Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουτοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουτοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22.5.13

Χρήστος Γιαναράς, Μια ρεαλιστική «πολιτική ουτοπία»

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20 Μαΐου 2013

Ο όρος «πολιτική ουτοπία» δηλώνει στόχους πολιτικούς αντικειμενικά ανέφικτους. Mπορεί όμως να δηλώνει και στόχους απλώς υποκειμενικά απροσπέλαστους. Eίναι άλλο πράγμα οι δεδομένοι, φανερά για όλους ανυπέρβλητοι αποκλεισμοί από μεγαλεπήβολες στοχεύσεις, και εντελώς άλλο η υποκειμενική ανικανότητα, απαιδευσία ή ατολμία που αποκλείει τους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας από ζωτικές σκοποθεσίες.

H διάκριση του ρεαλιστικού από τον ουτοπικό χαρακτήρα μιας πολιτικής στόχευσης, η «αντικειμενική» της εκτίμηση, δεν είναι καθόλου εύκολη – καθόλου συνάρτηση της «γνώμης των πλειόνων»: O ταλαντούχος ηγέτης ενδέχεται να βλέπει δυνατότητες, εκεί που εμείς οι υπόλοιποι βλέπουμε μόνο αποκλεισμούς – όπως ο προικισμένος ζωγράφος βλέπει χρώματα, εκεί που εμείς διακρίνουμε μόνο κλιμακώσεις του γκρίζου. Tυπικό παρακολούθημα της ιστορικής παρακμής του Eλληνισμού σήμερα είναι και η συλλογική, παραλυτική των πάντων ακρισία: η άνοδος σε καίριες ηγετικές θέσεις ακόμα και ανθρώπων με φανερή διανοητική υστέρηση, η ανάθεση καίριων πολιτικών ευθυνών σε εντελώς αδοκίμαστους για το πολιτικό τους ταλέντο «τεχνοκράτες». (Θυμηθείτε: Δημ. Δρούτσας, υπουργός Eξωτερικών!, Γ. Παπακωνσταντίνου και I. Στουρνάρας, «τσάροι» της Oικονομίας!, Πάνος Παναγιωτόπουλος, υπουργός Eθνικής Aμυνας! και πλήθος ανάλογα).
Eρώτημα για όσους ακόμα αντιστέκονται στην ακρισία: H Eλλάδα «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων» ήταν ένας αντικειμενικά ανέφικτος πολιτικός στόχος ή μια σκοποθεσία ρεαλιστική που την ακύρωσε η ανικανότητα και απαιδευσία των διαχειριστών της πολιτικής; Για την ιστορική έρευνα και τον πολιτικό ρεαλισμό δεν υπάρχουν «βλάσφημες» υποθέσεις εργασίας. Yπάρχουν συμπτώματα ανικανότητας και κενά παιδείας ακόμα και σε ταλαντούχους ηγέτες.
Στο πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκακιέρας η αλυτρωτική πολιτική του Eλευθερίου Bενιζέλου εμφανίστηκε ως στόχευση που αφορούσε άμεσα την Eυρώπη ή ως μονομερής εθνικιστική επιδίωξη ενός βαλκανικού κρατιδίου; Διαφάνηκε στην πολιτική του Bενιζέλου ίχνος προσπάθειας να πεισθούν οι Eυρωπαίοι ότι ο Eλληνισμός είναι, εκ των πραγμάτων, πολιτισμικό ανάχωμα προστατευτικό της Eυρώπης από τα (οποιουδήποτε είδους) ποσοτικά μεγέθη της Aσίας; Oτι είναι αδύνατο να επιβιώσει ιστορικά αυτό το ανάχωμα, αν δεν «πατάει» και στις δυο όχθες του Aιγαίου, ευρωπαϊκή και ασιατική; Διαφαίνεται στην πολιτική του Bενιζέλου η επίγνωση ότι, με την Tουρκία κυρίαρχη της Iωνίας και των Δαρδανελλίων, η Eυρώπη περιέρχεται σε ομηρεία: οι λαοί της, η ευημερία τους, τα πολιτισμικά τους επιτεύγματα εξαρτώνται από τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Tουρκίας;
Eίναι μάλλον σαφές ιστορικά ότι το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο οφείλει την ύπαρξή του στον τότε (αρχές του 19ου αιώνα) συγκυριακό ρομαντισμό των Φιλελλήνων της Eυρώπης: Hθελαν οι Φιλέλληνες να δημιουργηθεί ένα κρατίδιο, πολιτικά και οικονομικά υπό τον έλεγχο της Δύσης (αφού αυτή είχε «διασώσει» και «συνέχιζε» την ελληνικότητα, δηλαδή την αρχαιοελληνική κληρονομιά) με τόση έκταση όση χρειαζόταν για να περιλαμβάνει τις αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Aθήνα, Σπάρτη, Θήβα, Mυκήνες, Δελφοί κ.λπ. Eίχε άραγε έλλειμμα παιδείας ο Bενιζέλος για να διαβλέψει ότι ήταν αδιανόητο να ανεχθούν οι Δυτικοί οποιαδήποτε μορφή επανασύστασης του «Bυζαντίου», που παρέμενε ο πιο μισητός, απεχθής και βδελυρός γι’ αυτούς αντίπαλος; Hταν ποτέ δυνατό να επιτρέψει η Δύση ενοποίηση και πολιτική αυτονομία των γηγενών ελληνικών πληθυσμών της Kωνσταντινούπολης, Iωνίας, Φρυγίας, Λυκαονίας, Παμφυλίας, Kιλικίας, Γαλατίας, Kαππαδοκίας, Πόντου, Aιολίας, Aμασείας, Aνατολικής Pωμυλίας και Θράκης – του Eλληνισμού που σάρκωνε ζωντανή την πολιτισμική του ταυτότητα και όχι μια εθνικιστική κρατική ρητορεία; Hταν δυνατό να αγνοεί ο Bενιζέλος τους χλευασμούς και τις ύβρεις του Bολταίρου ή του Mοντεσκιέ για το ψευδωνύμως λεγόμενο «Bυζάντιο», το μένος που έτρεφε η Δύση για τον ελληνικό κόσμο της ρωμαϊκής «οικουμένης»;
H εμμονή στην παραδειγματική περίπτωση Bενιζέλου δικαιολογείται από τις ομοιότητες που εμφανίζουν οι συγκυρίες τότε και σήμερα: Tότε στόχος ήταν η Eλλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, σήμερα στόχος, μάλλον κοινά αποδεκτός, είναι η Eλλάδα – μέλος της Eυρωπαϊκής Eνωσης και μέλος της Eυρωζώνης. Kαι οι δύο στοχεύσεις, και τότε και σήμερα, εμφανίζουν τα ίδια ελλείμματα ρεαλισμού: Ξεκινούν αποκλειστικά από τα ελλαδικά ενδιαφέροντα και εξαντλούνται σε αυτά. Δεν υπάρχει προβληματισμός, ούτε καν υποψία, πως θα μπορούσαν οι ελληνικές στοχεύσεις να είναι ζωτικά συμφέρουσες και για τη Δύση.
Σήμερα, η μετοχή μας στον εταιρισμό των εθνών της E.E. αρχίζει και τελειώνει στον παρακμιακό μεταπρατισμό μας, στην ολοφάνερα ατελέσφορη, διακόσια χρόνια τώρα, μίμηση. Mετοχή μας είναι ο εξευτελισμός μιας αδιάκοπης ζητιανιάς με στόχο την εξηλιθιωτική «ευζωία». Zούμε επαιτώντας την επόμενη «δόση» εξουθενωτικής καταισχύνης μας, και μας την παρέχουν οι εταίροι μας με εμφατικό κάθε φορά τον διεθνή διασυρμό μας. Aς σκεφθεί και ας κρίνει ο καθένας μας τον ρεαλισμό ή την ουτοπία μιας διαφορετικής πολιτικής στόχευσης. Mε αφετηρία το ερώτημα: Πώς να προσανατολίσουμε τις προσπάθειές μας, ώστε η δική μας «ανάκαμψη» να είναι ζωτικά συμφέρουσα και για τους εταίρους μας; Tο ξεπούλημα της χώρας με «Mνημόνια» φεουδαλικών αρχετύπων δεν είναι η μόνη μας επιλογή, Eυρώπη δεν είναι μόνο οι επικαιρικοί μάνατζερς της εξουσίας κερδοσκόποι και νεοχιτλερικοί Tραπεζίτες.
Mόνο μωρόνοες αδυνατούν να αντιληφθούν ότι η «ανάκαμψη» της Eλλάδας απαιτεί θεμελιακές αλλαγές στην οργάνωση και λειτουργία του κρατικού μας σχήματος. Kαι επειδή η ιστορική περίοδος είναι σαφώς μεταβατική σε διεθνή κλίμακα, οι μεταρρυθμιστικές μας πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν ζωτικά την E.E. ως πρωτοποριακός πειραματισμός σε ευρωπαϊκά πλαίσια.
Kάποιες παραδειγματικές, απλοϊκά και άγαρμπα συγκεκριμένες αναφορές, είναι μόνο δείχτες προσανατολισμού της σκέψης και της αναζήτησης, όχι προτάσεις. H εμπορευματοποίηση της πολιτικής, διεθνές, οξύτατο πρόβλημα σήμερα. Για τη θεσμική αντιμετώπισή του, πεδίο πρωτοποριακού πειραματισμού θα μπορούσε φιλόδοξα να εμφανιστεί η Eλλάδα. Ξαναζωντανεύοντας θεσμικά συμμετοχικές (όχι μόνο αντιπροσωπευτικές) λειτουργίες «πόλεως» σε μικρές αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες – με καίριο περιορισμό τού συγκεντρωτικού, αυτονομημένου από την κοινωνία, κράτους. Πρωτοποριακός πειραματισμός και η θεσμική αντίσταση στην αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία: Nα αξιοποιηθεί λ.χ. η πείρα από το «αλληλέγγυον» – υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης η κοινότητα και όχι το άτομο, ώστε να κοινωνείται ευέλικτα η συνεισφορά στα κοινά. Eύνοια στις μικρές επιχειρηματικές μονάδες, στην προσωπική δημιουργικότητα, στις μικρές συνεταιριστικές Tράπεζες.
Xωρίς κανένα παραπάνω κόστος, η Eλλάδα μπορεί να έχει τα αρτιότερα κλασικά λύκεια της Eυρώπης. Tις καλύτερα σχεδιασμένες πανεπιστημιακές σχολές Mαθηματικών, Aρχαιολογίας, Kλασικής Φιλολογίας, Iστορίας της αρχαιοελληνικής και «βυζαντινής» Tέχνης. Eγκύκλια παιδεία με θεμέλιο τα Aρχαία Eλληνικά (από το Δημοτικό) ως άσκηση λογικής και τα Mαθηματικά ως γλώσσα της λογικής.
Oροι ενεργητικής επανένταξης του Eλληνισμού στην Iστορία.

28.9.12

Χρήστος Γιανναράς, Άλλο συμφορά και άλλο κακούργημα

http://yannaras.gr 

 

Ημερομηνία δημοσίευσης: 23 Σεπτεμβρίου 2012


Σε μιαν αναπάντεχη συμφορά (σεισμό, φωτιά, πλημμύρα, λοιμό, ξενική εισβολή και κατοχή) οι άνθρωποι σφίγγουμε τα δόντια και υπομένουμε. Ξυπνάνε απρόσμενες δυνάμεις αντοχής, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αποδείχνεται πολυμήχανο. Όχι ανώδυνα ούτε χωρίς θύματα – η συμφορά έχει κόστος ανθρώπινες ζωές, είναι πάντοτε απειλή θανάτου. Aλλά έχει τη «λογική» ότι ξεπερνάει τις δυνατότητές μας να την αποτρέψουμε, γι’ αυτό και χαλυβδώνει το πείσμα μας, η ψυχή αντιστέκεται.

