Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμπούδη Παυλίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παμπούδη Παυλίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.6.23

Παυλινα Παμπούδη , Η κιβωτός

 You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Η κιβωτός

Παυλίνα Παμπούδη: Η κιβωτός

  • Post author:
  • P

Αιώνες, συνεχίζουν ήσυχα,  συντεταγμένα να ’ρχονται τα κύματα

Λάθρα απ’ τις απέναντι ακτές, εκείνης

Της κάποτε Παγγαίας-

Πολλά έχουνε να δηλώσουν, μπλε αμύθητο

Τεράστια αποθέματα ψυχών-

Θα ελεγχθούνε όλα στη Μεγάλη Έξοδο, στο μεταξύ

 

Αθώε, παρά θιν’ αλός περπάτα

Κι άκουσε, κοίτα απ’ το γκρεμό, στο βάραθρο:

 

Φύση σε κλίση μεταφυσική, λοξά

Βουίζει ο βυθός, κατάφορτος ζωή, συνωστισμένος

Μεταγλωττίζοντας ευχές του ερέβους, της σιωπής

Ανήκουστες ψιλές φωνούλες

Μιλιούνια οι χορωδοί, μια υποβρύχια νεκρώσιμη ακολουθία

Σε γλώσσα πιθανόν αζτέκικη

Σε κλίμακα ιαπωνική

Σε ήχο πλάγιο δεύτερο, Κύριε των Δυνάμεων

Ιππόκαμποι, διάφανες μέδουσες, ψαράκια βενθικά, απολλωνίες

Πάσαι αι γενεαί

Κι ένα τη υπερμάχω

Στη νοηματική, με σπινθηρίσματα λεπιών-

 

Ειρήνη ημίν

Καθώς

Γλιστρά στην άβυσσο

Η κιβωτός με υποείδη που δεν πρέπει να σωθούν

 

…………………………………………………………………………….

Ναι, η ζωή ξεκίνησε απ’ τα νερά

Έκλεισαν τώρα τα νερά πάνω απ’ το σφάλμα τους-

 

15/6/23

Από το Περιοδικό Περί Ου

9.2.23

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ, Ο ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ


 

