4.8.26

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ «Ένας άνθρωπος Μισός»

 

 
Την συλλογή παραμυθιών του Γόχαν Γκέοργκ φον Χαν, «Ελληνικά παραμύθια». εκδόσεις Opera, σε μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ, μου έκανε δώρο η αγαπημένη Αθηνά Παπανδρέου, μητέρα δύο παιδιών της παιδικής μας ομάδας, η οποία ήξερε την εμμονή μου με το λαϊκό παραμύθι, καθώς όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω με παιδιά καταφεύγω πάντα στο θησαυρό των λαϊκών μύθων, αναπλάθοντάς τους μαζί με τα παιδιά. Οι καταβολές των ιστοριών αυτών είναι αρχέγονες και προκύπτουν από ένα χαρμάνι ανθρώπινων ζωών, με το απόσταγμα της συλλογικής γνώσης και της ιστορικής εμπειρίας να αναδύεται και να διαμορφώνεται μέσω της προφορικότητας. Είναι μία, διά μέσου των αιώνων, Τράπεζα Πολιτισμού το λαϊκό παραμύθι. Και μια μορφή παιδείας που εμπεριέχει και υπαγορεύει τον «τρόπο» της διδασκαλίας της. 
Από την εποχή των ραψωδών κι των αοιδών, μέχρι τα τραγούδια της τάβλας, για να μείνω και να επιμείνω στην ελληνική παράδοση, η συλλογική «πληροφορία» μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά με τον αδιόρατο αλλά καταλυτικό τρόπο της προφορικής αισθητηριακής «συνεργασίας»: ομιλία - ακρόαση, στόμα - αυτί - μάτι, όσφρηση και γεύση. Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν σε αυτό το θαύμα που δεν έχω το επιστημονικό υπόβαθρο να αναλύσω. Μπορώ μόνο να επισημάνω τη διεργασία και να θαυμάσω τον γνωστικό βιωματικό πλούτο που εγκατατίθεται στη συλλογική συνείδηση και το ασυνείδητο. 
 (Μέχρι πρότινος θα έλεγα ότι κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να καταλύσει αυτή τη γνωστική συνεργασία, αλλά αυτή τη χρονική στιγμή των τεράστιων αλλαγών που ζούμε δεν μπορώ να είμαι πλέον έτσι απόλυτη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Θα έλεγα λοιπόν απλώς ότι στο δικό μας «σήμερα» καλούμαστε να κάνουμε ΕΠΕΝΔΥΣΗ ζωής στις δονήσεις όχι του ενσύρματου ή ασύρματου ψηφιακού μηχανισμού που μας υπαγορεύει τρόπους ύπαρξης και μας ποδηγετεί, αλλά στη δόνηση του ανθρώπινου βιοσυστήματος αυτού καθαυτού που μας κρατάει ζωντανούς. Στην αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα της Αναπνοής, αυτή την αυτοτροφοδοτούμενη και ανατροφοδοτούμενη δύναμη, που είναι ταυτόχρονα φυσική και υπερβατική. Καλούμαστε σε αυτή την καμπή του πολιτισμού μας να συνειδητοποιήσουμε ότι το υπέροχο μυστηριακό ανθρώπινο Σώμα βιώνει και μεταφέρει πολύτιμη ενέργεια πολιτισμού και σοφία, αιώνες τώρα. Είναι αυτό το σώμα που το περπατάμε και μας περπατάει, του μιλάμε και μας μιλάει, το σώμα που γεννάμε και μας γεννάει, ένα σώμα χαράς και πόνου, έμπνευσης και θανάτου, θνητότητας και αθανασίας. Καιρός να -ξανά- μάθουμε να εκτιμούμε αυτό το Σώμα, ατομικά και συλλογικά, όχι με φιλαυτία, αλλά με την επίγνωση ότι η «ανθρωπινότητα» είναι το όπλο μας σε κάθε απειλή εξανδραποδισμού και αλλοτρίωσης.) 
