10.6.24
17.6.23
Παυλινα Παμπούδη , Η κιβωτός

Παυλίνα Παμπούδη: Η κιβωτός
- Post author:
- Post published:
- P
Αιώνες, συνεχίζουν ήσυχα, συντεταγμένα να ’ρχονται τα κύματα
Λάθρα απ’ τις απέναντι ακτές, εκείνης
Της κάποτε Παγγαίας-
Πολλά έχουνε να δηλώσουν, μπλε αμύθητο
Τεράστια αποθέματα ψυχών-
Θα ελεγχθούνε όλα στη Μεγάλη Έξοδο, στο μεταξύ
Αθώε, παρά θιν’ αλός περπάτα
Κι άκουσε, κοίτα απ’ το γκρεμό, στο βάραθρο:
Φύση σε κλίση μεταφυσική, λοξά
Βουίζει ο βυθός, κατάφορτος ζωή, συνωστισμένος
Μεταγλωττίζοντας ευχές του ερέβους, της σιωπής
Ανήκουστες ψιλές φωνούλες
Μιλιούνια οι χορωδοί, μια υποβρύχια νεκρώσιμη ακολουθία
Σε γλώσσα πιθανόν αζτέκικη
Σε κλίμακα ιαπωνική
Σε ήχο πλάγιο δεύτερο, Κύριε των Δυνάμεων
Ιππόκαμποι, διάφανες μέδουσες, ψαράκια βενθικά, απολλωνίες
Πάσαι αι γενεαί
Κι ένα τη υπερμάχω
Στη νοηματική, με σπινθηρίσματα λεπιών-
Ειρήνη ημίν
Καθώς
Γλιστρά στην άβυσσο
Η κιβωτός με υποείδη που δεν πρέπει να σωθούν
…………………………………………………………………………….
Ναι, η ζωή ξεκίνησε απ’ τα νερά
Έκλεισαν τώρα τα νερά πάνω απ’ το σφάλμα τους-
15/6/23
Από το Περιοδικό Περί Ου
9.2.23
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ, Ο ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ
Ο ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ
4.2.23
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ, ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΦΥΛΛΟ
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΦΥΛΛΟ
3.6.20
Παυλίνα Παμπούδη, Αρλέτα
Παιχνίδια θαυμαστά να παίζει:
Χρώματα, σχήματα,
Λέξεις - οχήματα, νότες
Κυρίως, μια υγρή και γαλανή φωνή
Να προχωράει σε μεγάλα βάθη μπλε
Στο πλέον τρυφερό πένθος του μαύρου
Ευτυχισμένο, έκπληκτο, απαρηγόρητο
Να μείνει ως τα βαθιά γεράματα
Τον άνεμο άκουγε προσεχτικά και δεν αντιμιλούσε όταν
Αθώα έγκλειστη της πόλης
Χανόταν νύχτα σε χαμένα δάση
Ακολουθώντας ξωτικά και παραμύθια
Καθώς παρατηρούσε από πολύ κοντά τ’ αόρατα
Ο αστιγματισμός το ίδιο
Κι έβλεπε πρόσωπα, πράγματα, χώρους
δίχως περιγράμματα σαφή
-όπως και είναι, στην ουσία
Αυτό την έκανε να αφαιρείται, εν μέρει, απ’ το παρόν
Πιστεύοντας ότι ανήκει σ’ άλλους
Σκόνταψε σε τοίχους που υπήρχαν ή που δεν υπήρχαν
Κι έφτασε άθελά της σε μακρινές ψυχές πιο γρήγορα
-πολλές φορές ενώ αυτές δεν είχαν φτάσει ακόμη
Από το ανεξίτηλο
Της γαλανής φωνής της πάνω τους)
2.6.20
