28.2.10

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΧΡΟΝΟΣ - ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ

ΧΡΟΝΟΣ
Χρόνια και χρόνια δε λογάριαζε διόλου το χρόνο.
Με λέξεις αντικαθιστούσε απώλειες, στερήσεις, αρνήσεις
φτιάχνοντας με κατάνυξη μικρά φωτοστέφανα
για απλούς ανθρώπους και σκηνές ασήμαντες. Μια τοιχογραφία
γέμισε λίγο  λίγο το σπίτι του - τα δυο υπνοδωμάτια,
τη μικρή κάμαρα της μουσικής, το δυτικό πατάρι
και την κουζίνα του ακόμη. Τις νύχτες, μ'  ένα λαδοφάναρο,
περιτρέχει το σπίτι του, το παρατηρεί, θαυμάζει -
να, ο Πέτρος, η Μάρθα, η Μαρία, να, ο Γώγος, ο Τέλης,
να, ο βράχος της Μονοβασιάς, να, η θάλασσα απαστράπτουσα
στο λιόγερμα της Σάμου - τι νιάτα, θε μου, τι αιώνες -
όμως αυτός πού βρίσκεται; πού είναι; Λείπει.

Ένας ήσυχος γέρος, λυπημένος, μ'  ένα φανάρι.
Καρλόβασι, 23. VII. 87
από τη συλλογή
"Αργά, πολύ αργά μέσα στην  νύχτα"
από τη συλλογή "Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα"

ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ 
Επίμονος άνθρωπος. Στο πείσμα του χρόνου ισχυρίζεται:
"έρωτας, ποίηση, φως". Σ'  ένα σπιρτόξυλο χτίζει
μια πολιτεία με σπίτια, δέντρα, αγάλματα, πλατείες,
με ωραίες βιτρίνες, με μπαλκόνια, καρέκλες, κιθάρες,
με αληθινούς κατοίκους κι ευγενικούς τροχονόμους.
Τα τραίνα
φτάνουν κανονικά στην ώρα τους. Το τελευταίο ξεφορτώνει
μικρά τραπεζάκια μαρμάρινα παραθαλάσσιου κέντρου
όπου ιδρωμένοι κωπηλάτες με όμορφα κορίτσια
πίνουνε παγωμένες λεμονάδες κοιτώντας τα πλοία.
Αυτό μονάχα θέλησα να πω κι ας μη με πιστέψουν.
Καρλόβασι 7.VII.87

26.2.10

ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: μια βοσκοπούλα αγάπησα



Στίχοι: Γεώργιος Ζαλοκώστας
Μουσική: Παραδοσιακό

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μιά ζηλεμένη κόρη
και την αγάπησα πολύ
ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μιά μέρα που καθόμαστε
στα χόρτα τ' ανθισμένα,
-Μάρω, ένα λόγο θα σου πώ,
Μάρω, της είπα, σε αγαπώ,
τρελαίνομαι γιά σένα.

Από τη μέση με άρπαξε,
με φίλησε στο στόμα
και μού' πε: Γιά αναστεναγμούς,
γιά της αγάπης τους καημούς
είσαι μικρός ακόμα.

Μεγάλωσα και την ζητώ...
άλλον ζητά η καρδιά της
και με ξεχνάει τ' ορφανό...
Εγώ όμως δεν το λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.

Έπεα πτερόεντα

Ακούω ότι είναι άρρωστες οι λέξεις. Το κράτος Πρόνοιας τι κάνει;


Οι λέξεις πέφτουν κάτω και γκρεμοτσακίζονται, τα νοσοκομεία είναι συνωστισμένα τραυματισμένες λέξεις, οι τηλεοράσεις επίσης, λέξεις βαριά άρρωστες με λαμέ ντεκολτέ που περιφέρουν την πνευμονία τους αστόχαστα κάθε πρωί, και μόλις σβήσουν τα φώτα πεθαίνουν κάτω απ’ τους προβολείς τουρτουρίζοντας, άλλες λέξεις το μεσημέρι, μουλιασμένες αυτές σε φτηνά αρώματα, ανάκατα με μυρωδιές σωμάτων, λογοκρίνουν τη μπόχα με αποσμητικά και ασημένιο σελοφάν σε κάθε κόμμα και μετά παθαίνουν δύσπνοια από τις αναθυμιάσεις, άλλες το απόγευμα, λέξεις φιλάρεσκες, που προσπαθούν να πουν ένα έξυπνο ανέκδοτο, για να τις χειροκροτήσουν οι φαν και να υποκλιθούν μεγαλόθυμα, πριν εξατμιστούν με το πρώτο αεράκι, άλλες το βράδυ, λέξεις τοξικές μετά μουσικής αγωνιώδους, λέξεις για επαγγελματίες του ριγκ, που ολοκληρώνουν προτάσεις, περιόδους, παραγράφους ολόκληρες, αρθρώνοντας πελεκητά τα σύμφωνα και κάνοντας τα φωνήεντα εκκολαπτήριο ψεμάτων και φόβου, χορεύοντας τρελά γύρω απ' τ' αυτί, λέξεις που αφήνουν μια γεύση γύψου στο στόμα, έτσι, χωρίς λόγο, μένει μια πίκρα, δεν ξέρει κανείς γιατί, μάλλον αυτή είναι η γεύση των λέξεων, η φύση τους, ένα επίχρισμα στους σοβάδες του μυαλού, που πέφτει, προσέξτε, πέφτει. Υπάρχουν κι άλλες λέξεις, αυτές οπλοφορούν, πυροβολούν στα νώτα το θύμα, μα μετά αρρωσταίνουν απ' το ίδιο τους το δηλητήριο, αυτοχειριάζονται σαν σκορπιοί, κι οι λέξεις οι χτυπημένες απ' το κεντρί κυκλοφορούν τρελαμένες στους δρόμους και βιαστικοί οδηγοί τις τσακίζουν στο πέρασμά τους.

Και τι έγινε; Λέξεις είναι, αέρας κοπανιστός, δεν έχουν ύλη. Δεν είναι άνθρωπος που πονάει, δεν είναι σώμα που σπαρταράει, δεν είναι έλλειμμα, επιτρόπευση, κρίση, αγωνίες, απεργία, κινητοποιήσεις, δεν είναι οι φίλοι σου που ασφυκτιούν χρεωμένοι σε αόρατους ίσκιους, δεν είναι παιδιά που μπουσουλάνε, δεν είναι έφηβοι ροκάδες, δεν είναι μπάχαλο των Εξαρχείων, δεν είναι εικοπεντάχρονα μπατσόνια, νιόπαντροι, οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, δεν είναι μεσήλικες, συνταξιούχοι, πρεσβύτες, δεν είναι νοικιασμένος για μια τριετία τάφος, ιδρώτας του νεκροθάφτη, χωνευτήρι για άλιωτα κορμιά.

Είναι λέξεις. Αέρας κοπανιστός, γαμώτο μου.

«Οι πράξεις έχουν σημασία, όχι τα λόγια!», μου ‘ρχεται στο μυαλό. Κάποιος εδώ κοντά μου το λέει και το τονίζει και με κοιτάζει αυστηρά, τώρα που ξοκείλω σε πολυλογία.

Εντάξει, εντάξει, θα το πω με μια ανάσα αυτό που θέλω, δε θα πλατειάσω άλλο.

Μα οι πράξεις είναι παράσταση της σκέψης. Κι η ώθηση της σκέψης προηγείται της πράξης, όπως κάθε τι άυλο προηγείται πάντα του υλικού. Κι η σκέψη είναι λόγος, με ποιότητα, πρόθεση και σκοπό. Κι η νόσος του σώματος είναι αποτέλεσμα των ωθήσεων της σκέψης. Κι η άρρωστη σκέψη είναι που αρρωσταίνει τις λέξεις, τα κορμιά, τα μυαλά. Άρα ο λόγος ως έκφραση σκέψης και η λέξη ως απεικόνιση της σκέψης, αυτά τα ταξιδιάρικα πουλιά του αοράτου, κάνουν ένα ταξίδι μέσα στο άυλο δια μέσου του υλικού.