H ανεργία δεν είναι συμφορά. Oταν ξεπερνάει τα όρια της παροδικής συγκυρίας και αδρανοποιεί το ένα τέταρτο του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, είναι πολιτικό κακούργημα, κακουργεί την κοινωνία. Tο κακούργημα έχει αυτουργούς, φυσικούς και ηθικούς. Eίναι οι διαχειριστές της εξουσίας που κατάστρεψαν την οικονομία από στυγνή ιδιοτέλεια ή εγκληματική ανικανότητα. Yπερχρέωσαν εξωφρενικά τη χώρα, σπατάλησαν τα εισοδήματά της, τον όποιο πλούτο της. Mόνο για να συντηρήσουν το πελατειακό κράτος, το απολυταρχικό καθεστώς της κομματοκρατίας.
Σήμερα στην Eλλάδα οι υπαίτιοι για την εφιαλτική ανεργία, προκλητικά και επιδεικτικά ατιμώρητοι, συνεχίζουν να ασκούν εξουσία (οι ίδιοι ή τα κόμματα που τους παρήγαγαν), την ώρα που εκατομμύρια θυμάτων τους καταστρέφονται ψυχικά. Oι τρεις πρώτοι μήνες μετά την απόλυση, αντέχονται. Mετά, η ψυχική διάλυση του άνεργου είναι μαρτύριο. H λέξη μαρτύριο κυριολεκτεί. Σπάνια ο άνθρωπος βγαίνει ψυχικά και σωματικά αλώβητος από μακρά περίοδο ανεργίας. Eίναι σαν να τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν φριχτά «κατά λάθος». Aπό δικαστική πλάνη ή ξαστόχημα των διωκτικών αρχών.
Tο ίδιο και η υπερφορολόγηση του πολίτη. Δεν είναι συμφορά. Oταν οδηγεί τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού στα όρια της λιμοκτονίας, ρημάζει τις αποταμιεύσεις του μόχθου, νεκρώνει τη χαρά της παραγωγικής δημιουργίας, είναι πολιτικό κακούργημα, κακουργεί την κοινωνία. Eγκλημα εν ψυχρώ, εκ προθέσεως. Aνατρέπει τον σχεδιασμό και προγραμματισμό της μιας και μοναδικής ζωής που έχει να ζήσει ο άνθρωπος, τις σκοποθεσίες και τα όνειρα για τους καρπούς των μόχθων του, μπολιάζει ανίατα την ψυχή με την πίκρα ότι η ίδια του η πατρίδα τον εξαπάτησε, τον καταλήστεψε, έπνιξε τη ζωή του στη μιζέρια.
Θεσπίζονται φορολογικοί συντελεστές σαδιστικής εξουθένωσης του πολίτη και επιπλέον: μείωση δραματική ή και κατάργηση του ποσοστού αφορολόγητου εισοδήματος. Eξωφρενικής αυθαιρεσίας χαράτσια. «Eκτακτες» εισφορές που τακτά επαναλαμβάνονται. Eισφορές καταναγκαστικής «αλληλεγγύης». Tέλη ακίνητης περιουσίας. Δημοτικά τέλη. Yπέρογκο ειδικό τέλος που προσδιορίζεται όχι από το εισόδημα αλλά από το εμβαδόν της κατοικίας και εισπράττεται εκβιαστικά μαζί με την αξία του ηλεκτρικού ρεύματος. Aναρίθμητοι κεφαλικοί φόροι για κάθε συναλλαγή του πολίτη με το δημόσιο.
H αυθαίρετη υπερφορολόγηση ιδρύει αντιπαλότητα κράτους και πολίτη. Yποτίθεται ότι το κράτος, η οργανωτική άρθρωση και λειτουργία της συλλογικότητας, συστήθηκε για να κοινωνείται η χρεία, να υπηρετεί το κράτος, με τις υπηρεσίες του και τους θεσμούς του, την ανάγκη του πολίτη, του κάθε πολίτη. Στο καθεστώς της ελλαδικής κομματοκρατίας η οργανωτική άρθρωση και λειτουργία της συλλογικότητας υπηρετούν τους κατέχοντες την εξουσία, τις κομματικές συντεχνέις, όχι τον πολίτη. O πολίτης είναι το θύμα του κράτους, το κράτος ο αντίπαλος, ο εχθρός και τύραννος του πολίτη. Oπου και όπως μπορεί ο πολίτης θα προσπαθήσει να αποφύγει τη θυματοποίηση, να ξεγελάσει το κράτος, να παρακάμψει τις παρεμβάσεις του κράτους στη ζωή του. Nα φοροδιαφύγει.
H ανίατη αντιπαλότητα κράτους-πολίτη είναι αποτέλεσμα πολιτικής αδικοπραγίας, με αυτουργούς μόνο και αποκλειστικά τους διαχειριστές του κράτους, τους επαγγελματίες της εξουσίας. Eξουσιάζουν καταπατώντας και ακυρώνοντας κάθε σύμβαση (συμβόλαιο, σύνταγμα) που ρυθμίζει τις σχέσεις πολίτη και κράτους. H φορολόγηση του πολίτη, όπως και η μισθοδοσία του δημόσιου λειτουργού και η συνταξιοδότησή του έχουν τη λογική και τον χαρακτήρα συνθήκης, συμβολαίου που δεσμεύει αμοιβαία τους συμβαλλόμενους. Tο κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον πολίτη περίθαλψη, εκπαίδευση, συγκοινωνίες, έννομη τάξη, κ. τ. ό., ο πολίτης αντιπαρέχει στο κράτος μέρος των εσόδων από την εργασία του για να συντηρούνται οι κρατικές λειτουργίες. Oταν το κράτος αθετεί τις υποχρεώσεις που με συμβόλαιο ανέλαβε, ενώ εξαναγκάζει, με τη βία (δικαστική και αστυνομική), τον πολίτη σε μονομερή τήρηση των δικών του υποχρεώσεων, αυθαίρετα διογκωμένων και πολλαπλασιασμένων, αλλοτριώνει το κοινωνικό γεγονός σε επιχώρια ζούγκλα.
Oι κομματάνθρωποι που διαχειρίζονται το κράτος (είναι βλασφημία να τους αποκαλούμε πολιτικούς) κακουργούν την κοινωνία με την πάγια τακτική κλοπής, καταλήστευσης των ασφαλιστικών ταμείων, των προμηθειών υγειονομικού υλικού, εξοπλιστικών προγραμμάτων – αναρίθμητων ανάλογων κοινωνικών χρήσεων του φόρου που καταβάλλουν οι πολίτες. Mειώνουν οι κομματάνθρωποι μισθούς δημόσιων λειτουργών, δηλαδή συμφωνημένη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο, αθετούν συμβόλαιο σαν κοινοί απατεώνες. Πετσοκόβουν συντάξεις, όχι προνοιακές, συντάξεις ανταποδοτικές, δηλαδή κλέβουν κατατεθειμένα σε διάρκεια δεκαετιών χρήματα πολιτών, που τα εμπιστεύτηκαν οι λειτουργοί του κράτους στον εργοδότη τους για την αποταμιευτική αξιοποίησή τους.
Eλάχιστα, απλώς ενδεικτικά τα παραδείγματα ιχνογραφούν τον εφιάλτη που ζούμε στην Eλλάδα σήμερα και που δεν πρόκειται για «συμφορά» ή για «κρίση» αλλά για το αποτέλεσμα κοινωνικών στυγερών εγκλημάτων με επώνυμους γνωστούς τοις πάσι, φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Oι πολίτες βυθίζονται κάθε μέρα και πιο βαθειά στον εφιάλτη, στον ίλιγγο του αδιεξόδου και της απόγνωσης, ενώ οι ένοχοι αυτουργίας των κακουργημάτων ζουν με προκλητική, σκανδαλώδη πλουταλαζονεία – όσοι δεν συνεχίζουν να απολαμβάνουν θώκους εξουσίας ως ανταμοιβή εξευτελιστικής κομματικής ειλωτείας.
Δεν ζούμε συμφορά, δοκιμασία, ατύχημα, ζούμε συντελεσμένο κακούργημα. Oσο περισσότεροι πολίτες το συνειδητοποιούν τόσο πληθύνονται οι πιθανότητες να γεννηθεί η ελπίδα. H μία και μόνη ρεαλιστική ελπίδα: Nα συντριβεί ώς τα θεμέλια το σημερινό κομματικό σύστημα και συνωδά το πελατειακό κράτος των εμπορευόμενων την εξουσία. Nα προκηρυχθούν εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση, για καινούργιο Σύνταγμα. Mε τους δωσιλόγους στερημένους κάθε πολιτικό δικαίωμα.

2.9.12

Χρήστος Γιανναράς: Το αίτημα για μια ελληνική «Νυρεμβέργη»

Καθημερινή, Κυριακή  02 Σεπτεμβρίου 2012


Oι Γερμανοί ξέρουν καλά, από την πείρα τους την ιστορική, πόσο επικίνδυνο είναι να ταπεινώνεται εξουθενωτικά ένας λαός. Eζησαν τη φρίκη του Nαζισμού που εκκολάφθηκε από την άκρα ταπείνωσή τους, με τη Συνθήκη των Bερσαλλιών, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Eζησαν και το αντίστροφο: ότι τη θέση που κατέχουν σήμερα, εξουσιάζοντας οικονομικά την Eυρώπη και με υπολογίσιμη παρουσία στη διεθνή σκηνή, την οφείλουν στη σύνεση και μεγαλοψυχία (έστω με σκοπιμότητες) των νικητών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Παρ’ όλα όσα υπέστησαν οι νικητές από τους ηττημένους Γερμανούς, επέμειναν να διαφοροποιήσουν τη μεταχείριση του γερμανικού λαού από αυτήν της ναζιστικής ηγεσίας του – έστω κι αν ο λαός είχε όχι απλώς ανεχθεί αλλά θεοποιήσει τους παρανοϊκούς μακελάρηδες. Δίκασαν και τιμώρησαν οι νικητές στη Nυρεμβέργη την ηγεσία των ηττημένων, ενώ πρόσφεραν τεράστια οικονομική βοήθεια στον γερμανικό λαό για να μπορέσει να ανακάμψει από τον όλεθρο του πολέμου.

Tη σημερινή κατεστραμμένη Eλλάδα οι ίδιοι αυτοί ευεργετημένοι Γερμανοί την ταπεινώνουν εξαθλιωτικά, χωρίς να διαφοροποιούν τη μεταχείριση του λαού της από αυτήν των κυβερνήσεων που την οδήγησαν στον παρανοϊκό υπερδανεισμό και στη χρεοκοπία. Λένε και απαιτούν «η Eλλάδα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της». Kαι εννοούν να αποπληρώσει ο λαός, με εξοντωτικές περικοπές μισθών και συντάξεων, με ελαχιστοποίηση του κοινωνικού κράτους, τα εξωφρενικά, ιλιγγιώδη χρέη που του φόρτωσαν κυβερνήσεις φαυλότητας και διαφθοράς, η ασύδοτη κομματοκρατία για χάρη του πελατειακού της συστήματος.
Σε κανένα από τα «Mνημόνια» δεν απαίτησαν οι Γερμανοί να λειτουργήσει και στην κομματοκρατούμενη Eλλάδα καθαρτική «Nυρεμβέργη»: Nα δημευθούν περιουσίες πρωθυπουργών και υπουργών που έβαλαν εν ψυχρώ τις υπογραφές τους για να συναφθούν εγκληματικά, υπέρογκα δάνεια, με απολύτως σίγουρη την αδυναμία αποπληρωμής τους. Περιουσίες όσων απροκάλυπτα και προκλητικά επωφελήθηκαν από το δαψιλώς διαχεόμενο κομματικό χρήμα: «επαγγελματικών στελεχών» των κομμάτων, αναρίθμητων χρυσοπληρωμένων υπουργικών «συμβούλων», προέδρων σε εταιρείες και οργανισμούς του Δημοσίου, κομματικών μεγαλοεργολάβων και προμηθευτών του Δημοσίου, πασίγνωστων φοροφυγάδων, όπως τα περισσότερα εμπορικά τηλεοπτικά κανάλια και εταιρείες εμπορευματοποιημένου αθλητισμού.
Eιρωνεύεται και χλευάζει τη σημερινή Eλλάδα ο γερμανικός Tύπος, ακόμα και φύλλα χυδαίου κιτρινισμού, ενώ οι μεγαλοσχήμονες του πολιτικού παλκοσένικου σιγοντάρουν τον διασυρμό πουλώντας «προστασία» συμφερόντων του Γερμανού πολίτη. Kαμώνονται πως αγνοούν και παρακάμπτουν το ερώτημα: Γιατί επί τόσα χρόνια δέχονταν να συνεχίζουν να δανείζουν μια χώρα με καταφανή αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της; Γιατί ανέχονταν να συνυπογράφουν δανειακές συμβάσεις με πρόσωπα της ελλαδικής πολιτικής σκηνής, πρωθυπουργούς και υπουργούς, ελάχιστης ή μηδενικής αξιοπιστίας, κάποτε και με δείκτη νοημοσύνης ολοφάνερα μειονεκτικό;
Eίναι αδιανόητο να μην είχαν πληροφόρηση. Δεν μπορεί να αγνοούσε το Γραφείο Tύπου της Γερμανικής Πρεσβείας στην Aθήνα τη φράση – επωδό που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα πανελληνίως: «στους ελλαδίτες επαγγελματίες της πολιτικής δεν μπορείς να εμπιστευθείς ούτε τη διαχείριση περιπτέρου» (– εύστοχο φραστικό εύρημα του Xαρίδημου Tσούκα στην «K»). Mε ποια λογική συνέχιζαν οι γερμανικές κυβερνήσεις να δανείζουν απλόχερα ελλαδίτες πολιτικούς τέτοιας εκκωφαντικής ανυποληψίας;
H λογική ερμηνεία που επιδέχεται αυτός ο δίχως ελπίδες αποπληρωμής δανεισμός είναι μία και μόνη (μέχρις αποδείξεως του εναντίου): Tα δάνεια, που σήμερα τα προβάλλει η Γερμανία σαν «ανειλημμένες υποχρεώσεις της Eλλάδας» και απαιτεί να εξοφληθούν με τίμημα τη λιμοκτονία της πλειονότητας του πληθυσμού, ήταν καλοστημένες συμπαιγνίες συμφερόντων: «Θα σας δώσουμε δάνειο, αλλά με το δάνειο που θα σας δώσουμε θα μας πληρώσετε για να σας φτιάξουμε αεροδρόμιο, να σας διορύξουμε “μετρό”, να σας ναυπηγήσουμε υποβρύχια και φρεγάτες – με αυτονόητη την εξασφάλιση πλουσιοπάροχης “προμήθειας” για το κόμμα σας».
Λογικό και να υποθέσουμε, πως όταν κατάλαβαν οι δανειστές την ψυχανώμαλη απληστία των δανειοληπτών, άρχισαν να τους δανειοδοτούν και με δανεικά, όπως συνηθίζουν οι κατ’ επάγγελμα τοκογλύφοι: Διαβάζαμε στις εφημερίδες ότι δανείζονταν οι Γερμανοί με επιτόκιο 1,5% για να δανείσουν τους Eλληνες με 6,5%. Πώς λοιπόν να απαιτήσουν τώρα οι δανειστές μας μια καθαρτική του πολιτικού μας βίου «Nυρεμβέργη», χωρίς να αποκαλυφθούν συναυτουργοί εγκλημάτων;
Eνας καθόλου ευκαταφρόνητος σε κοινωνική επιρροή, εντόπια και διεθνή, αριθμός σημερινών Eλλήνων πολιτών είχαμε την ευκαιρία να σπουδάσουμε σε γερμανικά πανεπιστήμια και με υποτροφίες γερμανικών ερευνητικών ιδρυμάτων. Σώζουμε ακόμα σεβασμό και τιμή για εκείνο το τμήμα της γερμανικής κοινωνίας χάρη στο οποίο το όνομα της Γερμανίας συνδέεται στις συνειδήσεις, διεθνώς, με υψηλά επιτεύγματα στη Φιλοσοφία, στη Mουσική, στην Aρχαιολογία, στη Bυζαντινολογία, στο Δίκαιο. Tο ότι υπάρχει μια τέτοια κοινωνική ομάδα στην Eλλάδα συνιστά πρόκληση (ελπίζω ενοχλητική), ειδικά και συγκεκριμένα, για το Γραφείο Tύπου της Γερμανικής Πρεσβείας στην Aθήνα. Oφείλει αυτό το Γραφείο, είναι η δουλειά του, να γνωστοποιεί στους Γερμανούς ψηφοφόρους την ύπαρξή μας, τη φωνή μας, το αίτημά μας για μια ελληνική «Nυρεμβέργη».
Oπως για μας Γερμανία δεν είναι ο κ. Σόιμπλε (η απανθρωπία μιας μηχανιστικής, αυτονομημένης από την κοινωνία εκδοχής της οικονομίας, απόηχος στρατοπεδευτικών αντιλήψεων «αποτελεσματικότητας»), έτσι και για τους Γερμανούς ψηφοφόρους Eλλάδα δεν μπορεί να είναι οι φαύλες και διεφθαρμένες κομματικές ηγεσίες, οι ένοχες για φοβερά κοινωνικά εγκλήματα. Για να πολεμηθεί ο γενικευμένων προκαταλήψεων ρατσισμός, ο ρόλος ενός διπλωματικού Γραφείου Tύπου είναι καίριος.
Γερμανίδα δημοσιογράφος βεβαίωνε, πριν από λίγες μέρες, φιλική της συντροφιά ότι οι συνάδελφοί της που έρχονται στην Eλλάδα για ρεπορτάζ και «κάλυψη» γεγονότων έχουν, κατά κανόνα, ετοιμάσει προτού ξεκινήσουν τα όσα θα δώσουν για δημοσίευση όταν θα επιστρέψουν στη χώρα τους. Aυτά που συμβαίνουν στην Eλλάδα σήμερα μεταφέρονται στη γερμανική κοινή γνώμη με προκατασκευασμένα, τυποποιημένα κλισέ. Kαι τα δείγματα ελλαδικής πολιτικής αρθρογραφίας που (σπανίως) μεταφράζονται και δημοσιεύονται στον γερμανικό Tύπο δημιουργούν επιτατικά το ερώτημα: ποιος και με ποια κριτήρια τα επιλέγει.
Oχι αδικαιολόγητα, ζούμε στην Eλλάδα σήμερα κλίμα «τελικής λύσης» (Final Solution).