Παυλίνα Παμπούδη, Αλίκη
Μόλις σκοτείνιαζε έσκιζε μια σελίδα
Έχασε πολύ μαύρο
Μέτρησαν στο μισό τα χρόνια της
Στο ενδιάμεσο ταξίδεψε, μεγάλωσε
Γέννησε κόρη με σημάδι
Έκθαμβη
Πάντα
Τραγουδά κάτω απ’ τα φώτα
Με κόμη φλεγομένη
Τραγούδια περγαμόντο, βύσσινο
Στην ασημένια της φωνή τρατάρει
Γλυκόπικρο νεράντζι με τη στάχτη του
Όταν δεν τραγουδά, ταράζεται·
Βγάζει επιφωνήματα οξέα
Πουλιών σε πανικό
(Ανέκαθεν είχε φερσίματα πουλιού:
Ως θήραμα
Έβλεπε πάντα δυο ανθρώπους – ή περισσότερους, καμιά φορά – στο ίδιο πρόσωπο Αδυνατώντας με την πλευρική της όραση
Ν’ αντιληφθεί μόνο τον ένα)
Όταν λοιπόν δεν τραγουδά, τρομάζει:
Μιλάει πολύ γρήγορα
Σαΐτα η ασημένια της φωνή
Μια προς το μέλλον, μια στο παρελθόν
Στα δυο λευκά κουβάρια, πάντοτε
Να πλέκεται κι η ίδια
Μία καλή, μία ανάποδη
Να παγιδεύει την ηχώ της στον ιστό
Στη γλώσσα των ανθρώπων, όχι
Δεν τα κατάφερε ποτέ Γι αυτό και τραγουδά συνέχεια.
Κάτω απ’ τα φώτα και, κρυφά, στον ύπνο της
31.5.20
Παυλίνα Παμπούδη: Ημερολόγιο εγκλεισμού
Παυλίνα Παμπούδη: Ημερολόγιο εγκλεισμού
Ξύπνησα κάπως, βεβαιώθηκα για την ημερομηνία, τη χρονολογία, την καλή φυσική μου κατάσταση και την κακή του κόσμου, και συνέχισα να γράφω.
Θυμήθηκα, στον ύπνο βούιζε ο αέρας μπερδεμένες ιστορίες ιστορώντας, έβρεχε βροχή για να τις σβήσει, χιόνιζε λευκό να λησμονήσω, έμεναν κάποιες πέτρες να θυμούνται. Κοίταξα μέσα μια στιγμή.
Ο κόσμος διολίσθαινε σε καλοκαίρι. Εγώ, το σκάφος, μια ιδέα του θεού, με επικίνδυνο φορτίο χρόνου, έχοντας ήδη πάρει κλίση, πελαγοδρομούσα. Όμως, η άνοιξη σε τρομερή διέγερση, κρατούσε το κατάρτι πάντα επηρμένο, και φούσκωνε το ισόβιο σύννεφο που αρμένιζε.
Μια χαρμολύπη παλιρροϊκή με ξέβραζε ξανά στα αβαθή. Εκεί, ξανά αντικατοπτρισμοί κενού, γρίφων ιριδισμοί, κατορθωμένων νοημάτων κι άλλων επινοήσεων, από παιδί συλλαβισμένων, σκέψεις πρωτόζωα. Μια αμμουδιά άπειρα σύμπαντα. Πάλι ξεχνιόμουν.
Τότε κοίταξα πέρα τον κυρτό ορίζοντα, να φύγω. Στο βάθος οι οροσειρές διάγραμμα του πένθους, φαράγγια με πατημασιές τιτάνων, αποτυπώματα στους βράχους, τ’ αναγνώρισα.
Άνοιξα το διάφραγμα, ανάσανα ο έγκλειστος, καδράρισα βουνό να εκτοξεύει δέντρα.
Θυμήθηκα πεύκα παντού, και άλλα είδη ριζωμένα στο γαλάζιο. Θυμήθηκα να συμπεριλαμβάνονται στη θέα το φως, κι η πανσπερμία του κάμπου κι η αιωνιότητα. Να πάλλονται χορδές οι νέοι μίσχοι, ηρέμησα.