Έπεα πτερόεντα, ναι. Αλλά μην το υποτιμούμε το άυλο. Είναι δυνατότερο από το υλικό, κι ας μην του φαίνεται. Γιατί είναι κραδασμός. Αυτός ενεργεί, το σώμα γίνεται ενεργούμενό του.

Γι’ αυτό, καλή μου αγάπη, κλείσε τις τηλεοράσεις κι άνοιξε άλλα κανάλια να μάθεις τα; νέα.

Όχι άλλη αρρώστια.

Πρέπει επιτέλους κάπως να μάθουμε να αντιδοτούμε τα δηλητήρια.
jiagogina

25.2.10

alone again or

εδώ με τους Calexico:



και οι πρώτοι διδάξαντες:
Love και Arthur Lee



Yeah, said it's all right. I won't forget,
All the times I've waited patiently for you.
And you'll do just what you choose to do.
And I will be alone again tonight, my dear.

Yeah, I heard a funny thing somebody said to me.
You know that I could be in love with almost everyone.
I think that people are the greatest fun.
And I will be alone again tonight, my dear.

Yeah, I heard a funny thing somebody said to me.
You know that I could be in love with almost everyone.
I think that people are the greatest fun.
And I will be alone again tonight, my dear.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΑΥΤΟ ΜΟΝΑΧΑ

από τη συλλογή "Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα"
Επίμονος άνθρωπος. Στο πείσμα του χρόνου ισχυρίζεται:
"έρωτας, ποίηση, φως". Σ'  ένα σπιρτόξυλο χτίζει
μια πολιτεία με σπίτια, δέντρα, αγάλματα, πλατείες,
με ωραίες βιτρίνες, με μπαλκόνια, καρέκλες, κιθάρες,
με αληθινούς κατοίκους κι ευγενικούς τροχονόμους.
Τα τραίνα
φτάνουν κανονικά στην ώρα τους. Το τελευταίο ξεφορτώνει
μικρά τραπεζάκια μαρμάρινα παραθαλάσσιου κέντρου
όπου ιδρωμένοι κωπηλάτες με όμορφα κορίτσια
πίνουνε παγωμένες λεμονάδες κοιτώντας τα πλοία.
Αυτό μονάχα θέλησα να πω κι ας μη με πιστέψουν.
Καρλόβασι 7.VII.87

24.2.10

Δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη-Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

κάνε κλικ εδώ!!!!!!



Η δήλωση αυτή ας διαβαστεί συνοδευόμενη απο το άρωμα γιασεμιού.
Του ίδιου οι στίχοι:

Ο ΚΑΚΤΟΣ
Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου
φύτρωσε ένας κάκτος
πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες
που ονειρεύομαι γιασεμί

Τα μαλλιά μοιυ μύρισαν γιασεμί
η πνοή μου είχε πάρει κάτι από το λεπτό αρωμά του
τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί
η ζωή μου είχε πάρει κάτι
από το λεπτό άρωμά του

Όμως ο κάκτος δεν είναι κακός
μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται
κοιτάζω τον κάκτο
μελαγχολικά
πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες
Θα ζήσω άλλους τόσους
ακούγοντας τις ρίζες
να προχωρούν

Μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου....

22.2.10

Caetano Veloso: Cucurucucu Paloma




Μεταγραφή στα ελληνικά από τη Γεωργία Δεληγιαννοπούλου:

Λένε πως κάθε νύχτα
τρέχαν τα μάτια του δάκρυ βουβό,
λένε πως μεθυσμένος
ζήταγε απ' τ’ άστρα το λυτρωμό
λένε πως τα ουράνια
άγγιξε ο πόνος του κι ο λυγμός του
κι ας πέθανε από αγάπη
έμεινε ίσκιος εδώ ο καημός του.

Άι για για για για, τραγούδα
Άι για για για γιά, σκιά μου
Άι για για για για, τραγούδα
Γι'  αυτόν το φονιά  έρωτά μου

Μια μαύρη περιστέρα
μόλις χαράξει πετάει κοντά
Στο πέτρινο,  άδειο  σπίτι
γυρνάει μονάχη, φτεροκοπά
λένε η περιστέρα
είν’ η ψυχή του που ‘χει πετάξει
και το χαμένο ταίρι
έρχεται πίσω να το φωνάξει

Κου κου ρου κου κου, ψυχή μου,
κου κου ρου κου κου, έλα πέτα.
Τι κι αν κλαίει η πληγή μου
έρωτα δε νιώθει η πέτρα.

CUCURUCUCU PALOMA
Dicen que por las noches
no más se le iba en puro llorar;
dicen que no comía,
no más se le iba en puro tomar.
Juran que el mismo cielo
se estremecía al oír su llanto,
cómo sufrió por ella,
y hasta en su muerte la fue llamando:

Ay, ay, ay, ay, ay cantaba,
ay, ay, ay, ay, ay gemía,
Ay, ay, ay, ay, ay cantaba,

de pasión mortal moría.
Que una paloma triste
muy de mañana le va a cantar
a la casita sola
con sus puertitas de par en par;
juran que esa paloma
no es otra cosa más que su alma,
que todavía espera
A que regrese la desdichada.

Cucurrucucú paloma,
cucurrucucú no llores.
Las piedras jamás, paloma,
qué van a saber de amores?

To "Cucurrucucu paloma"" είναι ένα μεξικάνικο  Huapango τραγούδι.
Συνθέτης ο Τhomás Méndez
Το πρωτοτραγούδησε η Lola Beltrán στο ομώνυμο φιλμ.
Η υπέροχη εδώ ερμηνεία του Caetano Veloso είναι από το "Μίλα της" του Π. Αλμοδοβαρ

18.2.10

Αναζητώντας ένα εύκρατο βήμα

Πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο της Κάντστράσε, με σκυμμένο το κεφάλι, προσεκτικά πατώντας σε ακριβοθώρητες κόχες χωρίς χιόνι, καλέ μου τουρίστα, συσπειρωμένος στην προσπάθεια να βαδίσεις ορθά, χωρίς να σε παρασύρει ύπουλα ο πάγος και γκρεμοτσακιστείς, αναζωπυρώνεται μέσα σου η επιθυμία να σταθείς εύκρατα. Προσπαθείς να θυμηθείς τι σημαίνει αυτό, πώς το βήμα ισορροπεί σε ένα νοητό τεντωμένο νήμα ανάμεσα ση δεξιά και την αριστερή σου πλευρά, πώς ένα εκ των όπισθεν προστατευτικό ρεύμα ωθεί την είσοδό σου στο βηματισμό, πώς ο έμπροσθεν κόσμος σπάρων από ζωή σε υποδέχεται, εσένα το σώμα που εισδύεις εντός του, εσένα, τη φωνή, το βλέμμα, την έφεση προς τον κόσμο, εσένα που το μειδίαμα μιας κίνησης εξελισσόμενης σε προσφέρει στη ζωή…

Είσαι στο Βερολίνο, δεύτερη μέρα, κι ας υποθέσουμε πως επιστρέφεις από το Νeues Museum, επιμελέστατε τουρίστα. Εντυπωσιασμένος. Είναι κι αυτό ένα μνημείο, δηλαδή ένα ον που συγκρατεί μέσα του ιστορική μνήμη - η ανακαίνισή του, μετά τις ζημιές που είχε υποστεί από τους βομβαρδισμούς των Ρώσων, έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιδεικνύεται προκλητικά η καταστροφή αυτή, με συντηρημένα τα σπαράγματα των τοιχογραφιών του Κάιζερ και γυμνούς τους υπόλοιπους τοίχους. Πήγες μετά κι αλλού, έφτασες στα εκθέματα της Περγάμου, είδες, είδες, ένιωσες, ταξίδεψες στο χρόνο.

Ενώ γυρίζεις ξεποδαριασμένος στο φιλόξενο σπίτι της Olga και της Εwa, γεμάτος θερμά αισθήματα, άρχισε πάλι να χιονίζει. Σύντομα όλα τα παρκαρισμένα αμάξια έχουν ασπρίσει. Ο πάγος του πεζοδρομίου έχει σκεπαστεί από απαλό, φρέσκο χιόνι και κάποια στιγμή εσύ, κρυφά, απλώνεις το χέρι σου  σε ένα καπώ αυτοκινήτου και γεμίζεις τη χούφτα σου με χιονάκι. Κοιτάζεις γύρω, μη σε δει κανείς, και μετά το τρως, όπως έκανες όταν ήσουν παιδί.