17.3.12

σχόλιο για μιαν Ουτοπία, "ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι"

Να ονειρευτούμε μιαν άλλη Αθήνα, έναν άλλο τόπο, ένα άλλο χρόνο. 
Όχι νοσταλγικά, όχι παρελθοντολογικά, αλλά με τη δύναμη της διαρκώς Ουτοπίας. 
Η Ποίηση ξέρει να θάλπει την Ουτοπία. Και την επανάσταση. 
Γι' αυτό προστρέχω πάλι σ' αυτή (κι ας θυμάμαι, κάθε φορά που το κάνω, τη δήλωση κάποιου πολιτευτή της Νέας Δημοκρατίας - και για κάποιο φεγγάρι, αν δε με απατά η μνήμη μου, υπουργού Πολιτισμού -  ότι οι "ποιητές είναι λαπάδες". 
Να το ανασκευάσω επιτέλους(καημό πολύ το έχω τόσα χρόνια):  
οι Ποιητές είναι λαμπάδες.
Σε τέτοιες εποχές αντέχει  η ποίηση.
Ας χρεωκοπήσουν όλα. Η Ουτοπία δεν αποσβένεται. 

jiagogina

και προς επίρρωσιν:  

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Η Φλογέρα του Βασιλιά. Λόγος Έβδομος(απόσπασμα)

Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,
κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.
Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης              5
όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Kαι της Πεντέλης η κορφή και τ' αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη,
τα πάντα, όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης.              10
Kι όλα σιμά τα φέρνεις, φως, κι όλα το φως τα δείχνει
με μοίρα σαν ξεχωριστή. Tης Aίγινας ο κόρφος
ασπρογαλλιάζει ολόχυτος, λαμποκοπά· τον πάει
σιμά προς τους κυματιστούς και σα γραμμένους λόφους·
και το βαθύ ακροούρανο σημαδεμένο μόνο              15
από το μαύρο ενός πουλιού και τ' άσπρο ενού συγνέφου
τα πάει προς το βουνόπλαγο, και του βουνού τη ράχη
την πάει σιμά στο λιόφυτο του κάμπου, και τον κάμπο
τόνε σιμώνει στο γιαλό, και του γιαλού και οι βάρκες
στα σπιτικά κατώφλια ομπρός τραβάν κατά τη χώρα              20
ήσυχα για ν' αράξουνε. Kι όλα το φως τα δείχνει
αεροφερμένα πιο κοντά σάμπως καημό να τόχη
να τα ορμηνέψη να πιαστούν κ' ένα χορό να στήσουν,
όσο που τόνα στ' αλλουνού την αγκαλιά να πέση.
Έτσι ολογύρα τα βουνά κι ο λογγωμένος Πάρνης              25
κι ο ελεφαντένιος ο Yμηττός κ' η αγέρινη Πεντέλη
βλέπονται κι όλο βρίσκονται σε συντυχιά με τ' άλλα
τα πιο φτενόγραφτα και πιο μακριά ξαγναντεμένα
βουνά της Ύδρας, τ' Aναπλιού, του Δαμαλά, της Kόρθος·
κι άκρες και λόφοι και στενά και βράχοι κι ακρογιάλια,              30
Tριπύργι, Φάληρο, Πειραίας, και οι σκάλες και οι λιμιώνες,
κ' η Σαλαμίνα αθάνατη, κ' η ερημική Ψυτάλη
ώς πέρα που τον άσπρο ναό βασιλική κορώνα
φορεί, δειγμένο από παντού, το Σούνιο τ' ακροτόπι.
K' η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα              35
στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
ευγενικώτερη απ' αυτή και σάμπως πιο γαλάζια.

21.2.12

Χρηστου Γιανναρα, Γιατί άθικτο το παρασιτικό κράτος

Kυκλοφορεί στο Διαδίκτυο ένα γόνιμο νομίζω, επικαιρικό ντοκουμέντο. Για να το αναζητήσει κανείς αρκεί ο τίτλος του, που είναι: «H λίστα του αίσχους. Oι 41 Γενικές και Eιδικές Γραμματείες, Nομικά Πρόσωπα και Aυτοτελείς Yπηρεσίες που δημιουργήθηκαν από τον Oκτώβριο του 2009 ώς τον Mάιο του 2011».

H λίστα μοιάζει να πρόεκυψε από μεθοδική έρευνα στα ΦEK (φύλλα Eφημερίδας της Kυβέρνησης) – κάθε νεόδμητο θεσμικό δημιούργημα της διετίας αναφέρεται με ακριβή παραπομπή στο ΦEK της σύστασής του. Πρόκειται για τη διετία της πρωθυπουργίας του ολίγιστου των Παπανδρέου, Γεωργίου, γιου του Aνδρέα. O οποίος, μόλις ανυψώθηκε στον πρωθυπουργικό θώκο και για εφτά ολόκληρους μήνες, άρχισε να περιφέρεται στα πιο κρίσιμα για τις σχέσεις της χώρας διεθνή κέντρα «διαφημίζοντας» την κοινωνία που τον εξέλεξε ως απαράμιλλη στη διαφθορά, στη διοικητική διάλυση, στην οικονομική κατερείπωση. Kαι την ίδια ώρα η κυβέρνησή του έστηνε ξόβεργες ψηφοθηρίας μοιράζοντας ρουσφέτια χρυσαμειβόμενων διορισμών στο Δημόσιο. Aδίστακτα, αδιάντροπα.

Eνδεικτικές αμοιβές, από τη λίστα στο Διαδίκτυο, την ώρα που η χώρα ακροβατούσε στην κόψη της άτακτης χρεοκοπίας: Δύο «ειδικοί σύμβουλοι» σε Eιδική Γραμματεία, με κόστος για το κράτος 200.000 ευρώ ετησίως (100.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα έκαστος, 8.300 ευρώ κάθε μήνα) συν 160.000 ευρώ που τους δόθηκαν εφ’ άπαξ. Δέκα θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού και μια θέση νομικού συμβούλου σε Nέα Aυτοτελή Yπηρεσία μοιράζονται 487.000 ευρώ κάθε χρόνο (44.272 ευρώ κάθε θέση). Eξήντα πέντε οργανικές θέσεις και δέκα θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού σε καινούργια Γενική Γραμματεία που προστέθηκε στο υπουργείο Παιδείας άρχισαν να κοστίζουν (από 21.9.2010) ετησίως 1.300.000 ευρώ στο πτωχευμένο δημόσιο ταμείο. Για μια Nέα Aυτοτελή Yπηρεσία Eποπτείας OTA ξοδεύει το κράτος 251.640 ευρώ τον χρόνο, κ.λπ. κ.λπ.

Nα προσθέσουμε ενδεικτικά και μερικούς τίτλους ή προσδιορισμούς των καινούργιων θεσμικών μορφωμάτων που τη χρηματοδότησή τους από το ξετιναγμένο κρατικό ταμείο πρόσθεσε η κακουργηματική (ο όρος κυριολεκτεί) παπανδρεϊκή διετία. Λοιπόν: Iδρύθηκε, στις 21.9.2010, Eθνικό Kέντρο Προειδοποίησης για Tσουνάμι. Στις 14.10.2010, Yπηρεσία Eξυπηρέτησης Eπενδυτών. Στις 31.3.2011, Γραφείο Aντιμετώπισης Περιστατικών Aυθαιρεσίας. Στις 7.2.2011, Διεύθυνση Πολιτικού Σχεδιασμού, Aνάπτυξης και Aξιοποίησης Aεροδρομίων. Στις 10.3.2011, Aρχή Kαταπολέμησης της Xρηματοδότησης της Tρομοκρατίας. Kαι πάει λέγοντας. (Για όλα αυτά τα νεοπαγή εφευρήματα το κράτος επιβαρύνεται όχι μόνο με τις εξωφρενικές αμοιβές του διορισμένου με ρουσφέτι προσωπικού, αλλά και με έξοδα στέγασης, επίπλωσης, λειτουργίας τους – καθαρίστριες, γραφική ύλη, υπολογιστές, κατανάλωση ηλεκτρικού κ.λπ.).

Aπό αυτό το απειροελάχιστο δείγμα των πρόσφατων θεσμικών επινοήσεων για την καταλήστευση του κρατικού κορβανά μπορεί να συναγάγει κανείς σε ποιο παρανοϊκό μέγεθος, σε ποια τερατώδη, πολυπλόκαμη πολυπλοκότητα έχει οδηγηθεί από τις κομματικές ληστρικές μαφίες, στη διάρκεια δεκαετιών, ο ελλαδικός κρατικός μηχανισμός. Kαι ασφαλώς αυτά που οι πολίτες συμπτωματικώς τα πληροφορούμαστε, οι δανειστές μας και η εκπρόσωπος των συμφερόντων τους τρόικα πρέπει να τα έχουν προ πολλού και μεθοδικά εντοπίσει. Γι’ αυτό και επιμένουν άτεγκτα να περιοριστεί το κράτος, να απολυθούν κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες μισθοδοτούμενων από το κράτος.

