Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλαμάς Κωστής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29.7.19

2 ερωτικά... του Κωστή Παλαμά...

Ἡδονισμός

Ἀπὸ τραγούδια ἕν᾿ ἄυλο κομπολόι
Σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ τραγούδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
Καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.
Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
Νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴν δροσάτη χλόη
Μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.
Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
Ποὺ κοιμίζει θὰ φέρω στάλα στάλα,
Μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμὶ νὰ σὲ ποτίσω
Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
Δυὸ βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
Στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.
[Βραδυνὴ Φωτιὰ Β´]

Τὸ χάρισμα

Σοῦ φέρνω ἀπ᾿ τὴ γαλάζια μου πατρίδα
Κι ἀπ᾿ τὰ φωτοσπαρμένα τῆς τὰ μέρη,
Μιᾶς μάγισσας δουλειά, μίαν ἁλυσίδα
Ποῦ ἀνθρώπου δὲ μπορεῖ νὰ πλάσει χέρι.
Εἶδα τὸν ἥλιο κι εἶδα κάθε ἀστέρι,
Μὰ νά ῾χουνε τὴ λάμψη της δὲν εἶδα...
Μονάχα σὲ σοῦ πρέπει, ἁγνό της ταίρι
Ἀγάπη μου εἶσαι σύ, καμαροφρύδα!
Ρουμπίνια ἐδῶ κι ἐκεῖ μαργαριτάρια
Τὴν πλέκουν...ἀπὸ δάκρυα ἔχουν γίνει,
Ὅλο ἀπὸ δάκρυα τὰ μαργαριτάρια
Κι εἶναι ἀπὸ αἷμα κάθε τῆς ρουμπίνι...
Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ σφιχτὰ τὴ δένει
Ὁ ἔρωτας εἶναι, πολυαγαπημένη.
[Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, 1892]

27.7.19

Παλαμάς - Καρυωτάκης: μια παράλληλη ανάγνωση




Δύο ποιητές, δύο κόσμοι... Το ποίημα του Παλαμά, λυρικό άσμα για τοn ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση, το ποίημα του Καρυωτάκη σάτιρα πικρόχολη, με αποδέκτη τον ίδιο ποιητή...

Θυμίζω και το σχόλιο του Παλαμά για την πρώτη ποιητική συλλογή  του Καρυωτάκη "Ο πόνος των πραγμάτων και των ανθρώπων",  ότι βρίσκει τον τίτλο  της συλλογής πολύ πιο ενδιαφέροντα από το περιεχόμενο της...  Αυτό για να φωτιστεί περισσότερο η αγεφύρωτη απόσταση που χωρίζει τους δύο ποιητές: Δυστυχώς οι  παλαμικοί "Ίαμβοι και Ανάπαιστοι" δεν πρόκειται να συναντηθούν και να συμφωνήσουν - τουλάχιστον στα πλαίσια της εποχής τους - με τα καρυωτακικά "Ελεγεία και Σάτιρες". Ενοχλητικός ο Καρυωτάκης διεκδικεί μόνος του και με εμπάθεια μια καταξίωση που είναι πρώιμο αίτημα στην εποχή του. Εγείρει ένα δικό του καινούργιο ΕΜΕΙΣ,  μια τιμή της δόξης  προς  τους "ποιητές άγνωστοι που ' ναι", ένα μείζον εγερτήριο πρώιμης σαρκαστικής απελπισίας προς  εμάς τους κατοίκους του μέλλοντος  "που θα διασκεδάσουμε όλοι στην κηδεία" . Μια τέτοια ποιητική χειρονομία ζωής και θανάτου ο Παλαμάς - εθνεγέρτης (αλλά βεβαίως και ο Παλαμάς της Ασάλετης Ζωής, με όλο το διαδυσμό του) δεν θα μπορούσε ποτέ να την εννοήσει.
Συναντώνται ωστόσο εδώ με μήλον της έριδος τον Μιλτιάδη Μαλακάση.
Ας κάνουμε λοιπόν μια συγκριτική ανάγνωση... 



Κωστής Παλαμάς

Στὸν ποιητὴ Μ. Μαλακάση

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι,
στὰ πράσινα παράθυρα καὶ πίσω ἀπ᾿ τὰ καφάσια
νὰ σ᾿ ἀγναντέψουν τρέχανε τ᾿ ἀπάρθενα κοράσια.
Τώρα ὁ καιρὸς ξεφούντωσε τὰ φουντωτὰ μαλλιά σου
καὶ τὴν ξανθὴ ξεθώριασε θωριά σου,
καὶ στρατολάτης πέρασες ἀλλοῦ καὶ ταξιδεύεις·
μὰ τώρα εὐγενικώτερο φαρὶ καβαλλικεύεις,
καὶ τ᾿ ἄλογό σου φτερωτό, καὶ πᾶς νὰ τὸ ποτίσῃς
μὲ τὸ νερὸ τῆς Κασταλίας τῆς βρύσης.


