης, για το χατίρι της Μοναρχικής σου Πεταλούδας, των σπόρων του Απήγανου, της κάμπιας, των απολυταρχικών Παιδιών που ακόμα σκούζουν δραματικά, του γλυκού μεσημεριανού ήλιου, της αλλόκοτης σιωπής που έχει το απόθεμα αυτού του δεκαπενταύγουστου, με όλα τα πορτοπαράθυρα των πολυκατοικιών κλειστά. 

«Μέχρι το τέλος της εβδομάδας όλα θα έχουν επιστρέψει στον κανονικό ρυθμό τους», σκέφτεσαι, «πρέπει  να βιαστώ!»

«Οχι, δεν γίνεται τώρα, πρέπει να πας για ψώνια πρώτα. Εχεις  έτοιμη τη λίστα!  Βιάσου! Η ώρα  πήγε  τρεις»…


jiagogina

Και για όσους δεν ξέρουν το Ιδιόμελο:

www.idiomelon.gr




12.8.26

ΛΟΥΛΗ ΤΣΑΜΑΝΤΑΝΗ, Περπατώ



Στην άγνωστη χώρα των γηρατειών

την παρεξηγημένα άγονη χώρα

με βακτήρια το αψύ απόσταγμα 

των εμπειριών·

κι όμως ακονταφτω. 


Γρίφοι γηρατειών α’

Εκδόσεις Κουκκίδα 

ΛΟΥΛΗ ΤΣΑΜΑΝΤΑΝΗ , Άνοιξη

 Άνοιξη


Και ξαφνικά άρχισαν να προβάλουν 

τα γηρατειά 

με τα λευκά μαλλιά τους 

τα μοβ λουλουδάκια 

της μελαγχολίας τους 

τη δικιά τους μυρωδιά.


Τι όμορφα, τι όμορφα 

κι ας πρόκειται 

να πεθάνουν σύντομα


Γρίφοι γηρατειών α’

Εκδόσεις Κουκίδα

10.8.26

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, από τη συλλογή ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

ΙΓ΄

Στον Δημήτρη Χαρίτο


Ποιήματα γραμμένα μές στά περιθώρια

Ἑνός χαρτιοῦ

Μέσα στά ὅρια

Τῶν στίχων

Μέ συγκρατημένο βηματισμό

Ελεγχόμενη ἀνάσα

Μικρά κελιά τῆς ψυχῆς μου

Μικρά ἀνήλιαγα κελιά

Πού τὰ ἐπιθεωρεῖ ἕνας δεσμοφύλακας

Θεός ἀριά καί ποῦ

᾿Αριά καί ποῦ περνάει

Καί κοιτάει ἀπ᾿ τὸν ἐλάχιστο φεγγίτη τους

Κι εἶναι αὐτό τό σπάνιο βλέμμα του

Τό μόνο φῶς πού τά φωτίζει

Από τη συλλογή ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1986

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (1966-2000)

Εκδόσεις Νεφέλη 

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, δεν έχουμε άλλη χώρα

 Θ'

Δὲν ἔχουμε ἄλλη χώρα ἔξω ἀπ᾿ τὴν ἐνδοχώρα πατρίδα ἄλλη δὲν ἔχουμε. Ὁπουδήποτ᾽ ἀλλοῦ, μέτοικοι, ξένοι, ἀντίγραφα ἑνός διαβατηρίου, μιᾶς ταυτότητας. Μόνον ἐντός μας ἑαυτοί. Μόνον ἐντός μας ὁ ἀκέραιος λόγος, ἡ καίρια πράξη. Ἐκτός μας, ἀδέξιο τραύλισμα τῆς ψυχῆς, ἄκαιρες, ἀκρωτηριασμένες χειρονομίες.


Κι ἄν εἶναι ὑψηλά καί περήφανα τά μέτωπά μας, εἶν᾿ ἐπειδή νικηφόρα ὑπερασπίσαμε τά ἐνδότερα ἐδάφη. Κι ἄν εἶναι βαθιά χαραγμένα τά πρόσωπά μας, εἶναι γιατί ποτέ δέν στρέψαμε τή ράχη στίς μέσα μας θύελλες. Κι ἂν εἴμαστε ἀπόκρημνοι κι ἀπλησίαστοι, εἶν᾿ ἐπειδή συχνά ἀκροβατήσαμε στό χεῖλος τοῦ μέσα μας γκρεμοῦ. 