Έχουν ίδια γεύση οι νιφάδες του Βερολίνου με το παιδικό  χιόνι της Αττικής;

Αυτό ήταν! Έρχεται μπροστά σου η Αττική «σου», όχι πια η παιδική, αλλά της Ελλάδας της νυν, και καθρεφτίζεται με την πόλη που περπατάς. Σε πιάνει αναπάντεχα ο γνωστός θυμός, που έχει μέσα του απελπισμό: Αμέσως η ύπουλη σύγκριση, σαν δάγκωμα οχιάς. Το εδώ και το εκεί: Εδώ η έφεση της μνήμης, εκεί η πανδημία της αμνησίας.

Με το παλτό σου φορτωμένο χιόνι κοντοστέκεσαι. Κάτι προσπαθείς ν’ ακούσεις.
Έτσι όπως στέκεις τώρα, θα έλεγα πολύ κοντά στο πάτημα του Κούρου, με τις αισθήσεις σε επιφυλακή, το βλέμμα μπρος, το ένα πόδι προσεκτικά προτεταμένο, το άλλο έτοιμο ν’ ανυψωθεί, σε συμβουλεύω να αποδεχτείς μια για πάντα ότι η ιθαγένειά σου σε δυναστεύει. Αυτό θα σε κάνει να νιώσεις λίγο καλύτερα και δε θα πας με κατεβασμένα μούτρα στα κορίτσια που σε φιλοξενούν. Ιθαγένεια είναι ο τρόπος σου να βαδίζεις, ο τρόπος σου να ανασαίνεις. Δεν είναι τόπος. Ιθαγένεια είναι ένα ταξίδι που σε έφερε μέχρι εδώ στο Βερολίνο μπροστά στο χαμόγελο της Κόρης, ή στα αγάλματα των Αιγυπτίων με το βηματισμό τους ένα χιλιοστό πριν το βήμα των Κούρων. Το ακούς τώρα; Σκεπασμένος με χιόνι είσαι, μα υποδόρια σε πνέει αέρας εύκρατος.

Τουρίστα μου, διαβάτη, αφέσου να νοσταλγείς το υπαρκτό αγαθό: το μέτρο. Ότι και να σε διδάσκουν τα ταξίδια, ας θέλεις τρελά, παράφορα να επιστρέφεις στο μέτρο της ελληνικής σου αγωγής που είναι ο αττικός αέρας που σε ανάθρεψε. Στην ήπια ανταλλαγή του κρύου με τη ζέστη, στο θερμό θαλασσινό καλοκαίρι, στη μυρωδιά του χώματος, μετά τη βροχή. Θεράπευσε το μέτρο. Αυτό είναι ελληνικό, πλην όχι τοπικό ιδίωμα. Και διαφεύγει της φθοράς, γιατί λανθάνει, μένοντας πάντα νέο.

Καλλιέργησε τον ελληνικό τρόπο με πένθος.

Άντε τώρα, περπάτα. Και κοίτα και λίγο κάτω μη φας καμιά γλίστρα. Άργησες.
jiagogina

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΗΝ ΠΕΤΑΞΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ

Σε δημοτικό γηπεδάκι, το βραδάκι
συρμάτινο πλεχτό κι από πάνω ένα φωτάκι
τον σκούφο του φορώντας τριπλάρει ολομόναχο
και λέει μονολογώντας:
Πώς μου την σπάνε οι γονείς μου, Θεέ μου,
κι οι φριχτοί συμμαθηταί μου
και η Καίτη κι η μικρή της αδερφή από πλάι
που παίρνει το μέρος τους και μου την σπάει
Μου την σπάνε αράδα
θεολόγου στριμάδα Λυκειάρχου προβοσκίς
κι η φιλόλογος ψωνάρα, του Μεγάρου Μουσικής
η δημόσια εικόνα, τα παραισθησιογόνα
οι ομάδες, οι ροκάδες, οι σταθμοί και οι φυλλάδες
οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου
κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου
όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι
ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη
Δεκαπέντε χρονώ τι 'ναι αυτό το κενό που μου κρύβετε...
[ορμάει με το μπουφαν του]
Τι σόι τόπος τυφλός κι ακυβέρνητος
[βροντάει την μπασκέτα του]
και πώς είμαι έτσι εγώ τερατόμορφος
[στο θόλο του απεράντου]

Πολιτείας εφιάλτης ορθός
είμαι αυτός ο βυθός, ναι!
Είμαι κιόλας νεκρός, ναι!
Λυσσασμένος για φως, ναι!
Το κοινό! Πού να βρίσκεται κρυμμένο
Γιορτινό! Μακρινό κι αγαπημένο
το κοινό! Στον εαυτό μου να βουτήξω
Και στα βάθη του ν' αγγίξω ουρανό.
Γέρνει ο ήλιος μες στων αφρών το περιδέραιο
Σκόνες φωτεινές απ' τις περσίδες ως το στέρεο
Κι αφήνεται στο πλάι με κάννες και τριαντάφυλλα
και μέσα του βουτάει.
Στην στιγμή τα λαμπιόνια ανάβουνε
προβολείς του βυθού μας χτενίζουνε
κι αποσπούν ένα-ένα τα πρόσωπα
γελαστά προς τα εδώ ταξιδεύουνε
με αλογάκια κουρδιστά κι ανεβαίνουνε
καβαλώντας αυλές και μαντρότοιχους
στον ρυθμό μιας ομάδας που παίζαμε

Και μου λένε:

"Άμα κάνεις μια βουτιά στον εαυτό σου
δεν θα βρεις τον εαυτό σου
αλλά όλους τους άλλους
τους μικρούς και τους μεγάλους
γιατί ο χρόνος είναι ένας
και δεν πέθανε κανένας
και αφήνει πάλι γένι, ένι μένι ντουντουμένι
σαν αυτόν τον στιχουργό
που δεν βγήκε απ' τ' αβγό
Και σε βρήκε στο ρεφρεν του
κι άκου το ανακοινωθέν του..."



-Η αφεντιά σου λοιπόν δεκαπέντε χρονών και βαρέθηκε
κι απ' την έξω ερημιά προς τα μέσα νερά καταδύθηκε.
Η από μέσα σου ελεύθερη πτώση
της γενιάς σου το στίγμα θα δώσει
αθλοφόρε του εσώτατου χώρου
και μετά θα μας δεις σε βουή καταιγίδας
σαν τους κρίκους μακράς αλυσίδας
ή χλωρίδας που σπρώχνει διαρκώς
μέσ᾿ απ' τ' άνοιγμα που 'χει ο βλαστός
το λουλούδι κι ας είσαι μικρός
της διάσωσης το έργο θα νιώσεις
την συντήρηση ως πάθος θα υψώσεις
όσο πάει και πιο ακραία θα κινείσαι
και θα χάνεις τον εαυτό σου και θα είσαι
τελευταίος κρίκος κι ένας
της σειράς και της καδένας προς το φως...

Μας ακούει; θαρρώ πως κοιμάται
και το γουώκμαν στο στήθος του ανάβει
το αστεράκι του χειμώνα
και το εν του νέου αιώνα
του σχολειού του η τάξη είναι εκεί
ξαφνική μουσική!

Των ηρώων η γενιά θα ονομαστεί
[έρχονται απ' το μέσα ταξίδι]
στο κοινό Θεού και χώρας θα ορκιστεί
[ξεσφραγίζουν. κυλάει ο βράχος]
στου αιώνα της την πρώτη ανθοφορία
[σ' ένα δάσος με λαμπάδες που δεν θα 'βρεις μονάχος]
με της πόλης τον χιτώνα θα ντυθεί
[θα με δει. Τον λαιμό του γυρνάει να με δει]
σαν παιδί που απ' το κοινότερο έχει χρεία
[ο δικός μου μικρός μονομάχος].

Στίχοι, μουσική, τραγούδι: Διονύσης Σαββόπουλος

τσα!