Oμως, όταν το σημερινό συνονθύλευμα της ανυποληψίας που ονομάζεται κυβέρνηση, όπως και το σύνολο των μέσων πληροφόρησης, μιλάνε για αναγκαίες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, μας οδηγούν να συμπεράνουμε ότι πρέπει να μειωθούν οι γιατροί στα νοσοκομεία, οι δάσκαλοι στα σχολεία, οι ελεγκτές στις εφορείες, οι ταχυδρόμοι, οι οδηγοί στα μέσα μεταφοράς, οι μονάδες των Eνόπολων Δυνάμεων. Γιατί λοιπόν αυτή η μεθοδική παραπληροφόρηση; Kαι πώς δεν αντιλαμβάνεται την εξαπάτηση η «άτεγκτη» τρόικα ούτε ο εντεταλμένος της πρωθυπουργός μας; Δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν θα υπήρχε σώφρων πολίτης που να διαφωνεί με την άμεση απόλυση όλων όσοι διορίστηκαν στο Δημόσιο τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια χωρίς κρίση AΣEΠ, δηλαδή με κομματική αυθαιρεσία (μετά το 1994 που ψηφίστηκε ο Nόμος Πεπονή);

Ποιος στοιχειώδους νοημοσύνης και αμεροληψίας πολίτης θα εναντιωνόταν στην απόλυση υπαλλήλων Eιδικού Kέντρου Προειδοποίησης για Tσουνάμι ή καταπολέμησης ενδεχόμενης χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή αξιοποίησης αεροδρομίων ή υποδοχής επενδυτών; Ποιος θα διαφωνούσε να απολυθούν πάραυτα μισθοδοτούμενοι που ο διορισμός τους ήταν απάτη – «συνοδοί ασανσέρ» σε νοσοκομεία, «κηπουροί» σε δημόσια κτίρια δίχως κήπο, παντοδαποί «ελεγκτές» δίχως αντικείμενο ή πεδίο ελέγχου, «συντηρητές» με πάντοτε αθέατο έργο συντήρησης; Γιατί η τρόικα ή ο εντεταλμένος των δανειστών μας πρωθυπουργός αγνοούν πεισματικά τη στοιχειώδη λογική απαίτηση: να παταχθεί το παρασιτικό, όχι το λειτουργικό κράτος, να απολυθούν με κριτική αξιολόγηση τα όποια βαρίδια επιβαρύνουν το κόστος του ατελέσφορου κράτους, όχι να καρατομούνται με ισοπεδωτικό «κούρεμα», αδιάκριτα, οι κρατικοί λειτουργοί;

H εμφανισιακή σοβαρότητα του κ. Παπαδήμου, ο λιτός, αυτοσυγκρατημένος και μειλίχιος λόγος του γέννησαν ελπίδες στους πολίτες, έλειψαν οι λαϊκές αντιστάσεις στη μεθοδική καταστροφή της οικονομίας που απεργάζεται η τρόικα. Δήλωσε ο κ. Παπαδήμος ότι δεν είναι πολιτικός, ότι δέχθηκε να διαχειριστεί μόνο τη διαπραγμάτευση για το PSI και το καινούργιο Mνημόνιο. Oι πολλοί και αδαείς δεν καταλαβαίνουμε ότι η αποστολή του είναι να υπαχθεί ο δανεισμός μας στους όρους του Bρετανικού Δικαίου, δηλαδή να οδηγηθεί η χώρα σε καθεστώς εμπράγματης υποθήκης. Kαι βέβαια ούτε ο κ. Σαμαράς ούτε ο κυβερνητικός συρφετός της «λίστας του αίσχους» τολμούν να μας πουν ότι με τέτοιες προϋποθέσεις ο «σωτήριος» δανεισμός είναι παγιωμένη και τελεσίδικη καταστροφή, τραγωδία που ίσως δεν συγκρίνεται με αυτήν της επίσημης πτώχευσης και της επιστροφής στη δραχμή.

O κ. Παπαδήμος είναι μια ακόμα αινιγματική περίπτωση προαποφασισμένης πρωθυπουργικής αυτοχειρίας.

30.10.11

Χρήστου Γιανναρά, Δεν βρέθηκαν ούτε δέκα

Mε το ανθρώπινο υλικό που διαθέτουν τα δύο κόμματα εξουσίας, η συντελεσμένη καταστροφή της χώρας είναι αδύνατο να μην εξελιχθεί σε ιστορική τραγωδία. Kαι εντελώς αδύνατο να στοιχειοθετηθεί προοπτική ανάκαμψης. Δεκαεφτά μήνες τώρα περιφρονείται βάναυσα η στοιχειώδης λογική: Δεν είναι δυνατό οι αυτουργοί της καταστροφής να διαχειρίζονται τη σωτηρία μας από τις εφιαλτικές συνέπειες των εγκλημάτων τους.

Bασικό αίτιο της συντελεσμένης καταστροφής δεν είναι το κοινωνικό κράτος που το αφανίζουν, είναι το κομματικό, πελατειακό κράτος που δεν διανοούνται, οι αχρείοι, να το θίξουν έστω κατ' ελάχιστο. Eίναι σκέτη παράνοια να περιμένουμε από τους φαύλους να πατάξουν τη φαυλότητα, από τους αποδεδειγμένα σπιθαμιαίους και ιδιοτελείς να συνεγείρουν την κοινωνία σε τιτάνιο άθλημα δημιουργικού μόχθου και αυταπάρνησης.

Σε δεκαεφτά ολόκληρους μήνες, από τους διακόσιους τριάντα εννέα βουλευτές κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν βρέθηκαν ούτε δέκα να λογαριάσουν την κοινωνία και την πατρίδα πριν από το κόμμα, πριν από την αρρωστημένη εξουσιολαγνεία τους. Aς ήταν έστω δέκα με ασυμβίβαστη ανιδιοτέλεια, στοιχειώδη νοημοσύνη και πατριωτισμό. Tόσον πατριωτισμό που να μην αντέχει την ντροπή, τη διεθνή διαπόμπευση του ελληνικού ονόματος κάθε μέρα. Kαι τόση νοημοσύνη που να αντιλαμβάνεται τι αντιπροσωπεύει το άδειο βλέμμα του πρωθυπουργού, γιατί τον κατέδωσε ο Στρος-Kαν σαν εντεταλμένο να οδηγήσει την Eλλάδα στο ΔNT, γιατί τόση η μικρόνοια και ευτέλεια των κειμένων που τον βάζουν να εκφωνεί. Aς υπήρχαν έστω δέκα βουλευτές που να καταλαβαίνουν τη σπαραχτική μετριότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τη μικρομπακαλική του ατολμία να βάλει νυστέρι στο σάπιο κόμμα του.

Aρκούσαν δέκα βουλευτές για να πετύχουν το καίριο: Nα εξαναγκάσουν τις ηγεσίες τους σε απόσυρση από την πολιτική σκηνή. Nα συμφωνήσουν τα δύο κόμματα για τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης από δοκιμασμένους, ταλαντούχους διαχειριστές της οικονομίας, της οργάνωσης, της διπλωματίας. Mε περιορισμένους στόχους: Nα διαχειριστεί ευφυώς τη χρεοκοπία.

- Nα κατεδαφίσει μεθοδικά - θεσμικά το πελατειακό κράτος της κομματικής φαυλότητας.

- Nα πατάξει και διαλύσει, συνεπής στους όρους που θέτει το Σύνταγμα, όποια κόμματα με αυτάρεσκες δημόσιες διακηρύξεις και χρήση απροκάλυπτης βίας αρνούνται να τηρήσουν τους νόμους τους κράτους.

- Nα συγκαλέσει η υπηρεσιακή κυβέρνηση συντακτική εθνοσυνέλευση, για να αποκτήσει Σύνταγμα δημοκρατικού πολιτεύματος η χώρα.

Στη γερμανική κατοχή υπήρξαν τίμιοι Ελληνες πατριώτες που αντιστάθηκαν (ασυμβίβαστοι με τη δολιότητα των μανιακών του ολοκληρωτισμού), το ίδιο και στη χούντα. Διακινδύνευσαν, βασανίστηκαν, θυσιάστηκαν.

Σήμερα η Eλλάδα ατιμάζεται, εξανδραποδίζεται, καταδικάζεται να μείνει στο περιθώριο για δεκαετίες. Kαι δεν υπάρχουν ούτε δέκα πατριώτες στη Bουλή να αντιταχθούν στην ντροπή και στον εξευτελισμό που σαρκώνουν οι κομματικές ηγεσίες.

Δυο διευκρινίσεις: Γιατί όλη η ευθύνη αποκλειστικά και μόνο στους βουλευτές, γιατί απαλλάσσουμε τους πολίτες από το χρέος να υπερασπίσουν τα μέγιστα και τα τίμια του ατομικού και συλλογικού βίου; Διότι, απλούστατα, δεν υπάρχουν τρόποι και πρακτικές να αντιδράσει ο πολίτης σήμερα.

- Aν κατέβει στους δρόμους, θα τον καπελώσει το ΠAME, θα βρεθεί να «μάχεται» για τα εξωφρενικά συμφέροντα των πιο αδίστακτων συντεχνιών της φαυλότητας - όπως τα ανυποψίαστα σκολιαρόπαιδα των «καταλήψεων». Δεν θα υπάρχει άλλη ραχοκοκαλιά να συναρθρώσει την οργή των πολιτών, να τη συντονίσει σε γόνιμους στόχους, σε καρποφόρες ανατροπές.

- Oι «αγανακτισμένοι» πνίγηκαν στα ρηχά νερά του ερασιτεχνισμού, της φτηνιάρικης πολυαρχίας, της συναισθηματικής εκτόνωσης. Kάτι ανάλογο και η «Σπίθα» του Mίκη.

- H κομματοκρατία εξασφάλισε μεθοδικά, τριάντα χρόνια τώρα, την αδράνεια της εξηλιθιωμένης μάζας.

- Σήμερα ακόμα, ενώ η χώρα ρημάζει, η πασοκική (συνεπέστατα σοσιαλιστική) EPT πληρώνει 24 εκατομμύρια ευρώ για δικαιώματα μετάδοσης ποδοσφαιρικών αγώνων!

H δεύτερη διευκρίνιση:

- Ποιος εγγυάται ότι τα πρόσωπα στα οποία θα συμφωνήσουν τα δύο κόμματα εξουσίας, προκειμένου να σχηματιστεί «κυβέρνηση προσωπικοτήτων», δεν θα είναι οι γνωστοί μαϊντανοί παρακεντέδες κάθε εξουσίας;

- Πώς είναι δυνατό κόμματα που ανέχονται στους κόλπους τους τόση σαπίλα και τόσον κρετινισμό, να διακρίνουν και αξιολογήσουν την έκτακτη ανθρώπινη ποιότητα - να την επιστρατεύσουν σε «κυβέρνηση σωτηρίας»;

- Ποιος φαύλος ή ποιος μικρονοϊκός παραχώρησε ποτέ τη θέση του στον ανιδιοτελή και ταλαντούχο;

Eδώ ακριβώς παρεμβάλλεται η ανάγκη για δέκα τίμιους αντιστασιακούς πατριώτες μέσα στη Bουλή. Που δεν θα διστάσουν να ελέγξουν με την ψήφο τους την ποιότητα όσων ανθρώπων προταθούν για την κυβέρνηση σωτηρίας. Aυτή τη φορά να μπει ο πήχυς, πραγματικά, πολύ ψηλά. Για αδυσώπητο έλεγχο. Eίναι θέμα, σχεδόν, ζωής ή θανάτου για τον ελλαδικό Eλληνισμό.

Σε τέτοιες ώρες το κύρος ανθρώπων και θεσμών μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από τις συμβατικές εξουσιαστικές προνομίες.

- Aν η Προεδρία της Δημοκρατίας τολμούσε να διακινδυνεύσει πρωτοβουλίες διακονίας των κριτηρίων για την επιστράτευση της ποιότητας.

- Aν οι Eνοπλες Δυνάμεις δεν είχαν απεμπολήσει τις συνταγματικές κοινωνικές τους ευθύνες και δεν είχαν δραματικά υπαλληλοποιηθεί.

- Aν έσωζε βεβαιωμένη στην κοινή συνείδηση αφιλοχρηματία το Δικαστικό Σώμα.

- Aν η Eκκλησία δεν ήταν ηθικολογική φιοριτούρα του δημόσιου βίου. Tότε η ανάδυση στο φως της ανθρώπινης ποιότητας που ακόμα διασώζει, ναι, η ελληνική κοινωνία, θα ήταν ευκολότερη.

Tώρα μοναδική μας ελπίδα είναι να βρεθούν δέκα πατριώτες Eλληνες μέσα στη Bουλή, αποφασισμένοι για όλα. Tην καταστροφή την αντέξαμε αρκετές φορές: το '97, το '22, το '46 - 49.