Επανέρχομαι στους λαϊκούς μύθους. Η προφορική μεταλαμπάδευση του κάθε μύθου μπολιάζει την κάθε κοινότητα μέσα στο χρόνο με πολιτιστική πληροφορία συλλογικής συνοχής. Χάρη στην προφορικότητα, διανέμεται με την εκπνοή η ενέργεια του λόγου και δυναμοποιείται η πληροφορία της κάθε ιστορίας, τόσο η φανερή όσο και η κρυμμένη. Ο ακροατής της ιστορίας δεν ακροάται μόνο την πληροφορία αλλά βιώνει και τις ποιότητές της, τις συχνότητες που παράγονται μέσα από τη ενέργεια της εκπνοής και την αναπαραστατική δύναμη του αφηγητή, τις συλλογικές αλλά και τις προσωπικές του παρακαταθήκες. Κι αν αυτού του είδους οι σχέσεις αφηγητή – ακροατή έχουν πια εκλείψει, κι αν κάποια παραμύθια έχουν για πάντα χαθεί, υπάρχει ωστόσο με την καταγραφή τους και η δυνατότητα αναβίωσής τους. 
 Κι εδώ έρχεται η δική μου εμμονή με το λαϊκό ελληνικό παραμύθι. Δεν με ενδιαφέρει μόνο το κομμάτι της αφήγησης αυτής καθαυτής, αλλά και ο μετασχηματισμός της ιστορίας μέσα από την ίδια τη δράση και τη σύμπραξη των «ακροατών», στην προκειμένη περίπτωση των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας με τα οποία δουλεύω αυτή τη χρονική. Το ότι «παίζουμε θέατρο» με βάση ένα παραμύθι δεν είναι αυτοσκοπός, είναι ένα κομμάτι μιας πολύτιμης ψυχο-αισθητηριακής, συναισθητικής διαδικασίας. Συνέργεια, επικοινωνία, επανάληψη, αποστήθιση, αυτοσχεδιασμός, αυτοπειθαρχία, οργάνωση, αυτενέργεια, παράσταση, γιορτή, χαρά. Όλα αυτά μαζί. Μια αλληλουχία εισπνοής και εκπνοής. 
Φέτος λοιπόν διαβάζοντας τα παραμύθια του Χαν -ο πρώτος καταγραφέας ελληνικών παραμυθιών, στα μέσα του 19ου αιώνα και σε εποχές μεγάλης τραχύτητας- εντυπωσιάστηκα από τη σκληρότητα των ιστοριών (κάποιες τις ήξερα από άλλους αφηγητές, κάποιες τις έβλεπα για πρώτη φορά). Όταν όμως διάβασα την ιστορία του Μισού ανθρώπου αποφάσισα να τη μοιραστώ με τα παιδιά της ομάδας. 
Μια άτεκνη γυναίκα εύχεται να αποκτήσει παιδί. Ο θεός ακούει την προσευχή της και η γυναίκα πράγματι κάνει ένα παιδί. Το δώρο του θεού όμως είναι μισερό, γιατί το παιδί είναι Μισό, έχει ένα χέρι, ένα πόδι, ένα μάτι, ένα φρύδι. Η γυναίκα μεγαλώνει το παιδί αποκλεισμένο στο σπίτι, να μην το δει ανθρώπου μάτι και το κοροϊδέψει, αλλά το παιδί μεγαλώνοντας ζητάει επιτακτικά να βγει στον κόσμο. Και μια μέρα η μητέρα τού επιτρέπει την έξοδο, του δίνει ένα σκοινί να δέσει τα ξύλα κι ένα τσεκούρι για να τα κόψει και την εντολή να γυρίσει πίσω ν’ ανάψει το τζάκι. Το μισό αγόρι καβαλάει το άλογο και πάει. Κι εκεί ξεκινάν οι περιπέτειες του Μισού. 