Οἱ καημοὶ τῆς λιμνοθάλασσας, Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 189 
(α έκδοση 1912, β έκδοση 1925)

*****


Κώστας Καρυωτάκης

Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θά βρεθεῖ νά μᾶς δικάσει,
μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο,
ἴδια τόν ἕνα καί τόν ἄλλο;

Τούς τρόπους, τὀ παράστημά σας,
τό θελκτικό μειδίαμά σας
τό monocle πού σᾶς βοηθάει
νά βλέπετε μόνο στό πλάι
καί μόνο αὐτούς νά χαιρετᾶτε

ὅσοι μοιάζουν ἀριστοκράται,
τήν περιποιημένη φάτσα,
τήν ὑπεροπτική γκριμάτσα
ἀπό τή μιά μεριά νά βάλει
τῆς ζυγαριᾶς, κι ἀπό τήν ἄλλη

πλάστιγγα νά βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
ἄθυρμα, συντριμμένο βάζον,
ἐγώ,  κύμβαλον ἀλαλάζον.
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,

ποιός τελευταῖος θά γελάσει;
(Σάτιρες, 1927)

14.8.17

Κωστή Παλαμά, Κακή φωτιά



Κακή φωτιά

Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.


Δάνειο από ΕΔΩ

27.7.14

Κωστής Παλαμάς, από τα "Σημειώματα στο περιθώριο"


13.
Μιὰ φορὰ  κι ἕναν καιρὸ - ἤμουνα παιδί.  Ἔπιασε φωτιὰ τὸ σπίτι μας. Ἀντὶ νὰ βοηθήσω γιὰ τὸ σβύσιμο, καθὼς ὅλοι οἱ ἄλλοι τοῦ σπιτιοῦ, βγῆκα ἔξω μὲ τὸν ξένο κόσμο ποὺ ἔκανε χάζι ἀπ' ἔξω, καὶ χάζευα κι ἐγώ, ἀγναντεύοντας τὸ σπίτι μου ποὺ καίγοταν. Μοῦ ἔφυγε μάλιστα κ' ἕνα περίεργο ξεφωνητό. Ἔλεγα πρὸς τοὺς γύρω μου, κοιτάζοντας τὸ σπίτι μου ποὺ καίγονταν.Ἔλεγα καὶ ξανάλεγα: "Κλαίω καὶ γελάω! Κλαίω καὶ γελάω!" Κάποιος μάλιστα μ' ἄκουσε καὶ γέλασε μὲ τὴν περίεργη φράση μου καὶ τὴν εἶπε καὶ σὲ ἄλλους καὶ γελάσανε κι αὐτοί. Κ' ἔτσι ἄθελα ἐφάρμοζα, δωδεκαχρονίτης penseur τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, τὴν ἀρχὴ κάποιων σημερινῶν φιλοσόφων ποὺ τὸν κόσμο δὲν τὸν νιώθουνε παρὰ σὰν ἕνα θέαμα γιὰ ἀπόλαυση καλαισθητική. Περάσανε χρόνια. Μιὰ βραδιὰ βρέθηκα σ' ἕνα σπίτι, γνώριμο, μὰ πάντα ξένο. Τὸ σπίτι ἔπιασε φωτιά. Πῆρα τὸ καπέλλο μου κ' ἔφυγα σὰν ἀστραπή. Ἔτρεξα στὸν ἀστυνομικὸ σταθμὸ τῆς γειτονιᾶς, φώναξα, ζήτησα τὴ βοήθεια τοῦ πυροσβεστικοῦ λόχου, τὸν ἔβαλα μπροστά, καὶ τράβηξα ἥσυχα νὰ κοιμηθῶ. Ὁ λόχος ἔφτασ' ἔγκαιρα κ' ἔτσι σβύστηκε ἡ φωτιά, γλύτωσε τὸ σπίτι.  Ὕστερα ἀπὸ καιρό, ἕνα βράδυ, ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ ποὺ κινδύνεψε νὰ καῆ,  μ' ἐρώτησε  γελώντας τί ἔγινα τὴ βραδιὰ ποὺ πῆρε φωτιὰ τὸ σπίτι.  Ὅταν τῆς εἶπα πὼς ἔτρεξα στὸν πυροσβεστικὸ σταθμό, ξαφνίστηκε: -Μπά! κ' ἐμεῖς νομίσαμε πὼς τρόμαξες και πῆρες τὸ καπέλλο σου κ' ἔφυγες! - Γιὰ νὰ τὰ σημειώνω τώρα τἀσήμαντα τοῦτα, θαρρῶ πὼς κάποιο νόημα θὰ κρέμεται ἀπὸ κεῖνα.