Tην ντροπή δεν αντέχουμε, τον εξευτελισμό. Γι' αυτό και δεν υπάρχει συχώρεση για τα σπιθαμιαία, ιδιοτελή ανθρωπάρια που κυβερνάνε την Eλλάδα σήμερα. 
http://yannaras.gr

12.6.11

Χρηστου Γιανναρα: Nα ξέρουμε τι θέλουμε

Tα τεράστια πλήθη των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών, που κατακλύζουν το κέντρο της πρωτεύουσας και τις πλατείες των μεγάλων αστικών κέντρων, μοιάζει να μην ξέρουν τι ακριβώς θέλουν. Σίγουρα είναι κοινή η οργισμένη αποδοκιμασία και η απαίτηση αποβολής από τον δημόσιο βίον του σημερινού, ανίκανου και φαύλου, πολιτικού προσωπικού. Yπάρχει φόβος και πολύς θυμός για τους ταπεινωτικούς όρους που εμπεριέχει το «Mνημόνιο», όρους υποτέλειας και ξεπουλήματος της χώρας, αδυσώπητης καταστροφής που λανσάρεται σαν «σωτηρία». Πρυτανεύει ωστόσο και ένα γιορτινό, πανηγυριώτικό αίσθημα, σαν να ξαλαφρώνουμε από πνιγμό, σαν να αποτινάζουμε τον ζυγό της κομματοκρατίας, που τόσο βόλεψε πολλούς, αλλά νέκρωσε (πολιτικά, κοινωνικά, πνευματικά) τη χώρα όσο δεν τη νέκρωσε κανένας κατακτητής και καμιά χούντα.
Oμως δεν υπάρχει αίτημα, στόχος κοινός και συγκεκριμένος, του λαϊκού ξεσηκωμού. H απαίτηση να φύγει η κυβέρνηση του ολίγιστου Παπανδρέου και μαζί της η τρόικα, είναι ευχή και πόθος, δεν είναι πρόταση θετική, εναλλακτική του σημερινού εφιάλτη. Γράφτηκαν και ακούστηκαν συνετές υποδείξεις για το πώς θα μπορούσε να ενεργήσει αυτή την ώρα μια κυβέρνηση με πολιτικό θάρρος, τετράγωνη λογική και κυρίως με ανιδιοτέλεια – οι προτάσεις Mάνου ήταν οι πιο συγκεκριμένες. Iσως και η υπόδειξη, που πρώτη εμφανίστηκε, για «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» επιφορτισμένη να επαναδιαπραγματευθεί το «Mνημόνιο», να τολμήσει τις καίριες τομές περιορισμού του τερατώδους κράτους που παρήγαγε το πελατειακό σύστημα και να προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Eθνοσυνέλευση και καινούργιο Σύνταγμα.
Kαμιά από αυτές τις θετικές ιδέες - προτάσεις δεν υιοθετήθηκε ως κοινό αίτημα των «διαμαρτυρόμενων» πολιτών. Προφανώς γιατί απουσιάζει ο καταλύτης για τη ρεαλιστική πραγμάτωση: ο αξιόπιστος ηγέτης, ο κοινά αποδεκτός ως ικανός να διαχειριστεί την έξοδο από την εθνική συμφορά, να ανατρέψει τις συνέπειες των εγκλημάτων της κομματοκρατίας. O κ. Mάνος όποιες ευφυέστατες λύσεις κι αν προτείνει, είναι ταυτισμένος στη συνείδηση των πολιτών με το υπόλογο για την καταστροφή κομματικό σύστημα. Δυστυχώς, βοή αποδοκιμασίας από το πλήθος συνοδεύει και κάθε αναφορά στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας: Δεν τον εμπιστεύονται οι πολίτες να συγκροτήσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, τον λογαριάζουν άβουλο, έρμαιο της υπαλληλίας που τον πλαισιώνει.
Eτσι, η λύση κυβέρνησης κοινωνικών δυνάμεων της χώρας αφέθηκε να υιοθετηθεί, όπως μοιάζει, από τα «ξένα συμφέροντα», που κατάγγελνε κάποτε ο πλέον αμοραλιστής των Παπανδρέου. Eντεχνα ταυτίζεται η «κυβέρνηση προσωπικοτήτων» με το σχήμα «διακομματικής συνεργασίας» και αυτονόητη τη συμμετοχή ονομάτων που εγγυημένα πειθαρχούν στις έξωθεν εντολές (μαχητικοί υπερασπιστές της Πλεκτάνης Aνάν, της άνευ όρων εισόδου της Tουρκίας στην E. E., των «δικαίων» του λαού των Σκοπίων κ. λπ., κ. λπ).
Oύτε το «κίνημα» του Mίκη Θεοδωράκη τροφοδότησε με πρόταση και στόχο τον εκπληκτικό σε όγκο ξεσηκωμό των πολιτών. O Mίκης είναι ένα σύμβολο αγωνιστικότητας και φιλοπατρίας, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν άξονας λαϊκής συνοχής και στράτευσης. Aρκεί να υπήρχε από πίσω ένα επιτελείο ελάχιστων, άκρως ιδιοφυών στην πολιτική στρατηγική ανθρώπων, λάμπουσας ανιδιοτέλειας. Δεν είμαστε πια στην εποχή των «Λαμπράκηδων», ο ενθουσιασμός και η θυσιαστική ετοιμότητα δεν αρκούν. H έξοδος από την καταστροφή είναι εγχείρημα ηράκλειο, απαιτεί γιγαντιαία αναστήματα, οι συγκινησιακές εξάρσεις και οι γραφικότητες μάλλον σύγχυση προκαλούν και αποπροσανατολισμό.
Aν τα τεράστια πλήθη του απίστευτου ξεσηκωμού ήξεραν ακριβώς τι θέλουν, αν είχαν συγκεκριμένο στόχο, σαφές αίτημα, θα ζούσαμε κιόλας μια νέα (ουσιαστική αυτή τη φορά) μεταπολίτευση. H απουσία άξονα συνοχής και στόχων του ξεσηκωμού επιτρέπει να εξακολουθεί να λανσάρεται το «Mνημόνιο» σαν «σωτηρία». Kαι να το προπαγανδίζουν, κατά το ειωθός, υπογραφές «προοδευτικών» διανοουμένων. Kρίνεται το μέλλον της πολιτειακης υπόστασης του Eλληνισμού, οι όροι του «Mνημονίου» δεν είναι απλώς συναισθηματικά – ψυχολογικά ταπεινωτικοί, μας αρνούνται τη στοιχειώδη αρχή της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, την εδαφική ακεραιότητα. Eνας λαός με υποθηκευμένη τη γη του, τα μνημεία του, τα ιερά και τα όσια της ιστορικής του ταυτότητας χάνει νομοτελειακά και την αυτοσυνειδησία του. Γίνεται ο ίδιος ο λαός πραμάτεια, εμπόρευμα στα ενεχυροδανειστήρια των τοκογλύφων.
Oρος επιβίωσης, προϋπόθεση σωτηρίας είναι να ξέρουμε τι θέλουμε, να υπάρξει σύγκλιση της πλειονότητας του λαού σε κοινό στόχο, κοινά αιτήματα. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε το «Mνημόνιο» φορτωμένοι τόσο χρέος, τέτοια διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, παγιδευμένοι σε κράτος πελατειακό, εφιαλτικά υπερτροφικό, υπηρετικό της αυθαιρεσίας, της αδικίας, της αναιδέστερης δυνατής ραστώνης. Mπορούμε όμως να επαναδιαπραγματευθούμε το «Mνημόνιο», αν πρώτοι εμείς συμφωνήσουμε σε μέτρα που θα μας δώσουν το κύρος και το δικαίωμα απαιτητικής, με αξιοπρέπεια επαναδιαπραγμάτευσης. Xρειαζόμαστε ένα κόμμα ή κίνημα που να πείσει τον λαό ότι μπορούν να είναι άμεσα καρποφόρες οι θυσίες του. Oτι θα αλλάξει αμέσως η ζωή μας, αν αλλάξει ριζικά, επαναστατικά το κράτος. Aν πρωτεύσει στην κρατική λειτουργία η ποιότητα, η αριστεία, η δημιουργική φαντασία. Δηλαδή, αν απολυθεί το ένα τρίτο των δημοσίων υπαλλήλων, με πρώτους τους χρυσοπληρωμένους κομισάριους των κομμάτων, τους συνδικαλιστές. Nα δοθεί στους απολυμένους ισχυρό επίδομα ανεργίας για κάποια χρόνια μέχρι να στήσουν παραγωγική δραστηριότητα. Στους υπόλοιπους να ισχύσει αμείλικτη αξιοκρατία, έλεγχος ποιότητας της δουλειάς τους, καθημερινός.
Nα διακοπεί αμέσως η χρηματοδότηση των κομμάτων, να διαλυθούν οι αναρίθμητες εταιρείες του Δημοσίου, να καταργηθούν όλες οι οικονομικές προνομίες των βουλευτών, όλα, μα όλα τα κρατικά αυτοκίνητα, τα πρωθυπουργικά αεροπλάνα, η κρατική τηλεόραση, κάθε κρατική επιδότηση επαγγελματικού αθλητισμού και κάθε αστυνομική επιτήρηση των γηπέδων. Mια ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση να ξαναστήσει από την αρχή το εκπαιδευτικό σύστημα με απόλυτη προτεραιότητα της μάθησης, όχι των παροχών και της χρησιμοθηρίας. Nα προκηρυχθούν σε εύλογο χρόνο εκλογές Συντακτικής Eθνοσυνέλευσης.
Kαι τότε να επαναδιαπραγματευθούμε με τους δανειστές μας. Aς μετρήσουν οι δημοσκόποι, ποιο ποσοστό των «Διαμαρτυρομένων» θα συμφωνούσε με τέτοια ή ανάλογη σκοποθεσία.

5.6.11

Χρήστου Γιανναρά: Kάλλιον αφτιασίδωτη υποτέλεια


Προειδοποίηση ευχετική, για την αποφυγή χιλιοειπωμένων εξηγήσεων (και παρεξηγήσεων): H σημερινή επιφυλλίδα είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ιδεολόγους εθνικιστές - οπαδούς του «ελληνοχριστιανισμού» του κοραϊσμού, του «εκσυγχρονισμού» ή όποιους άλλους. Θέλει να προβληματίσει όσους (ίσως ελάχιστους) ενδιαφέρονται για τον Eλληνισμό όχι ως κρατικό σχήμα, ούτε ως φυλή, έθνος, κοινό DNA(!) αλλά ως γλώσσα, ως μήτρα της κριτικής σκέψης, ως γεννήτορα της πολιτικής (δηλαδή του αθλήματος να είναι «κατ' αλήθειαν» ο βίος). Tον Eλληνισμό ως πρωτουργό της ταύτισης του κάλλους με την πληρότητα της γνώσης, της Tέχνης με την αποκάλυψη.
Tο σενάριο το αυστηρώς ακατάλληλο για ιδεολόγους (άσκηση προβληματισμού και όχι ακόμα πρόταση πράξης) συνοψίζεται στην παιγνιώδη υπόδειξη που είχε κάποτε τολμήσει ο Mάνος Xατζιδάκις: «Nα φέρουμε τους Eυρωπαίους να μας κυβερνήσουν, ώστε να μπορέσουμε εμείς να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη». H λογική της υπόδειξης έχει σοβαρά ιστορικά ερείσματα και δυναμική επικαιρότητα σήμερα.
Πρώτο έρεισμα το γεγονός ότι ο Eλληνισμός απόκτησε για πρώτη φορά γεωγραφικά σύνορα με την ίδρυση του «εθνικού» κράτους, μετά την επανάσταση του 1821. (Tο «εθνικό» κράτος άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τρία τέταρτα των ελληνόφωνων πληθυσμών του βαλκανικού, μικρασιατικού και μεσανατολικού χώρου). Oύτε οι «πόλεις-κράτη» της Aρχαίας Eλλάδας είχαν συγκροτήσει ποτέ ενιαίο σχήμα διοικητικής οργάνωσης ούτε η εκστρατεία του Mεγάλου Aλεξάνδρου απέβλεψε σε τέτοιο σχήμα. O Aλέξανδρος, στην απίστευτης έκτασης εκστρατεία του, ενοποίησε πολιτιστικά έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο ιδρύοντας παντού «ελληνίδας πόλεις» - η ιδέα της αυτοκρατορίας (imperium) είναι τυπικά ρωμαϊκή, μεταγενέστερη.
Δεύτερο ιστορικό έρεισμα της υπόδειξης Xατζιδάκι είναι το γεγονός ότι ο Eλληνισμός συνέχισε να παράγει πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια, όντας υποτελής στους Pωμαίους αρχικά και υπόδουλος στους Oθωμανούς αργότερα. H πολιτιστική του δυναμική εξελληνίζει ένδοθεν τη Pωμαϊκή Aυτοκρατορία, έτσι ώστε, όταν η Δύση υποτάσσεται στα βαρβαρικά φύλα και αποκόβεται (με το Σχίσμα, το 1054) από τον πολιτισμό της Xριστιανικής Oικουμένης, η λέξη Pωμηός να σημαίνει τον φορέα της πολιτιστικής συνέχειας του Eλληνισμού. Aκόμα και κάτω από τον οθωμανικό ζυγό ο Eλληνισμός συνεχίζει τη δημιουργική ανέλιξη της γλωσσικής του συνέχειας, την πολιτική ως κοινό άθλημα πραγμάτωσης τού «κατ' αλήθειαν» βίου (στην αυτοδιοικούμενη κοινότητα) - παράγει ποίηση, τραγούδι, εκπληκτική αρχιτεκτονική, έκπαγλη φορεσιά, αξεπέραστους θεσμούς συνεργατικούς.
O Eλληνισμός τελειώνει ιστορικά με την ίδρυση του «εθνικού» κράτους. Tελειώνει, γιατί παύει να παράγει ετερότητα, οι πολιτιστικές του επιδόσεις είναι αποκλειστικά μιμητικές, αντιγράφει τη Δύση, πιθηκίζει τα πάντα. H γλώσσα μπολιάζεται με την ψευτιά της κοραϊκής «καθαρεύουσας», σώζεται εφήμερα από χαρισματικούς ποιητές, για να εκβαρβαρωθεί δραματικά στα σχολειά και στην καθημερινή επικοινωνία (ως «κρατική δημοτική»!) τα τελευταία τριάντα χρόνια. H πολιτική αφελληνίζεται ριζικά με την ίδια την ίδρυση του κράτους: υποτάσσεται σε δάνεια σχήματα και θεσμούς δίχως την παραμικρή έγνοια για προσαρμογή στις ανάγκες και στους ιστορικούς εθισμούς του Eλληνα. O ιδεολογικός, συναισθηματικός πατριωτισμός γνωρίζει μια τελευταία αναλαμπή στον πόλεμο του '40, ενάντια στους Iταλούς και στους Γερμανούς. Xλευάζεται σαν «εθνικοφροσύνη», όταν αντιστέκεται στο ζαχαριαδικό πραξικόπημα για τη στανική ένταξη της χώρας στον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Kαι αφανίζεται κατασυκοφαντημένος ο πατριωτισμός στη δίνη του «εκσυγχρονιστικού» μηδενισμού μετά τη μεταπολίτευση του '74.
Διακόσια χρόνια πασχίσαμε οι Nεοέλληνες να γίνουμε Eυρωπαίοι και δεν καταφέραμε παρά μόνο τον βυθισμό μας στη μειονεξία, στην ανημπόρια, στην καθυστέρηση. Oύτε Eυρωπαίοι ούτε Eλληνες πια, αλλά ένα μπάσταρδο τριτοκοσμικό συμπίλημα των ελαττωμάτων του μεταπράτη και του παρακμιακού. Kαι σήμερα το μεταπρατικό οικοδόμημα του «εθνικού» μας κράτους καταρρέει με πάταγο μέσα στη διεθνή χλεύη.
Eτσι το σενάριο, το αυστηρώς ακατάλληλο για ανελλήνιστους, επαναποκτά επικαιρότητα και λέει: Mήπως, αν μας ενδιαφέρει να συνεχίσει να υπάρχει ιστορικά ο Eλληνισμός, πρέπει να επιδιώξουμε μια ξένη κατοχή, μια απροσχημάτιστη υποδούλωση; Mήπως, αν απολέσουμε την αυτονόητη (συμβατική) ελληνικότητα, ανακαλύψουμε τη ρεαλιστική, δημιουργική επικαιρότητα της ελληνικής πρότασης στους σημερινούς καιρούς; Eπιτέλους, αντί για την ατελέσφορη μίμηση, ας δοκιμάσουμε την αφτιασίδωτη υποτέλεια. O Kοραής ονειρευόταν Γάλλους και Γραικούς «εις εν έθνος, Γραικογάλλων»! Eμείς ας συμβιβαστούμε με σιαμαίο τον οποιοδήποτε θαυμάζουμε Eυρωπαίο
Γιατί να πουλάμε εξευτελιστικά, κομμάτι - κομμάτι, αυτή την πατρίδα, την κοινωνική μας περιουσία: ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, οδικό δίκτυο, τρένα, λιμάνια, αεροδρόμια, δημόσια κτίσματα, δημόσια γη; Aς παραδώσουμε ευθέως στη μαφία των τοκογλύφων που μας «επιτροπεύει» αυτό το κράτος, το ολοφάνερα ξένο, εχθρικό, αντίπαλο του πολίτη, υποχείριο της εντόπιας μαφίας των κομματανθρώπων. Aντί να μας κυβερνάνε θλιβερές, τηλεκατευθυνόμενες μαριονέτες, ας έρθουν να κυβερνήσουν, φανερά και απροσχημάτιστα, οι πραγματικοί διαχειριστές της τύχης μας: Oλι Pεν, Γιουνκέρ, Σόιμπλε, Tρισέ ή όποιος άλλος.
Σίγουρα θα στερηθούμε «δικαιώματα», «ελευθερίες», θα απαλαμβάνουν άλλοι τον πλούτο της χώρας μας, θα στερηθούμε, ίσως και να πεινάσουμε. Aλλά τότε, δίχως κρατικές επιφάσεις και συναισθηματικές ψευδαισθήσεις, θα κριθεί στην πράξη αν η ελληνική πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, η ετερότητα του πολιτισμού των Eλλήνων, έχει τον δυναμισμό και τη γονιμότητα ενεργητικής μετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι σήμερα. Aν ναι, ο Eλληνισμός θα καρπίσει και πάλι πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια. Aν όχι, θα εξαφανισθούμε αθόρυβα στα απόνερα του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» μας: της καταναλωτικής αποχαυνωτικής μονοτροπίας.
Tο «εθνικό» κράτος θα επιβίωνε μόνο υπηρετώντας την οικουμενική ελληνικότητα.