Η ιστορία του Μισού με συγκίνησε πολύ γιατί είναι μία ιστορία για την αναπηρία. Επίσης μια ιστορία για το θαύμα. Για τη σκληρότητα, την εκδίκηση. Την τιμωρία. Επίσης είναι ένα μαγικό παραμύθι με ψάρια που μιλούν, μαγικά ξόρκια, εγκυμοσύνες χωρίς άντρα, κοινωνική κατακραυγή, κάστρα και πορτοπαράθυρα ομιλητικά… Είναι και μια ιστορία για το καλό και το κακό. Κι έχει κι ένα αίσιο τέλος που πολύ με κλώτσησε όταν ολοκλήρωσα το διάβασμα. 
Και αποφάσισα, έτσι αυθαίρετα, να γράψω και ένα δεύτερο τέλος, δικό μου, της εποχής μου, και να ρωτήσουμε τους θεατές ποιο από τα δύο φινάλε της ιστορίας προτιμούν να τους παρουσιάσουμε. Τα παιδιά όμως ήδη είχαν λατρέψει το Μισό και τα παθήματά του και νόθευσαν λίγο την ψηφοφορία, αποφασίζοντας για λογαριασμό των θεατών να παίξουμε το ανορθόδοξο δεύτερο τέλος στο οποίο η πριγκίπισσα αποφασίζει να μείνει μαζί με το «Τέρας», κι όχι να επιστρέψει στον μετανοημένο πλην κακοήθη πατέρα της! Τελικά όμως, μετά από προτροπή του μπαμπά Γιώργου Κλούμπα, παίξαμε και τα δύο φινάλε και πολύ τα χαρήκαμε. Συγχωρήσαμε και την κακοήθεια του σκληρού πατέρα! Κι αφήσαμε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μείνει κι αυτός μέσα στον Πύργο τον Ομιλητικό. 
Όλη αυτή την υπέροχη περιπέτεια τη ζήσαμε παρουσιάζοντας τις διάφορες σκηνές του έργου σε διαφορετικά σημεία στον κήπο του Ιδιόμελου. Όλη η αυλή έγινε σκηνικό αλλά και συμμέτοχος της παράστασης. Γονείς και φίλοι ακολουθούσαν τους μικρούς ηθοποιούς, άλλοτε στο παλάτι, άλλοτε στη λιμνούλα με το χρυσόψαρο, στο ποτάμι με τα άγρια νερά, στο Ομιλητικό Κάστρο… Κι όταν όλα τέλειωσαν, αγαλιαστήκαμε κι ανταλλάξαμε ευχές, που δεν απέχουν πολύ από το μαγικό ξόρκι που έμαθε το πανέξυπνο Ψάρι στο Μισό: «Πρώτα στο λόγο του Ψαριού μετά στο λόγο του Θεού να έχουμε ένα καλό καλοκαίρι!» 
Κι όσο κι αν οι ευχές στον εκτός παραμυθιού κόσμο συχνά δεν εκπληρώνονται (το κείμενο αυτό το γράφω πάνω στα αποκαΐδια της Αττικής και της Βοιωτίας κι έχοντας στο αυτί μου απόηχους από τις οιμωγές ανθρώπων, φυτών και ζώων), παραμένει ζωντανό το θαύμα της ανάσας μας, το πιο δυνατό ξόρκι που υπάρχει: Να λέμε και να ξαναγεννάμε από την τέφρα την ιστορία μας, τις ιστορίες μας… έτσι να διασώζουμε το μελλον…
 «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ 
κάτι μυστικό κάτι πλούσιο και παράξενο 
σαν τοπίο του βυθού
Ανθισμένες κερασιές κι απόγευμα ζεστό 
και πολύχρωμο χορτάρι, ναι, 
 για να αποκοιμηθώ»

 Διονύσης Σαββόπουλος, Το περιβόλι του Τρελού

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...