Ο ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Μια φορά ήταν ένας πλατύς δρόμος που το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο ήταν «Οδός Απωλείας». Είχε την ιδιορρυθμία να ξεκινά από το πουθενά και να καταλήγει στο πουθενά – κοινό χαρακτηριστικό όλων των κοσμοθεωριών και όλων των δυνάμει δρόμων. Η ιδιορρυθμία αυτή του είχε διαμορφώσει ένα μάλλον ανώμαλο οδόστρωμα με κυκλοθυμικές παρακάμψεις, αδικαιολόγητες ενδοστρεφείς στροφές και επικίνδυνες υποσυνείδητες λακκούβες.
Κανένας δεν περνούσε ποτέ από αυτόν το δρόμο, ούτε καν οι τρέχοντες απροσανατόλιστοι τύποι που δεν ξέρουν ποιοι είναι και πού πηγαίνουν και που κανείς δεν ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει την πορεία τους.
Κάποτε όμως, ένα ζεστό βράδυ του Ιουνίου με αστροφεγγιά και σελήνη στο τρίτο της τέταρτο, κάποιος εμφανίστηκε. Ήταν σχετικά νέος και φορούσε πατίνια. Λεγόταν Ερρίκος, ασκούσε περιστασιακά το επάγγελμα του τραυματιοφορέα καλογραιών και είχε την ιδιορρυθμία να μιλά μόνος του, παρ’ όλο που δε βρισκόταν σε καθόλου καλές σχέσεις με τον εαυτό του.
«Αχά! Ένας δρόμος!» είπε, σκαρφαλώνοντας έξω από τη λακκούβα στην οποία είχε πέσει ερχόμενος από την έρημο με μεγάλη ταχύτητα.
«Αχά! Ένας περαστικός!» είπε ξαφνιασμένος ο δρόμος μ’ ένα λόξιγκα που εξομάλυνε κατά τι τη λακκούβα και βοήθησε τον Ερρίκο να σταθεί στα πατίνια του. «Καλέ μου περαστικέ» συνέχισε, «πώς κατάλαβες ότι είμαι δρόμος;»
«Γιατί, δεν είσαι;» ρώτησε ο Ερρίκος καχύποπτα.
«Τώρα και βέβαια είμαι, εφόσον με ονόμασες. Κι εσύ είσαι καλός και περαστικός, εφόσον σε ονόμασα. Έτσι πάει συνήθως. Όλες οι ιδιότητες είναι στιγμιαίες και ισχύουν μόνο αν τις τσακώσεις την κατάλληλη στιγμή και μόνο όσο συνεχίζεις να τις αναγνωρίζεις».
«Δηλαδή, βασικά, πριν και μετά τους προσδιορισμούς, ποιοι είμαστε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Ερρίκος, που ήταν επιρρεπής στη φιλοσοφία.
«Α, αυτά είναι τα αναπάντητα προαιώνια ερωτήματα. Εξάλλου, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο υπάρχουμε κι εσύ ως περαστικός κι εγώ ως δρόμος, για να τα συζητάμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής…»
«Πώς βρέθηκες εδώ στην ερημιά;» άλλαξε κουβέντα ο Ερρίκος.
«Είναι μεγάλη ιστορία» αναστέναξε βαθιά ο δρόμος, δημιουργώντας άλλη μια λακκούβα, που δεν περιελάμβανε, όμως, ευτυχώς, τον Ερρίκο. «Έχει να κάνει με κάποιο τυχαίο χωροχρονικό ασυνεχές… Εγώ που με βλέπεις ήμουν για αλλού…»
«Ίδια περίπτωση!» είπε ο Ερρίκος με συμπάθεια. «Και κατά πού πας;»
«Ιδέα δεν έχω» απάντησε αμήχανα ο δρόμος.
«Ίδια περίπτωση» ξαναείπε ο Ερρίκος, με ακόμα μεγαλύτερη συμπάθεια. «Δηλαδή, βρήκα το δρόμο μου! Ας προχωρήσουμε λοιπόν μαζί».
Ο δρόμος ξεκουλουριάστηκε και τεντώθηκε νωθρά.
«Προχώρα» είπε «κι εγώ θα σ’ ακολουθώ».
«Εντάξει. Σε μη φιλοσοφικό επίπεδο, όμως, συμβαίνει, ξέρεις, ακριβώς το αντίθετο…» παρατήρησε ο Ερρίκος.
«Το ξέρω. Δεν έχει όμως καμιά διαφορά το αποτέλεσμα» είπε ο δρόμος.
Πράγματι: προχώρησαν σε φιλοσοφικό επίπεδο αρκετό καιρό μαζί, πηγαίνοντας πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε ευθεία μπροστά, πότε πισωγυρίζοντας – και, βέβαια, ούτε και οι αλλαγές κατευθύνσεων επηρέασαν στο παραμικρό τον τελικό τους προορισμό: το πουθενά.
Ηθικό δίδαγμα: Το ταξί είναι τουλάχιστον πιο άνετο.

(Από το 40 ΚΑΠΩΣ ΠΕΡΙΕΡΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, εκδόσεις ΡΟΕΣ)
ανάρτηση από το φβ της συγγραφέως

4.2.23

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ, ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΦΥΛΛΟ


 


ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΦΥΛΛΟ

Μια φορά ήταν ένα φύλλο (μουριάς) που, από ορθογραφικό λάθος και παρανόηση, νόμιζε πως είναι το κάτι άλλο.
Είχε καταλήξει σ’ αυτό το συμπέρασμα γιατί πότε ένιωθε πιο ωραίο και πιο ισχυρό από τα άλλα φύλλα, και πότε (ανάλογα προς τα πού φυσούσε ο αέρας) καθόλου ισχυρό αλλά και καθόλου ωραίο.
Την πεποίθηση στη διαφορετικότητά του ενίσχυε και το γεγονός πως τα άλλα φύλλα δεν ήταν πολύ φυλλικά απέναντί του (γιατί πίστευαν πως τους κάνει τον έξυπνο, καθώς από κάποια ιδιοτροπία της φύσης το κοτσάνι του είχε διαμορφωθεί δεξιόστροφο, και το έκανε να λικνίζεται κάπως αλλιώτικα και να φαίνεται ότι πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα), και επέμεναν να το αναφέρουν πάντα ως «τρίτο φύλλο» –δήθεν επειδή ήταν το τρίτο φύλλο στο τρίτο κλαδί αριστερά–, διάκριση όμως που δεν έκαναν ούτε για το πρώτο, αλλά ούτε καν και για το τέταρτο φύλλο.
Το τρίτο φύλλο, πάντως, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτήν την ιδιαίτερη μεταχείριση. Περιοριζόταν να κοιτάζει τα από κάτω του φύλλα, αλλά και τα από πάνω, αφ’ υψηλού.
Είχε περάσει αρκετά στη ζωή του (είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία μια καταιγίδα, έναν μεταξοσκώληκα και μια γίδα), και τις ελεύθερες ώρες του τού άρεσε να φυλλοσοφεί.
Κάποια νύχτα, μια πεταλούδα της νύχτας προσγειώθηκε άγαρμπα πάνω του. Το τρίτο φύλλο ξαφνιάστηκε:
«Τι τρέχει, κυρά μου; Στραβομάρα;»
«Συγγνώμη» είπε η πεταλούδα. «Είχα ένα ατύχημα. Στραμπούλιξα μερικά πόδια και την προβοσκίδα μου, και στάθηκα μια στιγμή κάπου να συγυριστώ. Δε φαντάστηκα πως θα ενοχλούσα».
«Φουχ! Είμαι αλλεργικός στα ζώα. Πήγαινε παραπέρα. Τόσα, λιγότερο ευαίσθητα, φύλλα υπάρχουν γύρω».
«Δεν είμαι ζώο, είμαι εφήμερο» είπε η πεταλούδα. «Και, πάντως, άσε με να πάρω μια ανάσα γιατί θα λιποθυμήσω».
«Τι είναι το εφήμερο;» ρώτησε το φύλλο, που ήταν φυλλοπερίεργο.
«Ο όρος προέρχεται από την αρχαία λέξη ‘‘εφημερίδα’’» του εξήγησε με πολύ εξασθενημένη φωνούλα η πεταλούδα.
«Αχά!» είπε το φύλλο φυλλύποπτα. «Έχω ακούσει σχετικά. Η εφημερίδα είναι κάτι που πουλάει φύλλα. Καλά το κατάλαβα πως η παρουσία σου εδώ είναι ύποπτη».
«Αλλά πρόκειται για παρανόηση!» βιάστηκε να προσθέσει η πεταλούδα. «Καμιά σχέση! Τα εφήμερα πετάνε, τις εφημερίδες τις πετάνε! Εξάλλου, οι εφημερίδες δεν πουλάνε πια φύλλα, πουλάνε βιβλία, σιντί, ντιβιντί – τέτοια...»
Το τρίτο φύλλο δε δεχόταν καμιά συζήτηση.
«Ένα ξέρω εγώ: κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από τις ρίζες του, κι ας είναι στρεβλωμένες. Είσαι επικίνδυνος τύπος, όπως και ο Τύπος. Λοιπόν, τέρμα οι φυλλολογικοί διαξιφισμοί. Δίνε του από δω και γρήγορα!»
Εκείνη τη στιγμή, ένα νυχτοπούλι εντόπισε τη μισολιπόθυμη πεταλούδα, εφόρμησε και την άρπαξε στο ράμφος του. Απ’ τη χαρά του τού ξέφυγε μια χοντρή κουτσουλιά κι έκανε το μισό φύλλο χάλια.
Ηθικό δίδαγμα: 1) Φύλλαγε τα φύλλα σου να ’χεις τα μισά. 2) Οι πεταλούδες της νύχτας φέρνουν συνήθως μπελάδες. 3) Μια μικρή παρανόηση μπορεί να σου προκαλέσει έμμονες ιδέες και μεγάλες παρανοήσεις. 4) Μια φυσιολογική πράξη μπορεί να σημαδέψει τη ζωή σου, αλλά μη δίνεις σημασία.
(Από το 40 ΚΑΠΩΣ ΠΕΡΙΕΡΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ - εκδόσεις ΡΟΕΣ)