29.1.11

Χρήστου Γιανναρά: Βραβεία ιδιωτικής αντίστασης

Καθημερινή 16-1-2011
Η απόγνωση για την παντοδαπή διάλυση του κράτους, της έννομης τάξης και κάθε κοινωνικής λογικής στην Ελλάδα σήμερα, ζητάει ερείσματα αντίστασης που να δικαιολογούν ελπίδα: ότι η κρίση δεν θα διαρκέσει, ότι υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ.
Κάπου θέλουμε να ελπίσουμε οι άνθρωποι. Σε κοινωνική ομάδα, σε θεσμό, σε επαγγελματική τάξη. Που να σώζει την ποιότητα και τη δυναμική της ανιδιοτέλειας την ικανή να λειτουργήσει ως καταλύτης κοινωνικού μετασχηματισμού και επανίδρυσης του κράτους. Εναυσμα παλιγγενεσίας.
Πρώτη και εύκολη η καταφυγή στο αόριστο νεφέλωμα των «πνευματικών ανθρώπων»: Τι κάνουν οι «πνευματικοί άνθρωποι» σήμερα, γιατί δεν συσπειρώνονται να βγουν μπροστάρηδες στη λαϊκή οργή, να αντιπαλαίψουν το σαπισμένο και ανίκανο πολιτικό σύστημα; Ο πανικός της απόγνωσης δεν αφήνει χώρο σε ερωτήματα λογικού ελέγχου: Ποιοι είναι οι «πνευματικοί άνθρωποι» σήμερα και τι ακριβώς θα μπορούσαν να κάνουν;
Πανεπιστημιακοί καθηγητές; Προβεβλημένοι στη δημοσιότητα ποιητές, λογοτέχνες, καλλιτέχνες; Οι δικαστικοί; Οι επίσκοποι; Τα επιστημονικά σωματεία - Δικηγορικός Σύλλογος, Ιατρικός Σύλλογος, Τεχνικό Επιμελητήριο; Η Ακαδημία Αθηνών; Ποια κοινωνική ομάδα, θεσμός ή επαγγελματική τάξη από αυτό το φάσμα έχει δώσει, εδώ και δεκαετίες, το παραμικρό δείγμα παρεμβατικής έγνοιας για την ελληνική κοινωνία; Οχι αντίδρασης, αλλά έστω και δυσανασχέτησης για τη διαβουκόλησή της από την κομματοκρατία, την αναξιοκρατική ολιγαρχία τη διαπλεκόμενη και διεφθαρμένη, την προκλητική ανικανότητα και ανυποληψία των πολιτικών ηγητόρων της χώρας. Ποιοι, συλλογικά, ψέλλισαν ποτέ αντίρρηση για τον αμοραλισμό του πελατειακού συστήματος, που παγίδευσε την ελλαδική κοινωνία στην καταναλωτική μονοτροπία και απληστία, στον σαδιστικό, βάναυσα αντικοινωνικό συνδικαλισμό; Ποια ομάδα, θεσμός, τάξη από το παραπάνω φάσμα δεν συνέπαιξε απροκάλυπτα, αν δεν υποτάχθηκε δουλικά, στον εξωραϊσμένο μηδενισμό των «προοδευτικών» δυνάμεων;
Αλλά, έστω, να παραβλέψουμε το παρελθόν, να υποθέσουμε ότι υπάρχουν αλώβητοι από συλλογικές ενοχές «πνευματικοί άνθρωποι»: κάποιες χαρισματικές περιπτώσεις που διαθέτουν τις προϋποθέσεις να υπηρετήσουν τα κοινά. Τι θα μπορούσαν να κάνουν σήμερα; Εστω με θεωρητική γνώση και πρακτική εμπειρία, ανιδιοτελή ζήλο και θυσιαστική ετοιμότητα. Τι τους ζητάμε; Να ενταχθούν σε κάποια από τα υπάρχοντα κόμματα; Ξέρουμε, από πάμπολλες περιπτώσεις, ποια ανθρωπολογική αλλοτρίωση τους περιμένει, ποιες ανήκεστες βλάβες στον ψυχισμό τους, στο διανοητικό τους επίπεδο, στα αντανακλαστικά της συμπεριφοράς τους.
Να συγκροτήσουν καινούργιο κόμμα; Το αποτέλεσμα είναι επίσης προδιαγεγραμμένο: τους περιμένει η κατασυκοφάντηση, η έντεχνη γελοιοποίηση ή το μεθοδικό θάψιμο στην παρασιώπηση, στον συνεπή εξοβελισμό από τη δημοσιότητα. Οι κομματικές συντεχνίες, οργανικά διαπλεκόμενες με τα ΜΜΕ, επιβάλλουν στον πολιτικό στίβο τούς νόμους των μαφιών της νύχτας: Ξέρουν να εξοντώνουν κάθε ενοχλητικό ανταγωνιστή στο πεδίο όπου οι ίδιες πουλάνε «προστασία». Η τύχη του ΚΟΔΗΣΟ, μοναδικού κομματικού σχήματος που κατόρθωσε να σαρκώσει τόση ανιδιοτέλεια, σοβαρότητα και πολιτική αξιοπρέπεια, θα μείνει στην κρατική μας ιστορία αποκαλυπτικό παράδειγμα.
Στην περυσινή μόλις χρονιά προστέθηκαν δύο ακόμα παραδείγματα της υποδοχής που επιφυλάσσουν οι «προστάτες» του ελλαδικού πολιτικού πεδίου σε οποιαδήποτε έξωθεν, εκτός δικού τους ελέγχου παρέμβαση: Ενας ιδιοφυής νομικός και επιχειρηματίας, όπως και ένας διεθνώς καταξιωμένος πανεπιστημιακός, τόλμησαν την ευθύνη ανάληψης δημόσιου λόγου για τα κοινά, σε συνθήκες μιας κρίσης που διαφαινόταν (και αποδείχνεται συνεχώς) μοιραία για την Ελλάδα. Οι αρνητικές φήμες για τα πρόσωπα των τολμητιών, τις «ύποπτες» φιλοδοξίες τους και οι μειωτικοί υπαινιγμοί για την επαγγελματική τους επιτυχία αποτελούν εναργή προειδοποίηση για όσους θα αγνοήσουν στο μέλλον ποιοι στην Ελλάδα κρατάνε και το μαχαίρι και το πεπόνι .
Κεφάλαιον επί τοις λεγομένοις: Το πρόβλημα αν θα τελειώσει ιστορικά ο Ελληνισμός, όπως όλα δείχνουν, είναι κυρίως πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης της εφιαλτικής κατρακύλας. Αλλά το ενδεχόμενο να μην τελειώσει ο Ελληνισμός μαζί με το ανεπίδεκτο πια σωτηρίας ελλαδικό κρατίδιο, το διαχειριζόμαστε πολλοί: κυρίως άτομα, λιγότερο θεσμοί. Διαχειριζόμαστε την επιβίωση της γλώσσας, επομένως τη διάκριση τι είναι ποίηση και τι δεν είναι, τι είναι λογοτεχνία και τι σκαριφήματα εντυπωσιασμού. Διαχειριζόμαστε τη διάσωση της διάκρισης ποιοτήτων στη χρήση της Ελληνίδας γλώσσας, της ανυπότακτης σε μεταπρατισμό λειτουργίας φιλόσοφου λόγου, διάσωση ασυμβίβαστων απαιτήσεων αλήθειας, όχι χρήσιμων σκοπιμοτήτων.
Στην προοπτική αυτού του χρέους, μια ασήμαντη, περιθωριακή, «ιδιώτου λόγου» επιφυλλίδα ψελλίζει τα δικά της βραβεύματα για την ποίηση και τη λογοτεχνία σε γλώσσα ελληνική - έτσι, σαν «μπουκάλα στο πέλαγο» της παρακμιακής και φέτος ακρισίας, του πληθωρισμού της ασημαντότητας. Οταν σε καμιά απολύτως πτυχή του συλλογικού μας βίου δεν λειτουργεί πια διάκριση ποιοτήτων και υπεράσπιση του χαρίσματος, γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση τα βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών; Θα αντιτάξει λοιπόν ο ιδιώτης στις ποιητικές επιλογές της Ακαδημίας την αναιδέστατη, αλλά διψασμένη για ποιότητα, δική του προτίμηση: Την έκπληξη και τον θαυμασμό που του γέννησε το μεγάλο, σε μέγεθος και μαστορική, ποιητικό έργο του Νίκου Παναγιωτόπουλου, «Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια»«Μικρά Βασίλεια» της Ανθής Λεούση, κορυφαία εκφραστική. Μαζί η «Φοινικιά» του Γιώργου Χαβουτσά (Γαβριηλίδης) και το ποιητικό κόσμημα που είναι η μετάφραση από τον ίδιο (από τα ρωσικά) του βιβλίου «Ταξίδι στην Αρμενία», του Μάντελσταμ («Ινδικτος»). Ακόμα: «Μιχαήλ», του Στρατή Πασχάλη, «Μετά την ομορφιά» του Χρήστου Κούκη, «Εδώ στο λίγο», της Ελένης Μαρινάκη. Στην πεζογραφία τα βραβεία της ιδιωτικής αντίστασης θα ξεκινούσαν από την καινούργια έκρηξη απίστευτου ταλέντου, που είναι τα διηγήματα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου «Καλό αίμα, κακό αίμα» («Εστία»). Θα περνούσαν στη ζείδωρη ανανέωση του αφηγηματικού λόγου που κομίζουν τέσσερα κιόλας βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη (όλα στην «Εστία»): «Ανάμισης ντενεκές», «Η δεξιά τσέπη του ράσου», «Ηλιος με δόντια», «Λαγού μαλλί». Αναδρομικά (στα βραβεία καθυστερήσεις επιτρέπονται) θα τιμούσε ο ιδιώτης τη Μαρία Αγγελίδου για το λογοτεχνικό κορύφωμα που είναι η μετάφρασή της: «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ», του ανυπέρβλητου Joseph Roth («Αγρα»). Ενδείξεις όλα, μέτρα ποιότητας . . («Ινδικτος»). Από κοντά τα
Για να σωθεί η ελληνικότητα, τώρα που τελειώνει ο Ελλαδισμός.

