Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.4.21

Γιάννης Ρίτσος, 12 ποιήματα για τον Καβάφη: Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ


Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ 

 Η λάμπα είναι ήρεμη, καλόβολη· την προτιμάει

από άλλους φωτισμούς. Ρυθμίζεται το φως της 

ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής, ανάλογα

με την αιώνια, ανομολόγητη επιθυμία. Και πάντα, 

η μυρωδιά του πετρελαίου, μια λεπτή παρουσία

πολύ διακριτική, τις νύχτες, σαν γυρνάει μοναχός

με τόση κούραση στα μέλη, τόση ματαιότητα 

στην ύφανση του σακακιού του, στις ραφές της τσέπης

τοσο που κάθε κίνηση να μοιάζει περιττή κι αφόρητη ~

η λάμπα, μια απασχόληση και πάλι· ~ το φυτίλι,

το σπίρτο, η φλόγα η κινδυνεύουμε (με τις σκιές της

στην κλίνη, στο γραφείο, στους τοίχους) και προπάντων 

εκείνο το γυαλί -  η εύθραυστη διαφάνειά του,

που σε μια απλή κι ανθρώπινη χειρονομία, απ’ την αρχή,

σε υποχρεώνει: να προφυλαχτείς ή και να προφυλάξεις. 

 

12 ποιήματα για τον Καβάφη, εκδοσεις Κέδρος 



9.11.12

Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα από τη Γκραγκάντα



(…)
Λοιπόν -  εἶπε ὁ  Βαγγέλης - ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἀπάτη·
λοιπὸν δὲν εἶναι μόνο ὁ θάνατος· δῶσε καὶ πάρε τὴ λέξη, τὴν πράξη· ὤχ - εἶπε

θὰ πάρουμε τὸ μερτικό μας καὶ τὸ δίκιο μας μὲ λόγο καὶ πράξη· ὑπάρχει τὸ ὑπάρχω·  ὑπάρχει συνέχεια· ὤχ·
στὰ φαρδιὰ τζάμια τῶν καταστημάτων εἶδα
τ’ ἀγάλματα ὁλάκερη στρατιά, κατεβαίναν στὴ διαδήλωση
εἶδα μαζὶ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν ἦταν ἀγάλματα
κρατοῦσαν μεγάλα πλακὰτ μὲ συνθήματα: ψωμί, ἐλευθερία, ἔρωτας,
κρατοῦσαν σημαῖες και μικρότερα ἀγάλματα· φαινόταν
καθρεφτισμένη πάνω στὶς βιτρίνες ἡ λευκὴ παρέλαση
καὶ μέσα στὶς βιτρίνες, τὰ κόκκινα μαγιό, τὰ ψαροντούφεκα, οἱ γυάλινες μάσκες, τὰ γαλάζια βατραχοπέδιλα
ἦταν ὡραία αὐτὴ ἡ ἀντιστοιχία
ἦταν ὡραῖο ποὺ τὴν προσέξαμε· γεννιόταν τὸ νερό· κυλοῦσε·
μεγάλωνε ἡ ρευστότητα· ἐπιταχυνόταν· κι ἄξαφνα
ἡ πρώτη ντουφεκιὰ ἡ ἀντίστροφη, ἡ δεύτερη,  ἡ τρίτη·
δὲ στάθηκαν· συνέχεια, πορεία, οἱ νεκροί, τὰ παιδιά, ξεχτένιστες γυναῖκες, οἱ δασύτριχοι ἄντρες
καὶ κάτω ἀπ’ τοὺς μεγάλους διασκελισμούς τῆς μόνης σημαίας
ἀκούστηκε ὁ Κώστας φωνάζοντας μέσα του
τί κόσμος, θέ μου, τί ἀπέραντος ὁ κόσμος
κι  ὁ ἕνας σήκωσε ψηλὰ τὸ βιολί
κι ὁ δεύτερος τ’ ἄδειο κλουβὶ μὲ τὸ φλιτζάνι, τὶς βέργες καὶ τὶς δυὸ τοῦφες μπαμπάκι
κι ὁ τρίτος σήκωσε μὲ το ΄να πόδι τὴν καρέκλα
ἐπάνω στὴν καρέκλα ἦταν ἕνα τεράστιο γάντι πυγμαχίας
κρατώντας τὰ ἴδια τρία λουλούδια. Καὶ τότε τρέχονταςς ἐγὼ φώναξα:
Γραγκάντα
κι οἱ ἄλλοι κατάλαβαν ἀμέσως καὶ φώναξαν: Γκραγκάντα
κι οἱ ἀντίλαλοι ἀπ’ τοὺς λόφους ἀπέναντι καθὼς ἀνεβαίναμε φώναξαν:
Γκρὰ καὶ γκρὰ καὶ γκὰ καὶ ντὰ
Γκραγκάντα.