Μια παρτιτούρα υπερήχων άνοιξε διάπλατα. Ορχήστρα πρωτοεμφανιζόμενων ψυχών / εντόμων κούρδιζε ξανά τα όργανά της στον αέρα.
Έμεινα ν’ αφουγκράζομαι, σταμάτησα να γράφω.
1.11.19
Παυλίνα Παμπούδη, ΤΟΥΡΛΟΤΑΡΑΝΔΟΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ
Ταξίδευαν, τρελοπαρέα, στην Ταιβάν, στην Τανζανία.
Πήγαν με τρένο Τενερίφη, φτάσαν με τζιπ ως την Τουρκία
Με τρόλει μέχρι το Τορόντο, και με ταξί στην Τυνησία.
Από τυρί, τσίγκο και τρίχες κι από τσουρέκι ήταν φτιαγμένοι.
Τρείς πόντους ήταν ο καθένας κι είχαν τριάντα ποδαράκια
Τρεμάμενα, με τροχοφόρα, τενεκεδένια τακουνάκια.
Είχανε τρύπες στα αυτιά τους και τιρκουάζ μαλλιά και γένια
Είχαν στο δέρμα τους τσιμπούρια και τατουάζ τριανταφυλλένια.
Τρυπάνι είχαν στη μουσούδα και τιρμπουσόν στα κέρατά τους.
Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες τριγύρισαν τον κόσμο όλο
Και τερματίσαν σ’ ένα τούνελ, τέσσερα μέτρα απ’ το Τυρόλο:
Και τσαλαπετεινός τον τρίτο τσαλαπατά και τον τσακίζει.
Ήταν οι τρεις οι τελευταίοι, τι κρίμα, σ’ όλους τους πλανήτες!
Γι αυτό, καθόλου δεν υπάρχουν πια οι Τουρλοταρανδοτερμίτες…
17.10.18
Παυλίνα Παμπούδη, Το Γούρι
Ήταν κάποτε ένας γάτος
παιχνιδιάρης και κεφάτος
νέος, κόκκινος, ωραίος
(και ολόμαλλος, βεβαίως)
που τον έλεγαν Γουργούρη
και για συντομία, Γούρι.
Και το Γούρι ένα βράδυ
βγήκε έξω, στο σκοτάδι
μες στη μέση στην αυλή
και νιαούριζε πολύ.
Το ακούσαν κι ήρθαν κι άλλοι
μικροί γάτοι και μεγάλοι
γάτοι, γάτες και γατάκια
και μωρά και γεροντάκια:
γάτοι λίγο κοιλαράδες
γάτοι μάλλον φουκαράδες
γάτοι πιο καλοντυμένοι
κι άλλοι, κάπως μαδημένοι
γάτοι με χοντρό κεφάλι
και γατιά σε μαύρο χάλι.
Άσπροι γάτοι, μαύροι γάτοι
Ήρθαν όλοι τους τρεχάτοι
από αυλές και κεραμίδια
από μπάζα και σκουπίδια.
Ήρθε ο Πούκι και το Τζίνι
και η Ψίψη με τη Μίνι
και η Τζίλντα και η Σίλκα
το Τσικό και η Ριρίκα.
Να ο Ψιτ, ο Ρον κι ο Κάρι
με τη Σούσι και τον Άρη.
Να και το Γατσατσονάκι
Ο Μπελάς, το Καρβουνάκι.
Να κι η Τσίου κι η Παπάρα
να κι η Σάρα και η Μάρα!
Ήταν δώδεκα και κάτι
ήταν είκοσι οι γάτοι.
Νιαρρ! το Γούρι τριγυρίσαν
«τι συμβαίνει;» το ρωτήσαν.
Κι αυτό είπε: «γεια σας γάτες
γάτοι, φίλοι, συνεργάτες!
Πήγα βόλτα ως τη Χαλκίδα
κι ήρθα να σας πω τι είδα…»
«Πες μας γρήγορα, τι είδες;
Είδες ψάρια και γαρίδες;»
«Είδα έξι -εφτά μερίδες
καραβίδες και γαρίδες
μπαρμπουνάκια και μαρίδες
συναγρίδες και σφυρίδες!»