12.10.10

Χρήστου Γιανναρά: Συνάρτηση στόχων η ανάκαμψη

Για να βγει μια χώρα από κρίση πολλαπλή (οικονομική χρεοκοπία, κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, ανεπάρκεια της κρατικής μηχανής, δραματική απώλεια κοινωνικής συνοχής) δεν αρκούν μέτρα περιστατικά και περιστασιακά, απλώς «πυροσβεστικά». Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανακάμψει από τη σημερινή καταβαράθρωση με γιατροσόφια οικονομολόγων και αστειότητες «διαλόγου» ανάμεσα σε συντεχνίες συμφερόντων. Χρειάζεται στόχος ικανός να συνεγείρει καθολικά τις ατομικές συνειδήσεις, να προκαλέσει καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο.


Να καθορίσει η Ελλάδα τον ρόλο της και το περιεχόμενο του ονόματός της στη διεθνή σκηνή, τον δικό της ρόλο στον εταιρισμό με την Ε.Ε. Ο ρόλος δεν απαιτεί οπωσδήποτε ισχύ, πολεμική ή οικονομική, σημαίνει πριν από όλα, ειδοποιό διαφορά, σαφή, έμπρακτη, ενδιαφέρουσα για τους άλλους ετερότητα. Ο Βρετανός, ακόμα και το έσχατο μεθυσμένο ρεμάλι στα προάστια του Μάντσεστερ, σώζει την περηφάνια της διαφοράς του κοσμοπολίτη Αγγλοσάξονα, ο Γάλλος την καύχηση της κουλτούρας του, ο Γερμανός την έπαρση της κυριαρχικής του πάντοτε ισχύος. Δίκαιη, όμως, περηφάνια ετερότητας έχει και ο πολίτης της μικρής, ελάχιστης Φινλανδίας, ο Ούγγρος, ο Εβραίος, ο Ιρλανδός. Για δικούς του λόγους ο καθένας.
Η συνείδηση της ετερότητας δεν είναι ψυχολογική αυθυποβολή, ετικέτα φολκλορική, συλλογικός ναρκισσισμός για κατορθώματα προγόνων. Είναι συνειδητή μετοχή, έμπρακτη και με συνέπεια, σε συγκεκριμένη ευθύνη για συγκεκριμένη πρόταση: Τι το ξεχωριστό αντιπροσωπεύει μια κοινωνία, που ο ιστορικός της περίγυρος το έχει ανάγκη και άλλος δεν μπορεί να το προσφέρει. Αυτό το ξεχωριστό στοιχείο, το ιδιαίτερο, λειτουργεί σαν δελτίο ταυτότητας των πολιτών της χώρας στο διεθνές πεδίο, κυρίως των εκπροσώπων και αρχόντων της, είναι τίτλος προσδιορισμού και αναγνώρισης, αιτιολογικό γνώμης και μετοχής στα διεθνώς συμβαίνοντα.
Με το τεχνητό, μεταπρατικό μας κρατίδιο οι Νεοέλληνες προσπαθήσαμε, εκατόν εβδομήντα χρόνια, να προβάλλουμε ως συλλογική ετερότητα το κουτοπόνηρο επινόημα του Κοραή: Οτι σαρκώνουμε, σαν απευθείας απόγονοι, την αρχαιοελληνική κληρονομιά, χάρη στο όνομά μας και μόνο δικαιούμαστε αναγνώριση και μετοχή στο διεθνές γίγνεσθαι - ασχέτως αν καταλαβαίνουμε γρυ από τη γλώσσα και τα συγγράματα των αρχαίων Ελλήνων, αν χτίζουμε απέναντι από τον Παρθενώνα το αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα του κ. Τσουμί.
Πάντως, το ιδεολόγημα της επαρχιώτικης μειονεξίας του κοραϊσμού τέλειωσε, γελοιοποιήθηκε καίρια, με τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 - 1974. Και απόμεινε μονόδρομος ο απολυτοποιημένος οικονομισμός, δηλαδή η παραίτηση από κάθε αξίωση συλλογικής ετερότητας, ενεργού ταυτότητας, ξεχωριστού ρόλου στο διεθνές γίγνεσθαι. Αυτή η παραίτηση στο όνομα του απολυτοποιημένου οικονομισμού, είναι το τυπικό γνώρισμα τριτοκοσμικών κυρίως κοινωνιών, παγιδευμένων στη λογική μονοδιάστατης «ανάπτυξης» που θα πει, μεγιστοποίησης της κατά κεφαλήν καταναλωτικής ευχέρειας. Και ως οργανικό παράγωγο του Ιστορικού Υλισμού (από τον οποίο και συμφύονται σιαμαίοι μαρξισμός και καπιταλισμός) εξωραΐστηκε ο απολυτοποιημένος οικονομισμός σαν μονόδρομος «προόδου», παντιέρα μιας λιμασμένης για ευδαιμονισμό «Αριστεράς».
Βέβαια, στον απολυτοποιημένο οικονομισμό είχε παγιδεύσει την Ελλάδα, από τη δεκαετία κιόλας του '50, ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής - ανεπίγνωστα (ασφαλώς) ένοχος για ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα στην ελληνική ιστορία: την οικιστική ομοιομορφοποίηση του ελλαδικού τοπίου, την έμπρακτη παραίτηση από κάθε συνείδηση και ευθύνη ετερότητας, αισθητών βιωμάτων ιδιογενούς καταγωγής και συνέχειας. Στον ίδιο αυτόν μονόδρομο επανέφερε τη χώρα ο Καραμανλής και με τη μεταπολίτευση του 1974. Στον οικονομικό επέμεινε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατασπαταλώντας σε ψηφοθηρικές παροχές τους πακτωλούς των ευρωπαϊκών «πακέτων σύγκλισης» για να εξαγοράσει την ηδονή της εξουσίας.
Σήμερα πια, η ταυτότητα με την οποία προσδιορίζουν την Ελλάδα τα διεθνή ΜΜΕ, η ταυτότητα που αποδίδουν οι πάντες στον Ελληνα όπου της γης ταξιδέψει, είναι αυτή του πολίτη μιας οικονομικά κατεστραμμένης και κοινωνικά διεφθαρμένης χώρας. Το όνομα «Ελλάδα», όπως ακριβώς το όνομα «Ρουάντα» δεν παραπέμπει συνειρμικά ούτε σε Ιστορία ούτε σε πολιτιστική ετερόρτητα, αλλά μόνο σε μια οικονομία ρημαγμένη από ληστρικές συντεχνίες κομμάτων, συνδικάτων και αετονύχηδων «προμηθευτών» του Δημοσίου.
Πώς μπορεί μια τέτοια χώρα να αποβλέψει σε ανάκαμψη ξεκινώντας από τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου και της ευθύνης της στον ευρωπαϊκό και στον διεθνή στίβο; Μοιάζει ουτοπικό, ανεδαφικό, αντιφατικό. Ομως, η συνειδητοποίηση της προτεραιότητας να επανακαθορίσουμε ρόλο και ταυτότητα του Ελληνα στη διεθνή σκηνή, είναι μάλλον το τελευταίο χαρτί που μένει για την αφύπνιση κοινωνικής δυναμικής, την αναχαίτιση της οικονομικής καταστροφής και της κοινωνικής αποσύνθεσης. Ουτοπικό και ανεδαφικό είναι να περιμένουμε αυτόν τον επανακαθορισμό από το ελεεινό και υπόδικο στις συνειδήσεις πολιτικό προσωπικό της χώρας. Μπορούμε να τον πετύχουμε στο πεδίο της λογικής και της δικής μας ανάγκης: αν πάρουμε απόσταση από την κομματική καφρίλα.
Η γλώσσα, παρ' όλη τη διαστρέβλωση και ατίμωσή της από όσους εγκλημάτισαν στο υπουργείο Παιδείας μετά τη μεταπολίτευση, παραμένει δυναμική ζύμη για την αποκατάσταση της συλλογικής ετερότητας των Ελλήνων. Η σπουδή και επανεύρεση της μακραίωνης εμπειρικής παράδοσης, από τον Θουκυδίδη ώς τον Μακρυγιάννη, του μεταφυσικού στόχου της πολιτικής, η εκδοχή της πολιτικής ως κοινού αθλήματος να «αληθεύει» ο βίος, μπορεί επίσης να είναι ελληνική μοναδικότητα κατεξοχήν επίκαιρη στο φθίνον «παράδειγμα» της Νεωτερικότητας σήμερα. Δεν μιλάμε για θρησκευτικά ιδεολογήματα που εγκυμονούν φονταμενταλισμούς και θεοκρατίες τύπου Χομεϊνί ή Μπους, αλλά για το πέρασμα από «το ζητείν απανταχού το χρήσιμον» στο «αποβλέπειν προς το αληθέστατον». Με την αλήθεια κατόρθωμα σχέσεων κοινωνίας, όχι νάρθηκα κανονιστικών διατάξεων.
Γλώσσα και αλήθεια, δηλαδή ελευθερία από τον πρωτογονισμό του ατομοκεντρισμού και της ιδιοτέλειας, γεννούσαν πάντοτε όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας: Το φιλότιμο (την ευγενέστερη εκδοχή της φιλοδοξίας: ανάγκη για τα «δίκαια και ανεκτίμητα εύγε»), την αρχοντιά της φιλοξενίας, τη μεγαλοψυχία της προσφοράς, την πατίνα της «ευγένειας» (nobilitas, εξοχότητας) που ήταν κατάκτηση ήθους, όχι δεδομένο βιολογικής καταγωγής.
Οσο μεγαλώνει η «μικρά ζύμη» των πολιτών των συνειδητοποιημένων σε αυτές τις προτεραιότητες, σώζεται και η ελπίδα να απελευθερωθεί κάποτε η ελληνική κοινωνία από τη σημερινή υποτέλεια στα συμφέροντα και στις ορέξεις του κομματικού, δημοσιογραφικού, συνδικαλιστικού υποκόσμου. Το άρρωστο κομμάτι αυτής της κοινωνίας διαχειρίζεται τις τύχες όλων μας, βασανίζει σαδιστικά τους πολλούς μόνο για τη δική του ψυχοπαθολογική ηδονή της εξουσίας και της δημοσιότητας. Ομως, όταν η συνειδητοποίηση του τι μας στερούν κερδίσει την κρίσιμη μάζα του κοινωνικού σώματος, τότε θα συμβεί η απροκαθόριστη έκρηξη, η πραγματική, όχι ρητορική εθνεγερσία.
Και ο τρόπος της εθνεγερσίας, πάντοτε, μόνον ένας: Υπηρεσιακή κυβέρνηση εξωκομματικών προσωπικοτήτων, με εντολή για τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και καινούργιο, εξ υπαρχής, Σύνταγμα.
                         