Pablo Casals: J.S.Bach, Suite no 1

ΛΑΪΚΗ... ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗ ΒΑΛΕΝΤΣΙΑ

14.2.10

Βερολίνο: Η πόλη θυμάται

Περπατώντας εις το Βερολίνο όταν ο ήλιος δεν είναι εδώ…


Φλεβάρης: Έξι μέρες χιόνι ρίχνει στο Βερολίνο κι όταν επιτέλους βγαίνει ο ήλιος, τα πεζοδρόμια – αυτά τα καλοστρωμένα και καλλιτεχνημένα πεζοδρόμια, – γίνονται πίστες για πατινάζ.

Κυκλοφορούν απτόητοι ανάμεσα στις νιφάδες οι ποδηλάτες στη λωρίδα τους, φτυαρίζουν οι κάτοικοι το χιόνι απ’ τις εισόδους, γλιστράει επικίνδυνα και ζαλιστικά η άσφαλτος κάτω από τα χειμερινά λάστιχα, οι πάπιες στον Σπρε  ζητιανεύουν κομματάκια μπρέτσεν από τους χασομέρηδες περαστικούς, πέφτει το βράδυ απ’ τις έξι μ’ ένα μπλε βαθύ παντού και το χιόνι στροβιλίζεται αστραφτερό παιχνιδίζοντας με το φως στα φανάρια.



Εσύ ο τουρίστας κοιτάζεις με φθόνο τη γεωμετρημένη πόλη – τα κτίσματα των αρχών του αιώνα, (τα οποία κατοικούνται από τη μεσαία τάξη), αποκατεστημένα μετά τους βομβαρδισμούς των Ρώσων στην προτέρα μορφή τους. Το πένθος του πολέμου αιωρούμενο. Σκοπίμως. Η πόλη θυμάται. Όχι μόνο το πρόσφατο παρελθόν, την πτώση του τείχους, το τείχος, τους βομβαρδισμούς, το Χίτλερ, αλλά και το πιο μακρινό. Είναι μια πόλη που κατοικείται από ζωντανή μνήμη.

Εσύ άλλοτε αδημονείς να βγεις και να την περπατήσεις, άλλοτε θαυμάζεις τα Μουσεία, άλλοτε τρως γλίστρες στον πάγο, άλλοτε προφέρεις φωναχτά “Unterdenlinden”, για να πάρεις ένα άρωμα της λαλιάς, άλλοτε πιάνεις τον εαυτό του με το στόμα ορθάνοιχτο και την τρίχα κάγκελο μπροστά στο μνημείο των Εβραίων.

Αχ, δεν το απέφυγες καλέ μου τουρίστα, και πάλι το πολιτισμικό σοκ. Όπως και σ’ άλλα ταξίδια που έχεις κάνει σ’ άλλες χώρες της Εσπερίας.



Κοινός παρονομαστής:

Αυτό εδώ είναι Ευρώπη. Εμείς όμως τι;

Η συναλλαγή με το ευρώ βοηθάει στο να νιώθεις αγαπητέ τουρίστα, ότι η Ευρώπη σού είναι προσβάσιμη, δε σε βοηθάει όμως να νιώσεις ότι είσαι κομμάτι της. Κι όχι εσύ προσωπικά, «εσύ» ως συλλογική έκφραση της ελληνικότητάς σου. Την οποία όταν βρίσκεσαι εκτός Ελλάδος αρχίζεις και τη νιώθεις μέσα σου βαθιά. Εκείνη τη στιγμή αρχίζεις να συγκρίνεις το εδώ το ευρωπαϊκό και το εκεί το ελληνικό και για μια φορά στη ζωή σου δεν αντιδράς ως μεμονωμένο άτομο, αλλά άθελά σου σκέφτεσαι με το «εμείς». Κι απ’ αυτή τη σύγκριση νιώθεις μια κούραση και μετά αναστενάζεις.

Θλίβεσαι αληθινά, κι αυτή δεν είναι μια προσωπική θλίψη, είναι μια εθνική θλίψη της οποίας εκείνη τη στιγμή γίνεσαι μέτοχος, θλίβεσαι, λοιπόν, γιατί ξέρεις μέσα σου βαθιά ότι δεν ανήκεις πραγματικά σ’ αυτόν τον πολιτισμικό τόπο, ανήκεις κάπου αλλού. Στέλνεις βέβαια, όπως σοφά παρατηρεί ο Στέλιος Ράμφος, τα παιδιά σου να σπουδάσουν «εδώ», να μετάσχουν της ευρωπαϊκής παιδείας, επισκέπτεσαι επίσης συχνά, πολύ συχνότερα από ό,τι πριν είκοσι-τριάντα χρόνια τις ευρωπαϊκές πόλεις, ξέρεις όμως κατά βάθος ότι η Ευρώπη σου είναι εύκολα προσβάσιμη μόνο ταξιδιωτικά. Γιατί πνευματικά σου είναι απροσπέλαστη, τόσο απροσπέλαστη όσο σου είναι και η ελληνικότητα.



Τι θέλω να πω;

Σκέψου το, καλέ μου τουρίστα, τώρα που είσαι παραδομένος στο λευκό του βερολινέζικου χιονιού, με τους γερμανούς να περπατάν στα φαρδιά τους πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητά τους σε ήσυχη τροχιά γύρω από μνημεία του ζόφου, τα κτίσματά τους να συγκρατούν τον παλιό κόσμο μέσα στο καινούργιο, να συντηρούν τη μνήμη και να μπολιάζουν με αυτή το παρόν, σκέψου τι χειροπιαστό κι ακμαίο έχεις να λαχταρίσεις μέσα στην ελληνικότητά σου. Το σπίτι σου το πατρικό το έχεις δώσει αντιπαροχή, πολυκατοικία με κακοτεχνίες, ο τόπος που μεγάλωσες έχει τώρα γίνει λεωφόρος, για κόρνες και χριστοπαναγίες, τα χωριά σου, όσα δεν τα ‘χει αξιοποιήσει ο τουρισμός, ρημάζουν, συνεχώς κυνηγάς μιαν άνοδο, μα νιώθεις περιτριγυρισμένος από σκορπιούς, ή θα τους φας, ή θα σε φάνε, η βιοπάλη ένα άγριο μίσος, την πόλη σου τη φτύνεις – παραδέξου το τη μισείς, τώρα που είσαι μακριά της μπορείς να το ομολογήσεις - και κατεβάζεις τα ρολά για να μη σε βλάψει άλλο η ασχημοσύνη. Πολλά – πολλά με το παρελθόν δε θες να έχεις. Η ιστορία, το πιο βαρετό μάθημα. Επί τη ευκαιρία, για ρώτα τα παιδιά σου πότε έγινε η μεταπολίτευση. Τι θα σου πουν;

Μια πόλη που δε θυμάται φτιάχνει πολίτες αμνήμονες. Μια χώρα που δε θέλει να θυμάται φτιάχνει πατριώτες κουκουλωμένους σε παπλώματα ασυνειδησίας.

Νοσταλγεί όποιος έχει να θυμάται. Όποιος δεν έχει πέθανε.

Αχ, τουρίστα μου, τι ζημιά παθαίνει κανείς μια χιονισμένη μέρα στο Βερολίνο!
jiagogina

13.2.10

Κώστας Αξελός



Κώστας Αξελός: η έλλειψη του παιχνιδιού θα νέκρωνε τη σκέψη μου




Από το ραπόρτο: http://www.raporto.gr/?p=922

«Έφυγε» τα ξημερώματα της Πέμπτης 4/2/2010, σε ηλικία 86 ετών, ο Κώστας Αξελός. Ο μεγάλος Έλληνας στοχαστής, που δεν δίστασε να έρθει σε αντιπαράθεση με τον Ζαν Πολ Σατρ, άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι, όπου ζούσε από το 1945.