3.6.20

Παυλίνα Παμπούδη, Αρλέτα

ΑΡΛΕΤΑ
Από παιδί πήρε δώρα πολλά
Παιχνίδια θαυμαστά να παίζει:
Χρώματα, σχήματα,
Λέξεις - οχήματα, νότες
Κυρίως, μια υγρή και γαλανή φωνή
Να προχωράει σε μεγάλα βάθη μπλε
Στο πλέον τρυφερό πένθος του μαύρου
Να ’ναι παιδί, επίσης, της δωρήθηκε
Ευτυχισμένο, έκπληκτο, απαρηγόρητο
Να μείνει ως τα βαθιά γεράματα
Ήταν περίεργη πάντα, μα φρόνιμη
Τον άνεμο άκουγε προσεχτικά και δεν αντιμιλούσε όταν
Αθώα έγκλειστη της πόλης
Χανόταν νύχτα σε χαμένα δάση
Ακολουθώντας ξωτικά και παραμύθια 
Η μυωπία της μεγάλωνε ολοένα
Καθώς παρατηρούσε από πολύ κοντά τ’ αόρατα
Ο αστιγματισμός το ίδιο
Κι έβλεπε πρόσωπα, πράγματα, χώρους
δίχως περιγράμματα σαφή
-όπως και είναι, στην ουσία
Αυτό την έκανε να αφαιρείται, εν μέρει, απ’ το παρόν 
Έτσι αφηρημένη, προσπέρασε συχνά τη ζωή της
Πιστεύοντας ότι ανήκει σ’ άλλους
Σκόνταψε σε τοίχους που υπήρχαν ή που δεν υπήρχαν 
Έτσι, επίσης, παρέκαμψε και δρόμους
Κι έφτασε άθελά της σε μακρινές ψυχές πιο γρήγορα
-πολλές φορές ενώ αυτές δεν είχαν φτάσει ακόμη
(Την αναγνωρίζουν τώρα όλοι
Από το ανεξίτηλο
Της γαλανής φωνής της πάνω τους) 
(Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ / ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ)

2.6.20

Παυλίνα Παμπούδη, Αλίκη

ΑΛΙΚΗ 
Μικρή, ζούσε κυρίως μέρα:
Μόλις σκοτείνιαζε έσκιζε μια σελίδα
Έχασε πολύ μαύρο
Μέτρησαν στο μισό τα χρόνια της
Στο ενδιάμεσο ταξίδεψε, μεγάλωσε
 Γέννησε κόρη με σημάδι
Έκθαμβη
Πάντα
Τραγουδά κάτω απ’ τα φώτα
Με κόμη φλεγομένη
Τραγούδια περγαμόντο, βύσσινο
 Στην ασημένια της φωνή τρατάρει
Γλυκόπικρο νεράντζι με τη στάχτη του
 Όταν δεν τραγουδά, ταράζεται·
 Βγάζει επιφωνήματα οξέα
 Πουλιών σε πανικό
 (Ανέκαθεν είχε φερσίματα πουλιού:
 Ως θήραμα
Έβλεπε πάντα δυο ανθρώπους – ή περισσότερους, καμιά φορά – στο ίδιο πρόσωπο Αδυνατώντας με την πλευρική της όραση
 Ν’ αντιληφθεί μόνο τον ένα)
 Όταν λοιπόν δεν τραγουδά, τρομάζει:
 Μιλάει πολύ γρήγορα
 Σαΐτα η ασημένια της φωνή
 Μια προς το μέλλον, μια στο παρελθόν
 Στα δυο λευκά κουβάρια, πάντοτε
 Να πλέκεται κι η ίδια
 Μία καλή, μία ανάποδη
 Να παγιδεύει την ηχώ της στον ιστό
 Στη γλώσσα των ανθρώπων, όχι
 Δεν τα κατάφερε ποτέ Γι αυτό και τραγουδά συνέχεια.
 Κάτω απ’ τα φώτα και, κρυφά, στον ύπνο της
 (Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ)