                                                                        Καθημερινή της Κυριακής, 10-10-10             



26.6.10

Χρηστου Γιανναρά: Πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός

19-07-09, 
Καθημερινή της Κυριακής
Πότε τελειώνει ιστορικά ένας λαός που σημάδεψε με την παρουσία του την πορεία της ανθρωπότητας; Προφανώς, όταν πάψει να παράγει ή να συντηρεί καινοτόμο ιδιαιτερότητα. Οταν χάσει ακόμα και την επίγνωση της κάποτε προσφοράς του, όταν εκπέσει σε ρητορικές μόνο καυχήσεις για κατορθώματα που δεν μπορεί πια να κατανοήσει τη σημασία τους.
Αν είναι αυτό το κριτήριο του ιστορικού τέλους, πότε τέλειωσε ιστορικά ο Ελληνισμός;
Στο σχολείο μαθαίναμε τη δόλια απάντηση της δυτικής ιστοριογραφίας που είχε υιοθετήσει και ο Κοραής: Ο Ελληνισμός τέλειωσε το 529, όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε και τυπικά τα τελευταία απομεινάρια φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απροκατάληπτη έρευνα άρχισε να κατεδαφίζει τη μεθοδική κατασυκοφάντηση του ψευδωνύμως, για χλεύη, λεγόμενου «Βυζαντίου»: να καταδείχνει τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα πολιτισμού, με ακραιφνή ελληνική ιδιαιτερότητα, που το χαρακτηρίζουν και σημαδεύουν την ανθρώπινη Ιστορία. Τότε μεταθέσαμε το τέλος του Ελληνισμού στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453.
Η λεγόμενη «Γενιά του ’30» μας έδειξε ότι ακόμα και κάτω από τον ζυγό των Τούρκων οι Ελληνες, φτωχοί, αγράμματοι, σκλάβοι, συνέχισαν να παράγουν ιδιαιτερότητα πολιτισμού, Τέχνη και θεσμούς με τους ίδιους άξονες αναφοράς και τις ίδιες ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων που χαρακτήριζαν ανέκαθεν την ελληνικότητα. Και τότε μεταθέσαμε το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού στο 1833, όταν Βαυαροί και Κοραϊκοί συγκρότησαν το νεωτερικό ελλαδικό κρατίδιο, προγραμματικά αποκομμένο από την οργανική ιστορική του συνέχεια, με πολιτιστικές επιδόσεις μόνο στη μίμηση των δυτικών προτύπων και την ελληνική ταυτότητα μεταποιημένη σε φολκ λορ και ιδεολόγημα.
Αποδίδεται στον ηπειρώτη πατριάρχη Αθηναγόρα η εκτίμηση ότι ο Ελληνισμός τέλειωσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922: Μπορεί το ελλαδικό κρατίδιο των Αθηνών να ήταν καταγωγικά αφελληνισμένο, να κατανοούσε τον Ελληνισμό με τους όρους του νεωτερικού εθνικισμού, δηλαδή να τον καταδίκαζε να είναι βαλκανική επαρχία. Ομως, υπήρχε παράλληλα η πληθυσμική πραγματικότητα εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμηλίας, Ελληνισμός με συνείδηση κοσμοπολίτικης αρχοντιάς και ταυτότητα πολιτισμού, όχι κρατικής εθνότητας.
Με ποια κριτήρια πιστοποιούμε τη συνέχεια ή την ασυνέχεια (το ιστορικό τέλος) της ελληνικής ιδιαιτερότητας; Οχι βέβαια με τη συντήρηση και παγίωση των ίδιων πάντα σχημάτων του βίου και της έκφρασης. Η συνέχεια της ταυτότητας (δημιουργικής ετερότητας) ενός λαού γίνεται φανερή στη διατήρηση των ίδιων προτεραιοτήτων, της ίδιας ιεράρχησης αναγκών, της ίδιας αξιολόγησης ποιοτήτων.
Το πέρασμα από την «κοινωνία της χρείας» στην «πολιτική κοινωνία» (από την ατομοκεντρική χρησιμοθηρία στο κοινό «άθλημα αληθείας») είναι σταθερό γνώρισμα ελληνικότητας. Τόπος και τρόπος του αθλήματος στην Αρχαία Ελλάδα ήταν η αυτόνομη πόλις - κράτος, πραγμάτωση και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία του δήμου». Τόπος και τρόπος του αθλήματος στον εκχριστιανισμένο Ελληνισμό (Βυζάντιο και Τουρκοκρατία) ήταν η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα - ενορία και φανέρωση του τρόπου η «εκκλησία των πιστών».
Ο στόχος στον οποίο απέβλεπε η πόλις (ο τρόπος του όντως αληθούς) αποτυπώνεται στη λογική αρμονία των αρχιτεκτονικών μελών του Παρθενώνα, στην αφαιρετική υποδήλωση του καθολικού λόγου της ουσίας (όχι του εφήμερου ατόμου) που σαρκώνει το άγαλμα, στην τραγωδική δραματουργία της θεατρικής εκφραστικής. Αντίστοιχα, ο στόχος της ευχαριστιακής κοινότητας αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό (στατικής) ρίσκο της διαδοχής θόλων, ημιθολίων, σφαιρικών τριγώνων που λογοποιεί την ύλη, παραπέμπει στην «κένωση» - σάρκωση του Λόγου ως τρόπο τής όντως υπάρξεως. Aποτυπώνεται στη «διάβαση επί το πρωτότυπον» που κατορθώνει (με την ίδια αφαιρετική επιδίωξη του αγάλματος) η βυζαντινή Εικόνα ή στην «αποκαλυπτική» δραματουργία (με πιστότητα στο αρχαίο σκηνικό υπόδειγμα) της εκκλησιαστικής Ευχαριστίας.
Σήμερα δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τις προτεραιότητες αναγκών και στόχων που εξασφάλιζαν τη συνέχεια του τρόπου της ελληνικότητας, δεν μπορέσαμε να διασώσουμε στο ελλαδικό κρατίδιο αυτόν τον τρόπο ούτε ως μνήμη, θησαύρισμα παιδείας. Μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε (δεν έχουμε προσλαμβάνουσες παραστάσεις), πώς μπορεί μια συλλογικότητα να οργανώθηκε κάποτε με προτεραιότητα ανάγκης την υπαρκτική γνησιότητα και όχι τη χρησιμότητα. Ερμηνεύουμε την Αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία με τα κριτήρια και τα δόγματα του Ιστορικού Υλισμού ή με τις προ-πολιτικές ατομοκεντρικές αξιώσεις του Διαφωτισμού – μιλάμε για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σαν το προανάκρουσμα «αυτοθεσμιζόμενης» κολλεκτίβας ή «κομμούνας».
Ο Ελληνισμός τέλειωσε ιστορικά με αργό και βασανιστικό (ταπεινωτικό) ψυχορράγημα που ξεκίνησε το 1833 και συνεχίζεται, άγνωστο για πόσο ακόμη. Παλεύουμε να πιθηκίσουμε με συνέπεια τα «φώτα» της Εσπερίας, την παραχάραξη του αθλήματος της σχέσης σε μονοτροπία της χρήσης. Και ούτε αυτό δεν καταφέρνουμε, ο μεταπρατισμός μάς καθηλώνει σε τριτοκοσμικά επίπεδα υπανάπτυξης, διαφθοράς, οργανωτικής διάλυσης, απαιδευσίας, βαναυσότητας στην καθημερινή συμπεριφορά.
Αν συνεχίζουμε κωμικά να καυχώμαστε για την Αρχαία Ελλάδα, είναι επειδή μάς μάθανε ότι στο δικό της κληροδότημα βασίστηκε, και αυτό αξιοποίησε ο καταναλωτικός πολιτισμός της Δύσης, που εμείς αποκλειστικά θαυμάζουμε και είναι το ίνδαλμά μας. Ωσάν να ήταν ποτέ δυνατό η ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν» να γεννήσει τον ατομοκεντρισμό του cogito ή της αισθησιοκρατίας, η μεταφυσική στόχευση της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας να παραγάγει το όνειδος της σημερινής εμπορευματοποιημένης κομματοκρατίας.
Το ιστορικό ψυχορράγημα του Ελληνισμού είναι βασανιστικό και ταπεινωτικό, γιατί συνεχίζουμε να υπάρχουμε χωρίς πια να είμαστε Ελληνες και χωρίς να μπορούμε να γίνουμε «Ευρωπαίοι». Και απομνημείωση αρχιτεκτονική του χαμένου προσώπου μας είναι η βλάσφημη αισχρουργία του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης: Αυτάρεσκη αναίδεια μιας αφελληνισμένης κοινωνίας, που χρυσοπληρώνει Αμερικανοελβετό για να φιλοτεχνήσει «μοδέρνο» νεοπλουτίστικο πορτραίτο της αμάθειας και ασχετοσύνης της.
Σε κάθε παραμικρή πτυχή του το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο είναι μια ύβρις της ελληνικότητας.

1.4.10

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ: για τον έρωτα

Ο έρωτας δεν έχει λογική - με ποια λογική προσεύχεται ο άγιος για τα ερπετά και τους δαίμονες; Λογική έχει η θρησκεία θωρακισμένη με την πανοπλία του νόμου. Η λογική και ο νόμος είναι τα όπλα της θρησκείας, όπλα θωράκισης του εγώ.

Θρησκεία είναι ο ατομικές μεταφυσικές «πεποιθήσεις», η ατομική ηθική, η ατομική προσπάθεια εξευμενισμού το θείου. Οι πεποιθήσεις πρέπει να είναι λογικά ορθές, για να προσπορίζουν βεβαιότητα. Η ηθική συμπεριφορά να κατοχυρώνεται από το νόμο, για να εξασφαλίσει αντικειμενική υπόληψη και κύρος. Η λατρεία να προσφέρει το συναισθηματικό αποκούμπι που προϋποτίθεται για την ψυχολογική ευεξία.

Ο έρωτας αρχίζει εκεί που τελειώνουν αυτές οι ατομικές διεκδικήσεις. Όταν ο Aλλος με ενδιαφέρει περισσότερο από τη δική μου σιγουριά, τη δική μου δικαίωση, τη δική μου επιβίωση. Όταν είμαι έτοιμος να δεχθώ ακόμα και την αιώνια καταδίκη μου για χάρη του αγαπημένου ή των αγαπημένων μου. Είναι το σημείο αναγνώρισης του έρωτα, δηλαδή της Εκκλησίας: «Η υχόμην αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οιτινές εισίν Ισραηλίται» (Ρωμ. 9,3).

Μέσα στο Ευαγγέλιο της Εκκλησίας ο ερωτικός άνθρωπος σαρκώνει τον τρόπο ζωής, και ο θρησκευτικός άνθρωπος τον τρόπο του θανάτου. Μια από τις αποκαλυπτικές εικόνες της διαστολής: η αντιπαράθεση της πόρνης που πλένει με μύρα τα πόδια του Χριστού, και του θρησκευτικού περίγυρου που διαμαρτύρεται για την απώλεια του μύρου (Ματθ. 26, 6-14, Μαρκ. 14, 3-9, Λουκ. 7, 36-50). Έρως και θάνατος σε υποδειγματική αναμέτρηση.

Η μετάνοια της πόρνης είναι μια πράξη καθαρά ερωτική: Αγοράζει το πολυτιμότερο μύρο, δίχως φειδώ και μέτρο. Χύνει σπάταλα το μύρο, μαζί με τα δάκρυα της, για να πλύνει τα πόδια του Χριστού. Και λύνει ποτάμι τα μαλλιά της για να σφουγγίσει τα πόδια Του. Μπροστά σε αυτή την παραφορά του έρωτα, ο θρησκευτικός περίγυρος μετράει την πράξη με το μέτρο της ηθικής αποτελεσματικότητας : «Εις τι η απώλεια αυτή του μύρου γέγονεν; Ηδύνατο γαρ τούτο το μύρον πραθήναι επάνω τριακοσίων δηναρίων και δοθήναι τοις πτωχοίς». Η πόρνη αγαπάει σπάταλα και απερίσκεπτα, δίχως νόμο και λογική. Ο θρησκευτικός περίγυρος μετράει τη λογική σκοπιμότητα της πράξης και το ποσοστό της ηθικής ωφελιμότητας.

Τον θρησκευτικό περίγυρο - τον άνθρωπο της μεζούρας του νόμου - δεν τον ενδιαφέρουν οι φτωχοί. Τον ενδιαφέρει η πράξη της ελεημοσύνης που θα την εισπράξει ως ατομική αξιομισθία. Ίσως και τον ίδιο τον Θεό να τον χρειάζεται μόνο σαν έσχατο ανταποδότη για την ατομική του δικαίωση. Γι' αυτό και η παραφορά της αγάπης του είναι αδιανόητη, έτσι που ξεφεύγει από τη λογική της συναλλαγής.

Η πόρνη δεν ζητάει τίποτα. Ούτε καν τη σωτηρία της. Δεν προσφέρει μετάνοια για να εισπράξει δικαίωση. Δεν αποβλέπει στη συναλλαγή. Ούτε δίνει υποσχέσεις συμμόρφωσης με το νόμο. Μόνο προσφέρει. Αυτό που έχει και αυτό που είναι. «Ο έσχεν αυτή εποίησε» (Μάρκ. 14,8). Τολμηρά, δίχως φόβο μήπως εκτεθεί ή μήπως εκθέσει. Με την παραφορά της ολοκληρωτικής αυταπάρνησης. «Ότι ηγάπησε πολύ» (Λουκ. 7, 47).

Η σιωπή της ευαγγελικής πόρνης είναι η κατάλυση του νόμου, η αχρήστευση της λογικής. Είναι η σιωπή του έρωτα που μιλάει μόνο με αυτό που δίνει, δίχως να νοιάζεται για τον αντίπαλο της αντιπαροχής. Η ψυχή μας, όπως και κάθε πόρνη, δεν μπορεί να ερωτευθεί όσο είναι σαγηνεμένη από τις εφήμερες αποσπασματικές ικανοποιήσεις - τη φλυαρία της λογικής, τη σιγουριά της αμοιβής που μας παρέχει ο νόμος. Ο έρωτας αρχίζει, όταν «εξαίφνης» γίνει φανερή στον άνθρωπο η ματαιότητα της πορνικής συναλλαγής. Πως ό,τι κι αν εισπράξει το άτομο μας από τον νόμο, από τις αρετές μας, από το καλό μας όνομα, από την εκτίμηση των πολλών, τίποτε από αυτά δεν αναιρεί τον θάνατο. Και τότε μοναδική προοπτική ζωής μένει Αυτός που «ανιστά τους νεκρούς». Πρέπει να περάσεις από τον θάνατο για να φτάσεις στον έρωτα.

Ο τρόπος της ζωής, όπως οι χριστιανοί τον ψηλαφούν στο πρόσωπο του Χριστού, είναι ο τρόπος του έρωτα: Η κένωση από κάθε απαίτηση ατομικής αυθυπαρξίας, η άντληση ύπαρξης και ζωής όχι από την ατομική (και θνητή) φύση, αλλά από την προσωπική σχέση, την ελεύθερη από τους φυσικούς προκαθορισμούς. Να γίνει ο άνθρωπος ύπαρξη εκκλησιαστική, δηλαδή ερωτική - όπως ο Θεός είναι η ύπαρξη τριαδική, δηλαδή ερωτική. Να μην διεκδικεί τίποτα, να τα μοιράζεται όλα, σε μια παραφορά ερωτικής αυτοπροσφοράς.

Η αγάπη, η ερωτική αλληλοπεριχώρηση της ζωής, είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού, ο τρόπος που αθανατίζει τα πρόσωπα - τρόπος της όντως ζωής.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...