Αναδημοσιεύουμε εδώ μια από τις τελευταίες του συνεντέυξεις που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό “Κ”

Ένας γοητευτικός έφηβος ογδόντα πέντε ετών, με μυαλό σπινθηροβόλο. Φωνή και προφορά, υποβλητικές. Η ανθρώπινη ζεστασιά διάχυτη. Το γέλιο αβίαστο. Μοναδική οξύνοια δεμένη με παιδική τρυφερότητα. Και όσο σου μιλάει, νιώθεις από τους τυχερούς εκείνους, που δέχτηκαν τα υψηλά ερεθίσματα «πετάγματος της σκέψης» από έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του αιώνα μας. Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη, όπου η εκεί Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ τον αναγόρευσε πρόσφατα επίτιμο διδάκτορα. Ο λόγος του τελευταίου μεγάλου Ελληνα στοχαστή σε συνεπαίρνει, σε βοηθάει να ανελιχθείς σε άλλες σφαίρες, σε γεμίζει χαρά. Aντε μετά να προσγειωθείς και να κάνεις αυτήν τη σπάνιας ποιητικότητας συζήτηση… συνέντευξη.

«Τα μεγάλα ερωτήματα έχουν απαντηθεί από δεκάδες μεγάλους και παραμένουν αναπάντητα. Στη φιλοσοφία, η έννοια της απάντησης σε ένα ερώτημα είναι μια αδόκιμη σκέψη. Το γιατί υπάρχει ο κόσμος έχει ποτέ αποδειχθεί;» λέει ο Κώστας Αξελός. Και στην εύλογη ερώτηση αν η συνεχής αυτοαναίρεση της αλήθειας αναζωογονεί ή σκοτώνει τον φιλόσοφο, απαντά: «Μιλάω πάντα για στοχαστές και όχι για φιλοσόφους. Και η αλήθεια είναι μια πάρα πολύ προβληματική έννοια. Βλέπω την αλήθεια σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης. Αμα η περιπλάνηση παίρνει μορφή και περιεχόμενο και συγκροτεί και συγκροτείται, δίνει μια μορφή της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια υπακούει στην περιπλάνηση, και όχι το αντίθετο».

Τέλος των ιδεολογιών;

Οι ιδεολογίες γενικευόμενες πεθαίνουν. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ.

Με ποια χαρακτηριστικά;

Εχει στοιχεία από όλα. Λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά είναι πάντα ένα μπέρδεμα, χωρίς αυτό να είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται.

Μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει έτσι;

Η τεχνική προχώρησε με γιγαντιαία βήματα. Ο άνθρωπος, όμως, αμφιβάλλω πολύ.

Θα μπορούσατε να διαβλέψετε στον αυριανό κόσμο;

Ο αυριανός κόσμος, ο βιομηχανικός, μαζικός, μηδενιστικός, ηλεκτρονικός και τεχνικοποιημένος πολιτισμός, θα τεχνικοποιήσει ακόμη και τη φαντασία. Υπάρχει ένα πέρα από την τεχνική; Και από ποιον κυριαρχείται η τεχνική; Δεν μπορώ να απαντήσω.

Επικυρίαρχη η τεχνική;

Σήμερα φαίνεται ότι είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Υπάρχει έως και μια τεχνική των φαντασιώσεων. Ο κινηματογράφος, η ίδια μας η ζωή είναι μια μορφή τεχνικής. Είναι σαν αυτό που ακούω από τους φοιτητές, να λένε «έκανα έρωτα» χρησιμοποιώντας τη λέξη «κάνω» σαν να έκαναν ένα σκαμνί ως μαραγκοί…

Αν τελειώνει η φιλοσοφία, μετά τι;

Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Μετά από αυτήν υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη.

Το έργο σας είναι διαποτισμένο από την ποίηση.

Αναμφισβήτητα. Πέρα από την ποίηση του ανθρώπου με τη λυρική έννοια, υπάρχει η ποιητικότητα του κόσμου που είναι πιο δυνατή. Και η ανθρώπινη ποίηση είναι ένα ανταύγασμά της. Με ενδιαφέρει η ποίηση που ξεφεύγει από όλα τα όρια και φτάνει σε ένα ύπατο σημείο όπου συντρίβεται, συντρίβοντας και τον ποιητή της.

Τι είναι ο Θεός;

Η πορεία του κόσμου η ίδια έκανε να φανεί ένας Θεός. Λέω συχνά ότι ο Θεός είναι μια μορφή και μια μάσκα του κόσμου.

Τι κρατά ζωντανή τη σκέψη σας;

Η αναζήτηση, στη ζωή και στη σκέψη, της σύγκλισής τους και η αδυναμία της απόλυτης συνέπειας.

Είναι ποιοτικό κριτήριο για σας η συνέπεια ζωής και έργου σε έναν στοχαστή;

Θα έπρεπε να είναι. Αλλά βλέπουμε ότι μεγάλοι, τεράστιοι φιλόσοφοι σαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είχαν την κουταμάρα να νομίζουν ότι οι δούλοι ήταν φύσει δούλοι. Κοντύτερα σε μας βρίσκεται ο Χάιντεγκερ και η τόσο ύποπτη σχέση του για ένα διάστημα με το ναζισμό. Η συνέπεια είναι μια απαίτηση την οποία βρίσκω πιο πολύ στους μεγάλους ποιητές σαν τον Χέλντερλιν και τον Ρεμπώ.

Ποια η ελπίδα, η απελπισία σας;

Ελπίδα και απελπισία είναι αντιμετωπίσεις σχετικές, στενές. Είναι και μένουν ψυχολογικές, άρα περιορισμένες.

Ο,τι ψυχολογικό, περιορίζει;

Οι ψυχικές δυνάμεις σπρώχνουν τη σκέψη. Το ψυχικό όμως, που γίνεται ψυχολογικό, είναι εμπόδιο. Παραδείγματος χάριν, ο ναρκισσισμός σαν το αποκορύφωμα του ψυχολογισμού είναι κάτι που όλα τα αναχαιτίζει, τα συρρικνώνει.

Κάποιες στιγμές δεν νιώσατε ναρκισσισμό, ματαιοδοξία…

Τα θεωρώ ευτελή, αλλά αναγκαία. Συγκροτούν κι αυτά την ολότητα και κανείς δεν μπορεί να βγει από την Ιστορία με καθαρά χέρια. Αν θέλει να κρατήσει τα χέρια του εντελώς καθαρά, δεν θα έχει χέρια. Ο άνθρωπος παίρνει μέρος σε αυτή την απογύμνωση, δεν είναι ποτέ έξω απ’ ό,τι γίνεται.

Πώς εισπράττετε την αναγνώριση;

Αναμφισβήτητα με ικανοποίηση και θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι είμαι αδιάφορος, έστω κι αν τα κίνητρά της δεν με ικανοποιούν πάντοτε. Το καινούργιο βιβλίο μου θα ήθελα να πουληθεί, να συζητηθεί, να αρέσει. Αλλά η αγωνία είναι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα.

Γιατί εκδίδετε βιβλία;

Νομίζω πως είναι τα βιβλία μου εκείνα που μου επιβάλλονται.

Αν τα αφήνατε ως χειρόγραφα στο συρτάρι σας;

Ο άνθρωπος δεν είναι απομονωμένο ον. Δεν είναι ανεξάρτητος, είναι στοιχείο του κόσμου. Κάθε πράγμα θέλει να λεχθεί, να φανεί. Και η μετριότητα και η βλακεία. Και γι’ αυτό έχουν κι αυτά το χώρο τους.

Τι υπηρετεί σήμερα η φιλοσοφία;

Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις.

Τι θα νέκρωνε τη σκέψη μας;

Η έλλειψη του παιχνιδιού.

Το παιχνίδι…

Ας θέσουμε πρώτα μια ερώτηση: πώς ξετυλίγεται ο κόσμος; Δεν θα έλεγα τι είναι ο κόσμος, γιατί τότε τον καθιστούμε στατικό. Οι μεν λένε προϊόν της ιδέας, οι άλλοι λένε προϊόν της ύλης, άλλοι λένε δημιούργημα του Θεού, άλλοι λένε φαντασίωση του ανθρώπου. Ολα αυτά είναι νοήματα που δίνουμε σαν να βρισκόμαστε έξω από τον κόσμο, ενώ ο κόσμος ο ίδιος ξετυλίγεται χωρίς νόημα, χωρίς γιατί και επειδή, σαν παιχνίδι.

Τι είναι ο χρόνος;

Ενα κεντρικότατο θέμα του στοχασμού, που κινητοποιεί και συντρίβει κάθε στοχασμό.