«Νιάου νιάου, είδες κι άλλα
κι άλλα ψάρια πιο μεγάλα;
Νιάου, πες μας!» κι όλοι οι γάτοι
νιαουρίζαν ορεξάτοι.
Νιαρρ, κακό και φασαρία
και ξυπνήσαν μια κυρία
-τη χοντρή κυρά Μαρία
που την έπιασε υστερία
κι άρχισε να ξεφωνίζει
να τσιρίζει και να βρίζει:
«Ουστ! Δεν τις μπορώ τις γάτες
ουστ και ξου, πανάθεμά τες!
Ουστ και ξου, που να σας βράσω!
Θα σας γδάρω αν σας πιάσω!»
(Ευτυχώς, γάτες και γάτοι
ήταν πια όλοι φευγάτοι!)
29.5.18
Παυλινα Παμπούδη, Μαργαριτα
Πρασινογάλαζο φουστάνι
Ανέμισε για μια στιγμή στο χρόνο μου
Το δίδυμό του φάντασμα
Της Μαργαρίτας το γαλαζοπράσινο
Χανόταν ήδη στον ορίζοντα
Σε εκτός τόπου διακοπές, ισόβιες
Σε παιδικότητα απόκρημνη
Στα βράχια τρέχαμε ξυπόλητες
Πάνω μας το διάφραγμα άνοιγε κι έκλεινε
Εντυπωνόταν ανεξίτηλα στη μνήμη
Ύδρα μυριοκέφαλη, ανίκητη
Η Μαργαρίτα όλο γέλια, διαλείψεις
Αντιφάσεις ήλιου – σκοταδιού
Ψέλλιζε έκθαμβη λόγια σαν ξόρκια:
Μαζί με το αντίθετό τους πάντα
Γρήγορα ειπωμένα, σκόρπια
Παίζαμε· μεσημέρι
Στη θάλασσα ως τα μάτια, η γλαυκώπις
Έγραφε στον αφρό
Λέξη λέξη ξαγκίστρωνε τη σάρκα της
Προσκολλημένη
Σε κάτι ογκώδες, μαύρο, απ’ το βυθό
Που δεν ερχότανε
Ύστερα, πριν νυχτώσει, έφυγε
Με το φλεγόμενο οξυγόνο
Άλω γύρω της - διαμαρτυρία
Για το άδικο γήρας των κοριτσιών
Το επερχόμενο
Με όλα της τα μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά
Λευκά ξανά κι ανέπαφα
Γλίστρησε από άνοιγμα κρυφό στο πλάι
Κάθοδος εις Άδου
Με το κλειστό της βαγονέτο
Ξανά στη μήτρα της μαμάς της
Στη σκοτεινή οικογενειακή
Κρύπτη των συγγραφέων
(Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ /ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ)
20.5.18
Παυλινα Παμπούδη, το Πουλί ποιημα
ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ
Έρχονται πάλι στ’ όνειρο τοπία
Του προγονικού πλανήτη
Πυκνοκατοικημένα απ’ τον πληθυσμό των αοράτων
Σύννεφα σε αντίθετη περιστροφή του θόλου
Σε ταχύτητες φωτός κυνηγημένα,
Στρόβιλο έντρομων πουλιών σηκώνουν
Μνήμες
Από το φτερωτό μου γένος
Του ανθρώπου
Ωδικό του κατώτερου αιθέρα
Άρπυια, ερινύα, γρύπας, φοίνικας δικέφαλος
Αδέξιο στρουθίο
Με ψιχίο του άπειρου στο ράμφος
Έξω και μέσα
Ορνιθοσκαλίσματα
Ξύνω
Λοξά στο κέλυφος
Χτυπώ
Χτυπώ
Να σπάσει
Το αυγό μου
Με το θνησιγενή του λόγου νεοσσό