31.5.20

Παυλίνα Παμπούδη: Ημερολόγιο εγκλεισμού

Παυλίνα Παμπούδη: Ημερολόγιο εγκλεισμού  


Ξύπνησα κάπως, βεβαιώθηκα για την ημερομηνία, τη χρονολογία, την καλή φυσική μου κατάσταση και την κακή του κόσμου, και συνέχισα να γράφω. 

Θυμήθηκα, στον ύπνο βούιζε ο αέρας μπερδεμένες ιστορίες ιστορώντας, έβρεχε βροχή για να τις σβήσει, χιόνιζε λευκό να λησμονήσω, έμεναν κάποιες πέτρες να θυμούνται. Κοίταξα μέσα μια στιγμή.

Ο κόσμος διολίσθαινε σε καλοκαίρι. Εγώ, το σκάφος, μια ιδέα του θεού, με επικίνδυνο φορτίο χρόνου, έχοντας ήδη πάρει κλίση, πελαγοδρομούσα. Όμως, η άνοιξη σε τρομερή διέγερση, κρατούσε το κατάρτι πάντα επηρμένο, και φούσκωνε το ισόβιο σύννεφο που αρμένιζε. 

Μια χαρμολύπη παλιρροϊκή με ξέβραζε ξανά στα αβαθή. Εκεί, ξανά αντικατοπτρισμοί κενού, γρίφων ιριδισμοί, κατορθωμένων νοημάτων κι άλλων επινοήσεων, από παιδί συλλαβισμένων, σκέψεις πρωτόζωα. Μια αμμουδιά άπειρα σύμπαντα. Πάλι ξεχνιόμουν.

Τότε κοίταξα πέρα τον κυρτό ορίζοντα, να φύγω. Στο βάθος οι οροσειρές διάγραμμα του πένθους, φαράγγια με πατημασιές τιτάνων, αποτυπώματα στους βράχους, τ’ αναγνώρισα. 

Άνοιξα το διάφραγμα, ανάσανα ο έγκλειστος, καδράρισα βουνό να εκτοξεύει δέντρα. 

Θυμήθηκα πεύκα παντού, και άλλα είδη ριζωμένα στο γαλάζιο. Θυμήθηκα να  συμπεριλαμβάνονται στη θέα το φως, κι η πανσπερμία του κάμπου κι η αιωνιότητα. Να πάλλονται χορδές οι νέοι μίσχοι, ηρέμησα. 

Μια παρτιτούρα υπερήχων άνοιξε διάπλατα. Ορχήστρα πρωτοεμφανιζόμενων ψυχών / εντόμων κούρδιζε ξανά τα όργανά της στον αέρα. 

 

Έμεινα ν’ αφουγκράζομαι, σταμάτησα να γράφω. 



1.11.19

Παυλίνα Παμπούδη, ΤΟΥΡΛΟΤΑΡΑΝΔΟΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ

ΤΟΥΡΛΟΤΑΡΑΝΔΟΤΕΡΜΙΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ

Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες,τουρίστες απ’ την Τασμανία
Ταξίδευαν, τρελοπαρέα, στην Ταιβάν, στην Τανζανία.
Πήγαν με τρένο Τενερίφη, φτάσαν με τζιπ ως την Τουρκία
Με τρόλει μέχρι το Τορόντο, και με ταξί στην Τυνησία.

Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες, τρίδυμοι, τρισχαριτωμένοι
Από τυρί, τσίγκο και τρίχες κι από τσουρέκι ήταν φτιαγμένοι.
Τρείς πόντους ήταν ο καθένας κι είχαν τριάντα ποδαράκια
Τρεμάμενα, με τροχοφόρα, τενεκεδένια τακουνάκια.
Είχανε τρύπες στα αυτιά τους και τιρκουάζ μαλλιά και γένια
Είχαν στο δέρμα τους τσιμπούρια και τατουάζ τριανταφυλλένια.
Ήτανε τέλεια τερατάκια: είχαν τανάλια στην ουρά τους
Τρυπάνι είχαν στη μουσούδα και τιρμπουσόν στα κέρατά τους.
Τρεις Τουρλοταρανδοτερμίτες τριγύρισαν τον κόσμο όλο
Και τερματίσαν σ’ ένα τούνελ, τέσσερα μέτρα απ’ το Τυρόλο:
Τον ένα τρώει ένα τσακάλι, τον άλλο τράγος τραγανίζει
Και τσαλαπετεινός τον τρίτο τσαλαπατά και τον τσακίζει.
Ήταν οι τρεις οι τελευταίοι, τι κρίμα, σ’ όλους τους πλανήτες!
Γι αυτό, καθόλου δεν υπάρχουν πια οι Τουρλοταρανδοτερμίτες…

από τη σελίδα φβ της ποιήτριας και ρικαστικού Παυλίνας Παμπούδη. Με τις ευχαριστίες μου!

17.10.18

Παυλίνα Παμπούδη, Το Γούρι

ΤΟ ΓΟΥΡΙ

Ήταν κάποτε ένας γάτος
παιχνιδιάρης και κεφάτος
νέος, κόκκινος, ωραίος
(και ολόμαλλος, βεβαίως)
που τον έλεγαν Γουργούρη
και για συντομία, Γούρι.

Και το Γούρι ένα βράδυ
βγήκε έξω, στο σκοτάδι
μες στη μέση στην αυλή
και νιαούριζε πολύ.

Το ακούσαν κι ήρθαν κι άλλοι
μικροί γάτοι και μεγάλοι
γάτοι, γάτες και γατάκια
και μωρά και γεροντάκια:
γάτοι λίγο κοιλαράδες
γάτοι μάλλον φουκαράδες
γάτοι πιο καλοντυμένοι
κι άλλοι, κάπως μαδημένοι
γάτοι με χοντρό κεφάλι
και γατιά σε μαύρο χάλι.

Άσπροι γάτοι, μαύροι γάτοι
Ήρθαν όλοι τους τρεχάτοι
από αυλές και κεραμίδια
από μπάζα και σκουπίδια.

Ήρθε ο Πούκι και το Τζίνι
και η Ψίψη με τη Μίνι
και η Τζίλντα και η Σίλκα
το Τσικό και η Ριρίκα.

Να ο Ψιτ, ο Ρον κι ο Κάρι
με τη Σούσι και τον Άρη.
Να και το Γατσατσονάκι
Ο Μπελάς, το Καρβουνάκι.
Να κι η Τσίου κι η Παπάρα
να κι η Σάρα και η Μάρα!

Ήταν δώδεκα και κάτι
ήταν είκοσι οι γάτοι.
Νιαρρ! το Γούρι τριγυρίσαν
«τι συμβαίνει;» το ρωτήσαν.

Κι αυτό είπε: «γεια σας γάτες
γάτοι, φίλοι, συνεργάτες!
Πήγα βόλτα ως τη Χαλκίδα
κι ήρθα να σας πω τι είδα…»

«Πες μας γρήγορα, τι είδες;
Είδες ψάρια και γαρίδες;»

«Είδα έξι -εφτά μερίδες
καραβίδες και γαρίδες
μπαρμπουνάκια και μαρίδες
συναγρίδες και σφυρίδες!»