Λέτε «να μοχθήσουμε να σώσουμε το όνειρο αφού δεν μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε»…

Ολοι κινούμεθα και από διάχυτα όνειρα. Τα όνειρα είναι τα ανοίγματα της ζωής μας. Εχουμε να μάθουμε περισσότερα πράγματα από τα όνειρά μας.

Η μη πραγματοποίησή τους…

Ισως κλονιστεί και η έννοια της πραγματοποίησης. Ισως κάποτε καταλάβουμε ότι το «πραγματοποιώ» σημαίνει συγχρόνως και συντρίβομαι.

Γιατί υποφέρει ο άνθρωπος;

Διότι δεν είναι το όλον. Είναι ένα τμήμα του.

Θα μπορούσε να είναι αλλιώς;

Δεν θα μπορούσε, αλλά πνίγεται μέσα σε αυτόν τον περιορισμό. Οτι δεν μπορεί να είναι εδώ και κει συγχρόνως…

Τι είναι ο έρωτας;

Η αναζήτηση που έγκειται στη συνάντηση και τη μη συνάντηση με τον άλλον.

Τι είναι για σας το θηλυκό;

Το ήμισυ του κόσμου. Κάτι πάρα πολύ κυρίαρχο, όχι σε επίπεδο διάκρισης φύλων, άντρας – γυναίκα. Είναι σαν δύο δυνάμεις στον κόσμο. Η σχέση με το θηλυκό είναι ένα από τα σημεία συνάντησης, των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον κόσμο, και μαζί απομάκρυνσης. Δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί η απόλυτη συνάντηση αρσενικού και θηλυκού.

Επαιξε ρόλο το θηλυκό στη ζωή και στο έργο σας;

Πάρα πολύ. Αλλά δεν ξέρω πολύ καλά πού και πώς.

Ο θάνατος;

Διατρέχει όλη τη ζωή, είναι το οριστικό τέλος της και διατηρεί τα ίχνη της ζωής του θανόντος, που κι αυτά θα εξαφανιστούν κάποτε.

Τον φοβάστε;

Δεν υπάρχει για μένα ο φόβος του θανάτου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θέλω να πεθάνω αύριο. Ο θάνατος είναι ο καλύτερος φίλος και ο χειρότερος εχθρός, γιατί βάζει ένα τέρμα στην περιπέτεια που λέγεται ζωή. Αλλά είναι αυτός που δίνει νόημα σε κάθε πράγμα.

Οι περισσότεροι φοβούνται.

Ο άνθρωπος φοβάται τη ζωή περισσότερο από το θάνατο. Τη ζωή που οδηγεί προς το τέλος νομίζω ότι φοβούνται οι άνθρωποι.

Μεγαλύτερος φόβος σας;

Το στέγνωμα της ψυχής και της σκέψης.

Πώς θα νικηθεί ο φόβος;

Με τη συμφιλίωση μαζί του.

Ποια τρία πράγματα θα άξιζε να πιστέψουμε;

Η πίστη είναι υπόθεση θρησκευτική. Με την ποίηση και τη σκέψη ο άνθρωπος μπορεί να ανοιχτεί στη φύση, στην τεχνική και στο περιπλανώμενο παιχνίδι επάνω σε έναν ληξιπρόθεσμο πλανήτη.

Από πού να πιαστεί ο σύγχρονος άνθρωπος για να υπάρξει;

Να πιαστεί δεν μπορεί από πουθενά. Του είναι ίσως δυνατόν να ανοιχτεί στο αποσπασματικό Ολον.

Με τι όπλα;

Χωρίς όπλα. Και χρησιμοποιώντας όλα τα όπλα. Το άνοιγμα δεν είναι κάτι το μυστηριώδες. Ας πάρουμε μια παρέα στην παραλία. Οι μεν φωτογραφίζουν τους δε. Θέλουν να τους οικειοποιηθούν, να τους αρχειοθετήσουν. Οι άλλοι φωτογραφίζουν τη θάλασσα, θέλουν να την ακινητοποιήσουν. Οι άλλοι λένε, τι ωραία που είναι, δες, δες τι ωραία που χτυπάει το κύμα. Ολα αυτά είναι μορφές ακινητοποίησης του χρόνου, του χώρου και όχι άνοιγμα στο χωροχρόνο. Ανοιγμα είναι να έκαναν μπάνιο, να χαίρονταν, να ζούσαν χωρίς αυτό το δες, δες…

Το αξιακό σύστημα που οικοδομείτε;

Δεν οικοδομώ σύστημα. Επιχειρώ ένα βήμα. Και αυτό θα περάσει. Δεν είναι αυτοσκοπός. Ξέρει κανείς ότι αφήνει κάτι πίσω του και ας έχει υποστεί απέραντες μεταλλαγές.

Αυταπάτη αθανασίας;

Αν το εκλαμβάνει κάποιος σαν αυταπάτη αθανασίας, πρέπει τελικά να ξέρει ότι θα γίνει κάτι τελείως άλλο.

Εχω μια πικρή αίσθηση από όσα λέτε για τον κόσμο.

Πικρή, γιατί κρατάμε χιλιάδων χρόνων πίκρα. Γιατί μας έμαθαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι το ιδεατόν του Πλάτωνα, το καλό του Χριστιανισμού, ο καλός αστός και μετά ο καλός προλετάριος, σήμερα ο καλός παραγωγός… Η ανθρωπότητα έχει υποστεί χιλιάδων χρόνων κηρύγματα που την περιορίζουν ολοένα και πιο πολύ.

Υπάρχει σήμερα κρίση;

Υπάρχει κρίση πολιτισμού, κρίση στον ψυχισμό των ανθρώπων, η οποία εκδηλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο.

Γιατί οι νέοι πάντα διάβαζαν Μαρξ και Νίτσε συγχρόνως;

Διότι και οι δύο κάνουν ανελέητη κριτική του παρόντος. Ο Μαρξ καταδικάζει όλη την αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο Νίτσε βλέπει στο σύστημα όπου ζούμε έναν απέραντο μηδενισμό. Ομως και οι δύο θέλουν να κάνουν ένα βήμα σωτηριολογικό. Ο Μαρξ στον απόλυτο κομμουνισμό και ο Νίτσε στον υπεράνθρωπο. Ως τα τώρα δεν ξέρω κανέναν φιλόσοφο που να μη θέλησε να δώσει σωτηριολογικό άνοιγμα.

Για ποιον πολιτισμό θα μιλούσατε σήμερα;

Η εποχή μας είναι η εποχή του μυθολογικο-τεχνολογικού πολιτισμού που κρύβει το βαθύτερό του κίνητρο.

Με ποια εργαλεία θα μπορούσαμε να «εξανθρωπιστούμε»;

Με τα εργαλεία προχωρούμε, όπως λένε (προς τα πού;), αλλά αυτά δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα της ύπαρξης της ανθρωπότητας, η οποία είναι εγκλωβισμένη στην τεράστια δύναμη που προέρχεται από τη συνάντηση της φύσης με την τεχνική.

Η μεγαλύτερη χαρά;

Οι συναντήσεις -στιγμιαίες και καίριες- με εκφάνσεις της φύσης, η δύναμη του έρωτα και της φιλίας που περιέχει τον έρωτα, οι σκέψεις που έρχονται σε μας.

Το μεγαλύτερο όραμα;

Το όραμα της συνάντησης της σκέψης και του κόσμου και η παραδοχή του φευγαλέου. Η παραδοχή της φανέρωσης και της ταυτόχρονης απόσυρσης, όσο γίνεται πιο γαλήνια.

Νιώθετε ότι πρέπει να αποδείξετε κάτι;

Από την εφηβεία είχα την εντύπωση ότι έπρεπε να πω αυτό που βλέπω.

Η εξάρτηση από τους άλλους είναι αδυναμία;

Εχουμε αναγκαία εξάρτηση από τους άλλους ανθρώπους. Η εξάρτηση πάλι δημιουργεί τα κενά της. Εξάρτηση και μη εξάρτηση έχουν το αναγκαίο στοιχείο που είναι και θετικό και αρνητικό.

Αυτοδυναμία;

Δεν μπορεί να υπάρξει σε κανένα επίπεδο.