Κι ἄς ἔρθουν τώρα νά μᾶς κρίνουν οἱ κάτοικοι ὁδῶν, συνοικιῶν καί πόλεων. ῎Ας ἔρθουν τώρα νά μᾶς κρίνουν οἱ νομοταγεῖς πολίτες τῆς ἀνυπαρξίας. Ας ἔρθουν οἱ ἀκατοίκητοι ἄνθρωποι.


Από τη συλλογή ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1986

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (1966-2000)

Εκδόσεις Νεφέλη 

9.8.26

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ΠΟΙΗΣΗ

J'ai pétri de la boue et j'en ai fait de l'or. Charles Baudelaire, «Bribes)


Η ποίηση εἶναι ἕνα ποτήρι ἀδειανό 

που το γεμίζουμε μὲ τὸ αἷμα μας. 

Ύστερα το προσφέρουμε στούς ἄλλους 

ἤ δὲν τὸ προσφέρουμε ἀλλά μᾶς τὸ παίρνουν 

καί τό μυρίζουν καὶ τὸ δοκιμάζουν 

καί μιλοῦνε γιά τό χρῶμα του 

καί ἀναλύουνε στο μικροσκόπιο τή σύνθεσή του 

καί το ταξινομοῦνε σε ὁμάδες 

καί βρίσκουνε συχνά μικρόβια καί μᾶς καταδικάζουν.


Ἡ σημασία βέβαια εἶν᾿ ἀλλοῦ· 

ἡ αἱμορραγία νὰ συντελεῖται 

κι ὅ,τι θέλει ἄς λέει ἡ ἐπιστήμη τους.  

Ὁ ποιητής δὲν εἶναι ἀστρονόμος

μά ἀστρολόγος· 

τ' ἄστρα τὸν ἐνδιαφέρουν μόνο 

γιά τή δύναμή τους πάνω στη ζωή 

τὸν ἔρωτα ἤ το θάνατο·

κινεῖται μές στή μαγγανία 

κι ἀναμειγνύοντας βοτάνια μαγικά, 

εὐχές, ξόρκια καί δηλητήρια 

φτιάχνει τό ἀτίμητο χρυσάφι 

πού εἶναι ἀδύνατο οἱ ἄλλοι 

να το κάνουνε νομίσματα


Από τη συλλογή ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ , 1973

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 

Αργύρης Χιόνης, ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ


 

ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ καί πόσο ἐγγύς στὸ ἀρχαῖο πνεῦμα (πού μᾶλλον τὴν προσπάθεια ἐνεθάρρυνε παρά τὸ ἀποτέλεσμα) ὁ φυτευτής κυπαρισσιῶν! Φυτεύει σήμερα δενδρύλλια, ξέροντας πώς ποτέ του δὲν θὰ δεῖ τὸ πλῆρες τῆς προσπάθειάς του ἀποτέλεσμα, καθότι, ὡς γνωστόν, ἡ μεσογειακή κυπάρισσος ζεῖ ἀπό πεντακόσια ὡς ἑπτακόσια χρόνια. Φυτεύει, άπλῶς, δίχως νὰ ἐπιδιώκει ἐπιδόσεις ἐξαιρετικές, ρεκόρ και ἄλλα τέτοια καί κάνει, ἔτσι, ἕνα ἄλμα ὑπέροχο, ἄν καί μάταιο, μέσα στο χρόνο, σαν να 'ταν ἅλτης πού, ἐνῶ βρίσκεται κατά πολύ πάνω ἀπ᾿ τὸν πῆχυ, ἐδῶθε κι ὄχι ἐκεῖθε προσγειώνεται.


Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ποιήματα 1966-2000

Από τη συλλογή Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ , 1996

, εκδόσεις Νεφέλη

Αργύρης Χιόνης, ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 





ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ


Θα 'ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καί θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν.


Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στή γῆ ἐκεῖ ποὺ ἦταν πρίν τὰ δέντρα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι καταλάβουνε τί έχασαν, θὰ πᾶνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω ἀπ' αὐτές τις τρύπες. Πολλοί θά πέσουνε μέσα. Τα χώματα θά τούς σκεπάσουν. Κανείς δέν θά φυτρώσει.  


Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΏΠΗΣ (ποιήματα 1866-2000) 

Από τη συλλογή «Λεκτικά Τοπία» 1983

(ενότητα Προφητείες)

εκδόσεις Νεφέλη


7.8.26

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ , Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

 Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΧΟΡΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ


Ο θάνατος χορεύει στην πατρίδα μου

κοιτάζει το φινάλε της στα μάτια

με δόσεις ξεπουλάει την ελπίδα μου

την ένεση χτυπά στα σκαλοπάτια.


Ο θάνατος χορεύει στην Ομόνοια

ζεϊμπέκικο σε πέτσικο σανίδι

σκυφτή η μοναξιά τον ερωτεύεται

ανάβει το τσιγάρο και τον γεύεται

γυμνή στην αγκαλιά του Καζαντζίδη.


Ο θάνατος χορεύει στο βαγόνι μου

αρώματα και χρώματα κληρώνει

αλλάζει προσωπεία στην οθόνη μου

αγάλματα κι αγάπες μαχαιρώνει.


Ο θάνατος ορμάει καταπάνου μου

με φτάνει στην πλατεία Αριστοτέλους

ανάβουμε τα φώτα στα Λαδάδικα

τα πίνουμε παρέα στα ουζάδικα

μεθάμε τον καημό του Μητροπάνου.

5.8.26

Θανάσης Μαρκόπουλος, Γυναίκα μόνη μπροστά στη θάλασσα

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ο ήλιος τη βρίσκει στο μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την

απέραντη θάλασσα


Όταν παίρνει να τρεμίζει το φως κατεβαίνει στο κύμα 

βρέχει τη μοναξιά της κι ανέρχεται 

Μπαίνει ολόκληρη στον καθρέφτη κι επιστρέφει μισή

Ύστερα βγαίνει στο μπαλκόνι και ξαναπαίζει το άγαλμα


Κόπωση θέας και γλαρώνει 

Σε μπαμπάκι χιόνι πέφτει και βλέπει μια γυναίκα σ’ ένα 

μπαλκόνι να κοιτάζει πέρα την απέραντη θάλασσα


Συνέρχεται κι είναι ακόμα εκεί 


Ώσπου ο ήλιος σβήνει στο νερό και μια νύχτα τυφλή 

φράζει το βλέμμα

Στύβει τότε τα μάτια της κι ένα δάκρυ ζεστό την κάνει 

λιώμα 

 

(Έκδ. Μελάνι, 2010, 2016)

ΕΡΩΤΙΚΑ

 

ΔΕΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

 

Ι

 

Για του σώματος τα πλήκτρα έχω να πω ότι όντως ηχούν και παίζουν μουσική

ανάλογα με το πού και πώς θα τα πατήσεις

στο χάδι το θυμό τον πόθο.

Κι η φύση του έρωτα κατακλυσμός και πάλι άμπωτη μετά 

 μιας ευτυχίας μοναχικής

Είτε γαμήσι είτε φως μού είναι το ίδιο.

Ας μείνω εταίρα.

Το νόμισμά μου  πέφτει στο βυθό και σώζεται.

 

Καθώς σε βλέπω να ραβδίζεις  συγχορδίες 

με την κιθάρα του κορμιού μου σε ανάβαση.

 

28/7/97

Στο πλοίο προς Πειραιά

 

 

 ΙΙ

 

Χαϊδεύει σώμα σαν άνεμος ήμερη θάλασσα.

 Και μετά μένουν τα σύμβολα  στη μνήμη:

ένα παρόν στητό αυτεξούσιο που χύνει  φλέβες των αλιγών

και μια ροπή  προς το Αγαθό που περιπαίζει το ανίερο.

Αυτό με καίει περισσότερο.

Πιο πολύ απ’ τις θερμές πηγές του κόλπου μου όπως σου δόθηκε.

 

28/7/97

Στο πλοίο προς Πειραιά

 

 

 

 

ΙΙΙ

 

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΕΣΥ

 

Ο έρωτας δεν μου είναι κάτι απλό.

 

Στρώμα από εκατονταπέταλα τριαντάφυλλα

 ας πούμε η πάχνη του αλόγου και το χνώτο του

κι η αντηλιά του πόθου

γυμνή κάτω από μια κληματαριά στην Αίγινα.

 

Αχ, ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό.