«Νιάου νιάου, είδες κι άλλα
κι άλλα ψάρια πιο μεγάλα;
Νιάου, πες μας!» κι όλοι οι γάτοι
νιαουρίζαν ορεξάτοι.
Νιαρρ, κακό και φασαρία
και ξυπνήσαν μια κυρία
-τη χοντρή κυρά Μαρία
που την έπιασε υστερία

κι άρχισε να ξεφωνίζει
να τσιρίζει και να βρίζει:

«Ουστ! Δεν τις μπορώ τις γάτες
ουστ και ξου, πανάθεμά τες!
Ουστ και ξου, που να σας βράσω!
Θα σας γδάρω αν σας πιάσω!»

(Ευτυχώς, γάτες και γάτοι
ήταν πια όλοι φευγάτοι!)

29.5.18

Παυλινα Παμπούδη, Μαργαριτα

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ


Πρασινογάλαζο φουστάνι
Ανέμισε για μια στιγμή στο χρόνο μου
Το δίδυμό του φάντασμα
Της Μαργαρίτας το γαλαζοπράσινο
Χανόταν ήδη στον ορίζοντα

Σε εκτός τόπου διακοπές, ισόβιες
Σε  παιδικότητα απόκρημνη
Στα βράχια τρέχαμε ξυπόλητες

Πάνω μας το διάφραγμα άνοιγε κι έκλεινε
Εντυπωνόταν ανεξίτηλα στη μνήμη
Ύδρα μυριοκέφαλη, ανίκητη

Η Μαργαρίτα όλο γέλια, διαλείψεις
Αντιφάσεις ήλιου – σκοταδιού
Ψέλλιζε έκθαμβη λόγια σαν ξόρκια:
Μαζί με το αντίθετό τους πάντα
Γρήγορα ειπωμένα, σκόρπια

Παίζαμε·  μεσημέρι
Στη θάλασσα ως τα μάτια, η γλαυκώπις
Έγραφε στον αφρό
Λέξη λέξη ξαγκίστρωνε τη σάρκα της
Προσκολλημένη  
Σε κάτι ογκώδες, μαύρο, απ’ το βυθό
Που δεν ερχότανε

Ύστερα, πριν νυχτώσει, έφυγε

Με το φλεγόμενο οξυγόνο
Άλω γύρω της - διαμαρτυρία
Για το άδικο γήρας των κοριτσιών
Το επερχόμενο

Με όλα της τα μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά
Λευκά ξανά κι ανέπαφα

Γλίστρησε από άνοιγμα κρυφό στο πλάι
Κάθοδος εις Άδου
Με το κλειστό της βαγονέτο
Ξανά στη μήτρα της μαμάς της

Στη σκοτεινή οικογενειακή
Κρύπτη των συγγραφέων

(Από το ΤΟ ΜΩΒ ΑΛΜΠΟΥΜ /ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ)

20.5.18

Παυλινα Παμπούδη, το Πουλί ποιημα



ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχονται πάλι στ’ όνειρο τοπία

Του προγονικού πλανήτη

Πυκνοκατοικημένα απ’ τον πληθυσμό των αοράτων


Σύννεφα σε αντίθετη περιστροφή του θόλου

Σε ταχύτητες φωτός κυνηγημένα,

Στρόβιλο έντρομων πουλιών σηκώνουν

Μνήμες

Από το φτερωτό μου γένος

Του ανθρώπου


Ωδικό του κατώτερου αιθέρα

Άρπυια, ερινύα, γρύπας, φοίνικας δικέφαλος

Αδέξιο στρουθίο

Με ψιχίο του άπειρου στο ράμφος

Έξω και μέσα

Ορνιθοσκαλίσματα

Ξύνω

Λοξά στο κέλυφος

Χτυπώ

Χτυπώ


Να σπάσει

Το αυγό μου

Με το θνησιγενή του λόγου νεοσσό

Από ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΦΥΛΛΑ, 2007

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...