Η εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας;

Ειλικρινά, δεν έχω μια ενιαία εικόνα του εαυτού μου. Οταν γνωρίζω ότι η τάδε σκέψη είναι σημαντική, τότε νομίζω ότι ίσως αυτό είναι περαστικό, λέω ότι προσπαθώ να τολμάω να σκέπτομαι, ενώ το μεγαλύτερο σύνολο των ανθρώπων σήμερα δεν σκέπτονται… Θα έλεγα, είναι πρισματική η εικόνα του εαυτού μου, όπου γυρίζουν διαρκώς όλα τα χρώματα, όπως στο καλειδοσκόπιο.

Η σύγχρονη Ελλάδα;

Είναι ένα πρόβλημα. Ούτε Ανατολή ούτε Δύση ούτε Ευρώπη ούτε Ασία. Βαδίζει προς την αναζήτηση μιας ενότητας, την οποία δεν βρίσκει εύκολα. Δεξιά και Αριστερά είναι φθαρμένες και δεν αναδύεται ένας δρόμος.

Πώς θα ανακαλύψουν οι Ελληνες πολιτικοί την «πραγματική πολιτική»;

Θα έπρεπε να ξεπεράσουν τον στενό πολιτικαντισμό. Είναι όμως αυτό δυνατό;

Είναι εφικτή η Δημοκρατία;

Η Δημοκρατία μένει ουτοπική, δηλαδή δεν έχει πουθενά τόπο να πραγματοποιηθεί. Το ίδιο της το νόημα μας ξεφεύγει.

Τι σας έχει δώσει η Ελλάδα;

Μια ζωική ορμή. Την επαφή με τα στοιχεία της, τη θάλασσα, τον αέρα, τη γη, τη φωτιά.

Τι σας έχει πάρει;

Δεν είχα ποτέ την προκατάληψη, ώστε να μπορέσει να μου την πάρει.

Οι τιμές που σας κάνουν τα ελληνικά πανεπιστήμια τι συναισθήματα σας γεννούν;

Ευχάριστα. Θα επιθυμούσα όμως και μια πιο ζωντανή συζήτηση, στοχαστική και παραγωγική, με τους πανεπιστημιακούς.

Σκεφτήκατε ότι μπορεί να σας τιμούν και να μη σας έχουν διαβάσει;

Πολλά πράγματα δεν χρειάζεται να έχουν διαβαστεί. Μπορεί να διαπερνάνε την ατμόσφαιρα.

Εσείς διαψεύδετε την κατάρα των Ελλήνων να μην αναγνωρίζουν ζώντες δημιουργούς.

Στην Ελλάδα υπάρχει μεμψιμοιρία και δυσκολία αν δεν προηγηθεί μια αναγνώριση από τα έξω. Εξω είναι πιο πολιτικά θεσμισμένα τα πράγματα. Αλλά και υπάρχουν πράγματα που περιμένουν ακόμα το μέλλον τους.

Πιστεύετε ότι έχετε αμειφθεί;

Και ναι και όχι. Αν όμως ήταν πλήρης η αναγνώριση, θα σήμαινε ότι θα επιπέδωνε και το ειπωμένο.

H τέχνη αποτιμάται σε χρήμα. Η σκέψη;

Υπάρχει προσωπική σχέση με το έργο τέχνης. Η σκέψη έχει μία σχέση με το όλον. Μπορεί να αποτιμηθεί ένα έργο. Το όλον όμως;

Τι θα λέγατε σε έναν νέο φιλόσοφο;

Να ανοιχτεί στη σκέψη, στα κείμενα και στο κίνημα της σκέψης, στην ποίηση που διατρέχει κάθε τέχνη και να ζήσει και να πει αυτό που τον εμψυχώνει και τον συνθλίβει ατομικά και κοινωνικά.

Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο;

Να κρατήσει, όσο γίνεται, έναν παλμό και στη λεγόμενη ώριμη ηλικία.

Θερμές ευχαριστίες στην, και συνάδελφο δημοσιογράφο, Κατερίνα Δασκαλάκη, σύντροφο του Κώστα Αξελού τα τελευταία τριάντα χρόνια, για τις μύριες διευκολύνσεις ώστε η συνέντευξη αυτή να πραγματοποιηθεί με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

> Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Από αστική οικογένεια, διδάχτηκε από παιδί γαλλικά και γερμανικά. H εφηβεία του φωτίστηκε από τα κείμενα των Ηράκλειτου, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Εμπεδοκλή, Μαρξ, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι και ποιητών όπως ο Ρεμπώ, ο Ρίλκε.

> Στα δεκαεπτάμισι χρόνια του εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία και, παρά τις διαφωνίες του, πήρε ενεργό μέρος στην Αντίσταση, υποστηρίζοντας ότι «ο πραγματικός κομμουνιστής πρέπει να κρατάει στο ένα χέρι το όπλο και στο άλλο τα βιβλία του Ρίλκε». Το 1944, στα Δεκεμβριανά, έζησε εικονική εκτέλεση στα κρατητήρια της Ασφάλειας, φυλακίστηκε σε στρατόπεδο και τελικά απέδρασε. Οπως ήταν φυσικό, η σχέση του με το δογματικό ΚΚΕ δεν ήταν δυνατό να συνεχιστεί και το 1946 εγκατέλειψε τις γραμμές του.

> Τέλη του 1945, με τη βοήθεια του Οκτάβιου Μερλιέ -διευθυντή τότε του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα- επιβιβαζόταν στο θρυλικό πλέον πλοίο «Ματαρόα» μαζί με τον Κ. Καστοριάδη, τον Κ. Παπαϊωάννου, τον Κ. Βυζάντιο, τη Μ. Κρανάκη, τον Κ. Κουλεντιανό, τον Ν. Σβορώνο και άλλους, με προορισμό το Παρίσι. Λίγο διάστημα μετά την αναχώρησή του, καταδικαζόταν ερήμην σε θάνατο.

> Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόννη, όπου και δίδαξε (1962-1973). Αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού τότε περιοδικού Arguments (Επιχειρήματα) από το 1956 ώς το 1962, ίδρυσε και διηύθυνε την ομώνυμη φιλοσοφική σειρά στις Editions de Minuit, στην οποία εκδόθηκαν επίσης και τα περισσότερα από τα βιβλία του.

> Πασίγνωστη η διένεξή του με τον Σαρτρ, τον οποίο εγκαλούσε για μη πρωτότυπη σκέψη και έκθεση παλαιότερων φιλοσοφικών ιδεών.

Ο Σαρτρ τον κατηγορούσε επειδή είχε εγκαταλείψει τον κομμουνισμό.

> Εχει εκδώσει είκοσι τέσσερα βιβλία και πλήθος κειμένων (γαλλικά, ελληνικά και γερμανικά), που μεταφράστηκαν σε δεκαέξι γλώσσες.

6.2.10

Ένας σκύλος που μιλάει ξένες γλώσσες



... Και οι σκύλοι έχουν τη χάρη τους ....

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΕΝ ΜΕΓΑΛΗι ΕΛΛΗΝΙΚΗι ΑΠΟΙΚΙΑι, 200 Π. Χ.


ΕΝ ΜΕΓΑΛΗι ΕΛΛΗΝΙΚΗι ΑΠΟΙΚΙΑι, 200 Π. Χ.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ'  ευχήν στην Αποικία
δεν μέν'  η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ'  όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός,
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι  Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κι εξετάζουν,
κ'  ευθύς στον νου τους, ριζικες μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτηση να εκτελεστούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίση στις θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτίσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από τη πρόσοδον αυτή, κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά,  και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και τη δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργιική. --

Ίσως δεν έφτασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν'  επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως, και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος, πάντων, να, τραβούμ'  εμπρός.


ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ
ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗι· 595 Μ. Χ.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά. Εις σε προστρέχω, Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης και άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. -
Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή.

5.2.10

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗι· 595 Μ. Χ.


ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ
ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗι· 595 Μ. Χ.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά. Εις σε προστρέχω, Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης και άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. -
Τα φάρμακά σου φέρε, Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή.



ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ: ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ




TO ΓΙΑΣΕΜΙ
(δημοτικό Κύπρου)

Το γιασεμί στην πόρτα σου,  γιασεμί μου,
Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου,

ήρτα να το κλαδέψω, αχ, γιαβρί μου

Τσ' ενόμισεν η μάνα σου, γιασεμί μου,
Τσ' ενόμισεν η μάνα σου, γιασεμί μου,

πως ήρτα να σε κλέψω, αχ γιαβρί μου

Τα μαύρα μάθια τα γλυτσά, γιασεμί μου,
Τα μαύρα μάθια τα γλυτσά, γιασεμί μου,
τα φρύθκια τα μεγάλα, αχ, γιαβρί μου

Με κάμαμε τσ' αρνήθηκα, γιασεμί μου,
Με κάμαμε τσ' αρνήθηκα, γιασεμί μου,

της μάνας μου το γάλα, αχ γιαβρί μου

Σαβίνα Γιαννάτου και Primavera en Salonico
το τραγούδι είναι από το άλμπουμ
"Τραγούδια της Μεσογείου"

4.2.10

μία Ελλάδα τράνζιτ

Νέες έξεις στις λέξεις. Ζήτω η νέα εποχή! Η παλαιά εποχή επέθανε.

Ακούγοντας μια μεγάλη ομάδα των νέων να μιλάει σήμερα, νιώθει κανείς ότι βρίσκεται τράνζιτ κάπου ανάμεσα Ελλάδα και United States, άντε United Kingdom, σ’ έναν τόπο μεταξύ, που δεν είναι ούτε της πατρίδας ούτε του αποίκου, ούτε του εποίκου, ούτε του αρνησιπάτριδος ,ούτε βεβαίως του μετανάστη. Είναι ένας τόπος μετάλλαξης. Βέβαια για να το αντιληφθεί κανείς αυτό δε χρειάζεται αναγκαστικά να τεντώσει τ’ αυτί του, ακροώμενος την εκφορά της νέας ελληνικής από τα στόματα νεαρών, έως όχι τόσο νεαρών, νεοελλήνων. Μπορεί να τεντώσει λίγο το βλέμμα του από Πάρνηθα έως Πεντέλη, από Υμηττό έως Φάληρο, από Χαϊδάρι έως Αγία Παρασκευή, από Μπραχάμι έως Κηφισιά. Θα δει παντού αυτή την ίδια βαρυσήμαντη διαδικασία μετάλλαξης του φυσικού τόπου, αλλά και του αστικού τοπίου. Με δικά του λόγια το ΠΑΣΟΚ το είχε ευαγγελιστεί αυτό ως «ανάπτυξη» - που πα να πει ομογενοποίηση οικοδομική, και όχι μόνο. Ομογενοποίηση στις ροπές και τις μαζικές νέες συνήθειες, από τη διατροφή και το ρουχισμό, μέχρι τη διασκέδαση και το φλερτ. Ομογενοποίηση στη μόρφωση με τα σχολεία να εξάγουν κάθε χρόνo μασίφ κομμάτια compact γνώσης, τα οποία μπαίνουν σε λίστα αναμονής για την είσοδο στο τράνζιτ αλισβερίσι.

Αλλά αυτή η καινούργια έξη μέσα στις λέξεις είναι η πιο εντυπωσιακή έκφραση της μετάλλαξης που παρατηρώ! Το στόμα κουνιέται λίγο ως ελάχιστα σαν να μασάει πολύ προσεχτικά την τσίχλα του. Μέσα σ’ αυτό το τεμπέλικο κούνημα του στόματος σχηματίζεται η λέξη που βγαίνει κι αυτή τεμπέλικα από τα χείλη και σκάει απαλά στον αέρα σαν τσιχλόφουσκα. Χωρίς κόπο, εύκολα, αδιατάραχτα, απλά.

Και μετά…

Οι λέξεις:

Κοινοτοπίες: ετοιματζίδικες, φασόν φράσεις πλατιάς κατανάλωσης, όπως τα αγγλικά πρώτης ανάγκης που μαθαίναν παλιά τα καμάκια. Τώρα όλοι είμαστε καμάκια ο ένας του άλλου, αλλά, τουλάχιστον στα αγγλικά, έχουμε ένα επίπεδο lower. Για να επικοινωνούμε χρειαζόμαστε μόνο τα χρειώδη. Τα βασικά χρώματα, χωρίς αναμείξεις, αποχρώσεις, ψυχικές διαθέσεις, αντιφάσεις, ανάλυση και σύνθεση. Εκατό – διακόσιες λεξούλες. Οι παραπάνω είναι για τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους. Βοηθάει σ’ αυτό και το γλωσσάρι της τηλεόρασης. Πίσω μας, στο μεταξύ, λέξεις ψυχορραγούν και πεθαίνουν απαρατήρητες, χωρίς μνημόσυνο.

Οι ήχοι:

Εδώ το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: οι φθόγγοι μας είναι πλέον αλλότριοι… Τα φωνήεντα είναι πατιναρισμένα απ’ αυτή την τεμπελιά του στόματος ν’ ανοίξει και να σχηματίσει τη λεξούλα, να την προσφέρει ακέραια και σφύζουσα στο αυτί. Έρρινοι ήχοι, μπουκωμένοι, βρώμικα άλφα, χωμένα βαθιά μέσα στο ιγμόρειον άντρον, νυσταγμένα έψιλον που ίσα που ξεμυτίζουν από τις ρινικές κόγχες, ένα τσούρμο ι, η, ει, οι, υ, με σοβαρή κρίση ταυτότητος, αγκαλιασμένα ω και ο να κάνουν τσουλήθρα στον ουρανίσκο, μέχρι που πέφτουν λιγοθυμισμένα στο πάτωμα.

Όλο και περισσότεροι συνέλληνες μιλούν πλέον με αυτό το νέο ήθος. Και δεν εννοώ τα δεκαπεντάρια ή τα εικοσάρια μόνον. Πολύ συχνά το συναντάς αυτό το ιδίωμα σε σαραντάρηδες. Και φοβούμαι ότι αυτή η διαφαινόμενη αλλαγή στη φωνολογία θα επεκταθεί τα προσεχή χρόνια, βοηθούσης της τηλε-παιδείας, σε όλο και περισσότερες ομάδες, δεδομένης δε και της τάσης για ομογενοποίηση που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να γίνει και κυρίαρχη μόδα!

Δεν μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχής να ζω σ’ έναν τράνζιτ τόπο, ούτε να μιλώ μια τράνζιτ γλώσσα. Το μόνο που με παρηγορεί είναι το ίδιο ακριβώς με αυτό που με τρομάζει. Όλα αλλάζουν. Γρήγορα, διωκτικά, απροειδοποίητα.

Γιατί μέσα στην αλλαγή γεννιέται ακόμα και η ελπίδα.
jiagoggina

1.2.10

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΕΤΡΑΚΟΥ: ΤΟ ΣΚΑΛΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ

από το cd "TO ΚΕΝΟ"

Πάντα ήμουν
και θα μείνω ερασιτέχνης
τίποτα δεν επαγγέλλομαι
Μα όπως μ' άγγιξε
ο έρωτας της τέχνης
έπαθα και ονειρεύομαι

Μια ζωή ξυπόλυτη
σαν παιδί απόλυτη
σα γυναίκα απόρθητη
σα γριά αδιόρθωτη
φτύνει τη μανία μου
και την αγωνία μου
παίζει με τον πόνο μου
κι εξαντλεί το χρόνο μου

Της ματιάς σου
το κενό πώς με φοβίζει
μη σκεφτείς καθόλου κι άσε με
Το σκαλί
που τώρα κατεβαίνω τρίζει
κι άμα πέσω άντε πιάσε με

Μια ζωή ξυπόλυτη
σαν παιδί απόλυτη
σα γυναίκα απόρθητη
σα γριά αδιόρθωτη
φτύνει τη μανία μου
και την αγωνία μου
παίζει με τον πόνο μου
κι εξαντλεί το χρόνο μου

Στίχοι-μουσική-τραγούδι: Κατερίνα Πετράκου
Ενορχήστρωση: Νίκος Γράψας

03. ΤΟ ΣΚΑΛΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΊΝΩ.mp3

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...