αντιγραφή από τον δέκατο τόμο των Απάντων, εκδόσεις Μπίρη

Κωστής Παλαμάς, από τα Σατιρικά Γυμνάσματα, 22


22
Κ'  ἐγὼ, προφήτη Σκάλδε, ἐπαναστάτης.
Σὰν ἐσὲ μιὰ ἐπανάσταση γνωρίζω,
Κατακλυσμός τὸ φοβερὸ ὄνομά της.

Κατακλυσμὸς·  μόνο σ' αὐτὸν ἐλπίζω,
νερό, νερὸ, νερό, γιὰ νὰ τὸν κάμη.
Κ'  ὕστερα τί θὰ γίνη; Δὲ φροντίζω.

Ὁ κόσμος τὸ ψωμὶ τὸ τρώει χαράμι.
Καλοί, κακοί, Νῶε, κι ἄνθρωποι καὶ χτήνη
κι ὅλα νὰ τὰ σαρώσει τὸ ποτάμι,

σπόρος ἀπ' τὴ σπορά μας νὰ μὴ μείνει.
-Τὰ λόγια σου καὶ λόγια μου, ὦ προφήτη!-
Μὰ ἡ κιβωτό;Να τιναχτῆ κι ἐκείνη.

Τὸ νερὸ φέρτε. Ἐγὼ το δυναμίτη.

αντιγραφή από τον πέμπτο τόμο των Απάντων (εκδόσεις  Μπίρη )

κι εδώ μια αξιολογότατη εκλογή από τα Σατιτρικά Γυμνάσματα:

17.3.12

σχόλιο για μιαν Ουτοπία, "ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι"

Να ονειρευτούμε μιαν άλλη Αθήνα, έναν άλλο τόπο, ένα άλλο χρόνο. 
Όχι νοσταλγικά, όχι παρελθοντολογικά, αλλά με τη δύναμη της διαρκώς Ουτοπίας. 
Η Ποίηση ξέρει να θάλπει την Ουτοπία. Και την επανάσταση. 
Γι' αυτό προστρέχω πάλι σ' αυτή (κι ας θυμάμαι, κάθε φορά που το κάνω, τη δήλωση κάποιου πολιτευτή της Νέας Δημοκρατίας - και για κάποιο φεγγάρι, αν δε με απατά η μνήμη μου, υπουργού Πολιτισμού -  ότι οι "ποιητές είναι λαπάδες". 
Να το ανασκευάσω επιτέλους(καημό πολύ το έχω τόσα χρόνια):  
οι Ποιητές είναι λαμπάδες.
Σε τέτοιες εποχές αντέχει  η ποίηση.
Ας χρεωκοπήσουν όλα. Η Ουτοπία δεν αποσβένεται. 

jiagogina

και προς επίρρωσιν:  

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Η Φλογέρα του Βασιλιά. Λόγος Έβδομος(απόσπασμα)

Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης              5
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Kαι της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη,
τα πάντα, όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης.              10
Kι όλα σιμά τα φέρνεις, φως, κι όλα το φως τα δείχνει
με μοίρα σαν ξεχωριστή. Tης Aίγινας ο κόρφος
ασπρογαλλιάζει ολόχυτος, λαμποκοπά· τον πάει
σιμά προς τους κυματιστούς και σα γραμμένους λόφους·
και το βαθύ ακροούρανο σημαδεμένο μόνο              15
από το μαύρο ενός πουλιού και τ' άσπρο ενού συγνέφου
τα πάει προς το βουνόπλαγο, και του βουνού τη ράχη
την πάει σιμά στο λιόφυτο του κάμπου, και τον κάμπο
τόνε σιμώνει στο γιαλό, και του γιαλού και οι βάρκες
στα σπιτικά κατώφλια ομπρός τραβάν κατά τη χώρα              20
ήσυχα για ν' αράξουνε. Kι όλα το φως τα δείχνει
αεροφερμένα πιο κοντά σάμπως καημό να τόχη
να τα ορμηνέψη να πιαστούν κ' ένα χορό να στήσουν,
όσο που τόνα στ' αλλουνού την αγκαλιά να πέση.
Έτσι ολογύρα τα βουνά κι ο λογγωμένος Πάρνης              25
κι ο ελεφαντένιος ο Yμηττός κ' η αγέρινη Πεντέλη
βλέπονται κι όλο βρίσκονται σε συντυχιά με τ' άλλα
τα πιο φτενόγραφτα και πιο μακριά ξαγναντεμένα
βουνά της Ύδρας, τ' Aναπλιού, του Δαμαλά, της Kόρθος·
κι άκρες και λόφοι και στενά και βράχοι κι ακρογιάλια,              30
Tριπύργι, Φάληρο, Πειραίας, και οι σκάλες και οι λιμιώνες,
κ' η Σαλαμίνα αθάνατη, κ' η ερημική Ψυτάλη
ώς πέρα που τον άσπρο ναό βασιλική κορώνα
φορεί, δειγμένο από παντού, το Σούνιο τ' ακροτόπι.
K' η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα              35
στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
ευγενικώτερη απ' αυτή και σάμπως πιο γαλάζια.

27.2.12

Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή,46

πάντα από την Ασάλευτη Ζωή

46

Τὸν πόνο σου ἐδῶ πέρα μὴ τὸν παρατᾶς,
μὲ μιὰ φροντίδα μητρικὴ ταξίδεψέ τον,
ὅπου ζωή,  ὅπου ὄνειρο, στὰ μακρινὰ καὶ στὰ ψηλά ·
καὶ πήγαινέ τον ὕστερα καὶ ριζοφύτεψέ τον
ἐκεῖ στὴ χώρα τὴν κατάνακρη τοῦ ἀμίλητου΄
στὰ μάτια του συμμάζωξε καὶ θάψε τὴ φωνή του,
κι ἀνίσως δὲ βαστάξουνε τὰ μάτια του καὶ κλείσουνε, 
κλεῖσε κ' ἐσὺ τὰ μάτια σου καὶ πέθανε μαζί του.


Κωστής Παλαμάς Ασάλευτη ζωή, 11

(αφιερωμένο εξαιρετικά από το βλόγιο στους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες)
...κι άλλο ποίημα από την Ασάλευτη Ζωή :

11.

Καὶ τέτοιος ποὺ εἶμαι, καὶ μὲ τέτοια 
   καρδιά, πουλὶ ὁλοτρέμουλο σ' ἀρρωστημένα στήθια,
   ἀπὸ τοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς μεστοὺς τοῦ κόσμου
   ἐγὼ εἶμαι πιὸ κοντὰ στὸ φῶς καὶ στὴν ἀλήθεια.
Γι' αὐτὸ μουγκρίζει μέσα μου βαθιά, 
   καὶ μ' ὅλη τὴν ἀχάμνια μου καὶ μ' ὅλο τὸ μαράζι,
   πρὸς ὅλους τοὺς μεστοὺς καὶ δυνατοὺς τοῦ κόσμου
   μιὰ καταφρόνεση. Καὶ μοῦ ταιριάζει.

Κωστής Παλαμάς: από την Ασάλευτη ζωή, 15

15

Πατέρα καὶ  μητέρα δὲν τοὺς γνώρισα,
  ὁ ἀντίλογος μ' ἀνάθρεψε, μὲ πότισε τὸ μίσος,
  γύρω μου τιποτένιοι, ἡ ἔχτρα αὐτοκρατόρισσα,
  λίγη φροντίδα μέσα μου καὶ πόλεμος περίσσος.
Γι' αὐτὸ καὶ τὴν Ἀγάπη σὰν ἐπρωταπάντησα,
  νὰ φέρνει ὅλα τὰ ὄνειρα, νὰ σέρνῃ ὅλα τὰ πάθια,
  μὲ ξάφνισε σὰν Ἀτλαντίδα ἀγνώριστη γιγάντισσα,
  ποὺ θἄβγαινε ἀπὸ θάλασσας ὁλάνοιχτης τὰ βάθια.

13.11.09

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ, ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΧΟΒΟΛΗΜΑ

Εφέτος άγρια μ'  έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ'  έπιασεν χωρίς φωτιά, που μ'  ήβρε δίχως νιάτα
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα

Μα ψες, καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού
κι ανέβηκα να ξαναβρώ τ'  αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρυσαν τα μάτια
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...