 

Θάλασσα κάτω απ’ τις ανατριχίλες του κορμιού 

με ναυαγούς Νηρηίδες

απ’ τους λυγμούς τους τρέφονται τα όστρακα

ποτέ καμιά γυναίκα δεν θα φορέσει τα μαργαριτάρια τους

υπάρχουν όπως το πολύτιμο εσύ 

το πρόσωπο που αγάπησα 

πίσω απ’ τον ίσκιο

μες το βυθό των σπλάχνων των αντίπερα.

 

Ο έρωτας δεν είναι κάτι απλό

όσο κι αν σε χωρέσω μια επίγεια  λύπη

 είχε γεννήσει κάποτε το διάστημα του χωρισμού

και τώρα πάει τέλειωσε

 φιλιούνται τα κορμιά μας και χορεύουνε

 κι αυτό ήταν όλο

πριν από σένα κι από μένα ξέρουν

σύνδεσμο ισόβιο τ΄ άστρα...

 

Το παραπάνω του έρωτα

 είν΄ το σώμα που κατέχεται και δεν το αντέχει

το παρακάτω του έρωτα 

είν΄ το σώμα που νομίζει ότι αντέχει να κατέχει

κι ο έρωτας μου

κισσός μες στην καρδιά

 σφίγγει και  γνέθει τα νοήματα που σφάλλουν.

 

Ξεκουράσου τώρα  ήλιε μου φιλημένε. 

Σε λίγο ξημερώνει.

Φάνηκε ήδη το αύριο το πρωινό καράβι...

 

Προαναγγέλλει μια φυγή και την επιστροφή...

 

 

 

 

ΙV

 

ΟΠΩΣ ΠΛΟΙΟ ΤΟ ΜΩΛΟ

 

Γέμιζε πάλι το φεγγάρι

κι ακόμα η νύχτα νέα 

λίγο το ντράπηκε και ντύθηκε στα μωβ

πίσω από κάτι σύννεφα περαστικά χαμόγελα

Μετά άνεμος κανείς

Κι η θάλασσα ξεδίπλωσε το σώμα της

για να ριγήσει η σελήνη

χρυσόχαλκη στο κυανό 

κι όπως πάντα ενάρετη

 

Βάθαινε η νύχτα 

πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα

αντίτιμο μιας δόξας θάρρος

αυτού που πένθησε στα χείλια μου για λίγο πριν σε φιλήσω

την ώρα που ολόσωμο πια το φεγγάρι πανσέληνος φεγγοβολούσε

κι εμείς στον αιγιαλό κάναμε τέμενος

Πριν σε φιλήσω

 

Μ΄ ακόμα η νύχτα νέα

 

Γυμνά από τα συν του κόσμου

φιλιά κεριά αναμμένα

πεσμένα τα σεντόνια

στο πάτωμα τα μαξιλάρια

ορθάνοιχτα παράθυρα οι άχνες

κι οι λεμονιές έξω στη ζέστη φωτερές

Σώμα σε σώμα λεμονιάς

 ταξίδεψα απ’ τ΄ ακροδάχτυλα ως το χνούδι του λαιμού

κι όπως πλοίο το μώλο προσεκτικά ορμίζοντας στολισμένο με λαμπιόνια πολύχρωμα

κι οι επιβάτες με έξαψη κάτω ν΄ αδημονούν

μέχρι να φύγει πάλι για κοινών τόπων ταξίδι

έτσι κι εγώ προσέγγισα τα χείλια σου

να πάρω τη  γεύση σου 

μια νύχτα Πανσελήνου

που ο χρόνος αποστάθηκε 

και βάθυνε ο Αύγουστος 

 

Σε φίλησα επί τέλους

με το δικό μου τρόπο του χαμού

που αφήνει πάντα την προσδοκία να ξεφεύγει

ευρύνοντας τις στιγμές σε μία

μη λογαριάζοντας τα αντίτιμα

μόνο τα δώρα

χωρίς να μένω χωρίς να προδίδω

πληρωμένη μ΄ ένα τίποτα

συντεθλιμμένη στους οργασμούς

 

Σε φίλησα

Κι αυτό ήταν όλο

Μετά σε πήγα σπίτι

Ήταν ωραία ακόμα η νύχτα

κι άρχιζε σιγά-σιγά να ξημερώνει

 

25/9/97

 

 

V

 

«Άκτιστο σώμα ο έρωτας

Κι εσύ το φως μου

 Στάσου σιμά.