Κι ἦταν ἀλήθεια Γκραγκάντα.



Ἀθήνα -Καρλόβασι, Ἰούνιος Αὔγουστος 1972

17.9.11

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Ὁ ποιητής


σο κι ἂν βρέχει τὸ χέρι του μὲς στὸ σκοτάδι,
τὸ χέρι του δὲν μαυρίζει ποτέ. Τὸ χέρι του
εἶναι ἀδιάβροχο στὴ νύχτα. Ὅταν θὰ φύγει
(γιατὶ ὅλοι φεύγουμε μιὰ μέρα) θαρρῶ θα μείνει
ἕνα γλυκύτατο χαμόγελο στὸν κόσμο ἐτοῦτον
ποὺ ἀδιάκοπα θὰ λέει «ναί» καὶ πάλι «ναί»
σ’ ὅλες τὶς προαιώνιες διαψευσμένες ἐλπίδες.  


Καρλόβασι, 17.VII. 87

 από τη συλλογή "Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχυα"

28.2.10

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ - ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ

ΧΡΟΝΟΣ
Χρόνια και χρόνια δε λογάριαζε διόλου το χρόνο.
Με λέξεις αντικαθιστούσε απώλειες, στερήσεις, αρνήσεις
φτιάχνοντας με κατάνυξη μικρά φωτοστέφανα
για απλούς ανθρώπους και σκηνές ασήμαντες. Μια τοιχογραφία
γέμισε λίγο  λίγο το σπίτι του - τα δυο υπνοδωμάτια,
τη μικρή κάμαρα της μουσικής, το δυτικό πατάρι
και την κουζίνα του ακόμη. Τις νύχτες, μ'  ένα λαδοφάναρο,
περιτρέχει το σπίτι του, το παρατηρεί, θαυμάζει -
να, ο Πέτρος, η Μάρθα, η Μαρία, να, ο Γώγος, ο Τέλης,
να, ο βράχος της Μονοβασιάς, να, η θάλασσα απαστράπτουσα
στο λιόγερμα της Σάμου - τι νιάτα, θε μου, τι αιώνες -
όμως αυτός πού βρίσκεται; πού είναι; Λείπει.

Ένας ήσυχος γέρος, λυπημένος, μ'  ένα φανάρι.
Καρλόβασι, 23. VII. 87
από τη συλλογή
"Αργά, πολύ αργά μέσα στην  νύχτα"
από τη συλλογή "Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα"

ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ 
Επίμονος άνθρωπος. Στο πείσμα του χρόνου ισχυρίζεται:
"έρωτας, ποίηση, φως". Σ'  ένα σπιρτόξυλο χτίζει
μια πολιτεία με σπίτια, δέντρα, αγάλματα, πλατείες,
με ωραίες βιτρίνες, με μπαλκόνια, καρέκλες, κιθάρες,
με αληθινούς κατοίκους κι ευγενικούς τροχονόμους.
Τα τραίνα
φτάνουν κανονικά στην ώρα τους. Το τελευταίο ξεφορτώνει
μικρά τραπεζάκια μαρμάρινα παραθαλάσσιου κέντρου
όπου ιδρωμένοι κωπηλάτες με όμορφα κορίτσια
πίνουνε παγωμένες λεμονάδες κοιτώντας τα πλοία.
Αυτό μονάχα θέλησα να πω κι ας μη με πιστέψουν.
Καρλόβασι 7.VII.87

25.2.10

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ

από τη συλλογή "Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα"
Επίμονος άνθρωπος. Στο πείσμα του χρόνου ισχυρίζεται:
"έρωτας, ποίηση, φως". Σ'  ένα σπιρτόξυλο χτίζει
μια πολιτεία με σπίτια, δέντρα, αγάλματα, πλατείες,
με ωραίες βιτρίνες, με μπαλκόνια, καρέκλες, κιθάρες,
με αληθινούς κατοίκους κι ευγενικούς τροχονόμους.
Τα τραίνα
φτάνουν κανονικά στην ώρα τους. Το τελευταίο ξεφορτώνει
μικρά τραπεζάκια μαρμάρινα παραθαλάσσιου κέντρου
όπου ιδρωμένοι κωπηλάτες με όμορφα κορίτσια
πίνουνε παγωμένες λεμονάδες κοιτώντας τα πλοία.
Αυτό μονάχα θέλησα να πω κι ας μη με πιστέψουν.
Καρλόβασι 7.VII.87
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...