Ζητώ πολλά;

Τυφλά να σε βρίσκω

Ποτέ να μην σε έχω 

Σκλάβος του πόθου ναι

Μα σαν ελεύθερος τα πλούτη σου να ζω 

Όπως τη συντριβή μπορούσες κάποτε κι εσύ

Ζητιάνα στο μίσχο του απήγανου

΄Η πέφτοντας στον μαύρο θέρος μέσα

Για να χαθείς από κάθε εγκατάλειψη»

 

«Ζητάς πολλά.

Προδότες, το ξέρεις, δεν υπάρχουν». 

Είπε

Και στης ρολογιάς το στριφογύρισμα

τυλίχτηκε να ξεγελάσει το κυνηγητό

 

Κτίσμα ποτέ δεν ήταν 

Κάμπια γεννήθηκε 

Πέθανε πεταλούδα

 

8/7/98

Αίγινα

 

 

VI

 

Σιγά

Μην ξεστρατίσει κάποιο χάδι παραπέρα

Και σπάσει ο κόσμος κομματάκια 

 

Μην σε κοιτάξω λίγο παραμέσα

και διαφύγει μες στις φιστικιές

η ένωσή μας ανεπιστρεπτί

 

Σιγά 

Μην αναπνεύσω λίγο παραπάνω

Και γίνει θρύψαλα αυτή η στιγμή

 

 

 

VII

 

Μάχης λάφυρα σωσμένα

Αναπνοές φωνές από ατλάζι

Μια κοσμηματοθήκη από χάδια

Δυο σώματα στο ημίφως

Αέρηδες σε φύλλα λεμονιάς

 

Και ο Ιαπετός στην άγρια θάλασσα 

πεσμένος ν’ ανασταίνεται 

 

 

Αίγινα 14/8/98

 

VIII

 

Στο δρόμο τον αυτό που πήρα πίσω πάλι

βρήκα εικόνες αναπάντεχες κι όμως οικείες

μια γεύση του αγνώστου όσο τρύγησα στην άνοδο

κι αντί για πλούτη

  πρόσφορα δάκρυα  

λαμποκοπούν  στα σταυροδρόμια ακόμα

χνάρια αφημένα για άλλους

 

Έχω δύο φορές και δύο ρεύματα

που φτιάχνουν μιαν οδό

ξανοίγεται και πάει

 

Μένει τετράπειρη να γίνει η νόησή μου και ν΄ αντέχω

 να  σ΄ αγαπώ χωρίς επαύριο

σπίτι του γυρισμού μου στα λαγκάδια.

 

Αίγινα 14/8/98

 

 

 

Εκείνες τις στιγμές 

Πέφτει γύρω μας ένα σκοτάδι

Και το σκοτάδι

Θηλυκώνει μ΄ ένα φως από βαθιά

 

Κι εκεί 

Στην κόψη

 Εμείς οι δυο

 Ένα δέντρο

 Απομυζούμε έρωτα

Αβάσταχτα κι αργά

 

Αύγουστος 98

 

 

 

X

 

...με μια ανεμελιά που τη σκιάζει μόνο η πραγματικότητα

ανοίγω την πόρτα με τη σίτα και σε φωνάζω

με ένα όνομα που δεν είναι δικό σου και συ κάνεις πως το ακούς

μετά σου φτιάχνω καφέ σου προσφέρω  φιλιά 

και το ιερό μου

ζευγαρώνεις μ΄ ένα σώμα που δεν είναι δικό μου

μα κάνω ό,τι μπορώ προσώρας

για να σε κρατήσω αθάνατο έτσι που σ΄ έπλασα

άνεμο να κυριεύει τα χωράφια μου

ήρωα χωρίς λόγο

 

Με μιαν ανεμελιά που αψηφά την πραγματικότητα

ζω θανάτους στην αγκαλιά σου 

και μετά κάθομαι έξω στην καρέκλα και ρίχνω το κεφάλι πίσω

να βεβαιωθώ ότι ακόμα δε νύχτωσε

 

Ναι, στο σύθαμπο δε ράγισε ακόμα ο ουράνιος θόλος

ύστερα χαμογελάμε και λέμε κάτι εκεί για τον καιρό

 

Έχεις το προνόμιο να μου αφανίζεις τα άστρα

αρχαίε μου εραστή

μα δε με νοιάζει

δραπέτης απ’ το χρόνο είμαι

και στο φινάλε 

 τι έχω  άλλο να κάνω παρά μόνο  έρωτα;

 

30 Αυγούστου ΄98

 

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...