21.12.09

youkali


Υoukali
στίχοι: Roger Fernay
μουσική: Κurt Weill
C'est presqu'au bout du monde
Ma barque vagabonde
Errant au grẻ de l'onde

M'y conduisit un jour
L' ile est toute petite
Mais la fee que l'habite
Gentiment nous invite
A en faire le tour

Youkali
C'est le pays de nos dẻsirs
Youkali
C'est le bonheur, c'est le plaisir
Youkali
C'est la terre ou l'on quitte tous les soucis
C'est, dans notre nuit, comme une ẻ claircie
L'etoile qu'on suit
C'est Youkali

Youkali
C'est le respect de tous les voeux ẻchangẻs
Youkali
C'est le pays des beaux amours partagẻs
C'est l'espẻrance
Qui est au coeur de tous les humains
La dẻlivrance
Que nous attendons tous pour demain

Youkali
C'est le pays de nos dẻsirs
Youkali
C'est le bonheur, c'est le plaisir
Mais c'est un rȇve, une folie
Il n'y a pas de Youkali

Mais c'est un rȇve, une folie
Il n'y a pas de Youkali
..................................
Et la vie nous entraine
Lassante, quotidienne
Mais la pauvre ȃme humaine

Cherchant partout l'oubli
A, pour quitter la terre
Se trouver le mystẻre
Ou nos rȇves se terrent
En quelque Youkali

Youkali
C'est le pays de nos dẻsirs
Youkali
C'est le bonheur, c'est le plaisir
Mais c'est un rȇve, une folie
Il n'y a pas de Youkali

Mais c'est un rȇve, une folie
Il n'y a pas de Youkali
...................................
 ΓΙΟΥΚΑΛΙ
μετάφραση - προσαρμογή στη μουσική:
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
Στα πέρατα του κόσμου
Με μια βαρκούλα βιος μου
τα κύματα οδηγός μου

έφτασα μιαν αυγή
σε ένα νησί κουκίδα
μακριά από κάθε ελπίδα
και μια νεράιδα είδα
να με προσκαλεί

Γιουκάλι
της ηδονής εσύ νησί μικρό
Γιουκάλι
στα βάσανα το γιατρικό
Γιουκάλι
της ευτυχίας η απάτητη γη
αστέρι λαμπρό
του αιθέρα σχισμή
βραδιά φωτερή
το Γιουκαλί!

Γιουκάλι
νησί που οι όρκοι πάντα μένουν πιστοί
Γιουκάλι
νησί που η αγάπη μας δεν θα προδοθεί
ελπίδας φως
που μέσα της κρυφογελά η χαρά
ο λυτρωμός
που θα γευτούν του αύριο τα παιδιά
Γιουκάλι
της ηδονής το πιο γλυκό ποτό
Γιουκάλι
στα βάσανα το γιατρικό

Μα είναι ιδέα απατηλή,
αχ, δεν υπάρχει Γιουκαλί

Μα είναι ιδέα απατηλή,
αχ, δεν υπάρχει Γιουκαλί
…….
Μονότονη η ζωή μας
το βράδυ το πρωί μας
μα η φτωχή ψυχή μας

ζητάει να ξεχαστεί
μέχρι ν’ αποδημήσει
και μυστικά να ζήσει
τα όνειρα που ‘χε κλείσει
σε κάποιο Γιουκαλί

Γιουκάλι
της ηδονής το πιο γλυκό ποτό
Γιουκάλι
στα βάσανα το γιατρικό

Μα είναι ιδέα απατηλή,
αχ, δεν υπάρχει Γιουκαλί

Μα είναι ιδέα απατηλή,
αχ, δεν υπάρχει Γιουκαλί

20.12.09

γατιά υγείας

η καθαριότης είναι γατική αρχοντιά

νυχειρισμός εκτυπωτού

η σονάτα της Γαλήνης

στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα

Swinging Bach in Leibzig 2000

18.12.09

δρομολόγιο δεύτερο Χριστουγεννιάτικο

Περπατώ εις την πόλη. Στον κεντρικό δρόμο τα μαγαζιά στολισμένα με λαμπιόνια που αναβοσβήνουν.  Τα μεγάφωνα του Δήμου σπέρνουν παντού τενόρους και στρουμφάκια.  Γιορτάστε, λένε, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.  Έρχονται Χριστούγεννα. Απαραίτητο πασπαρτού: Σε κάθε διασταύρωση του δρόμου κι ένας ζητιάνος. Το κοριτσάκι με τα σπίρτα σε πολλές παραλλαγές.
Θέλω να χαρώ κι εγώ με όλη αυτή την υπόσχεση χαράς που αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Αδυνατώ. Προσπαθώντας να καταφέρω να χαρώ, φέρνω στη μνήμη μου τη χαρά των Χριστουγέννων που είχα όταν ήμουν παιδάκι. Τι φύσεως ήταν; Μια προσμονή, μια αναστάτωση όλο υποσχέσεις. Λάμψεις, στολίδια, αντανακλάσεις από χρωματιστό γυαλί. Σίγουρα η φωταψία με μάγευε. Οι φωτεινές γιρλάντες  στους δρόμους, η υπόσχεση των δώρων, το παγωμένο χνώτο των περαστικών, οι "Ιστορίες του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν", δώρο της θείας μου για τις γιορτές.
Άλλες φορές, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθισμένη, ενώ οι εικόνες της πόλης περνούσαν με ταχύτητα μπροστά μου, είχα τη μούρη μου  κολλημένη στο τζάμι, να προλάβω να δω όσα πολύχρωμα λαμπόγυαλα πρόφταινε το βλέμμα μου. Ιδιαίτερα μου άρεσαν τα στολισμένα δεντράκια πίσω από τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα. Η ανταύγεια τους ζέσταινε το μάτι. Ήταν μια διακριτική νύξη της χαράς του σπιτιού, που οργίαζε εντός.
Και τότε και σήμερα, ωστόσο, ζούμε τα Χριστούγεννα σαν μια κοσμική εορτή. Δεν έχουν καμία θρησκευτικότητα. Κι αυτό όλοι το ξέραμε και τότε, που ήμουν εγώ παιδί, το ξέρουμε και τώρα. Ο Χριστούλης, η φάντη, οι μάγοι, το άστρο της Βηθλεέμ  κτλ, κτλ, είναι  ένα παραμυθάκι, λίγη ζάχαρη άχνη που την πασπαλίζουμε στο κέικ της καταναλωτικής βουλιμίας. Δεν προτίθεμαι λοιπόν να προβώ σε αναμνησιολογία, πόσο καλά ήταν "τότε" και πόσο χάλια είναι "τώρα". Απλώς, "τότε" μπορούσαμε να καταναλώνουμε λιγότερο, αλλά είχαμε ήδη αποκοπεί οριστικά από τα παλιά έθιμα της κλειστής κοινωνίας του χωριού, όπου ο εορτασμός των Χριστούγεννων είχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικής συνοχής, της ενεργούς συμμετοχής της κοινότητας στη γιορτή και η θρησκευτικότητα ήταν οργανικό μέρος της συλλογικής χαράς.
Ήδη στα παιδικά μου χρόνια, δηλαδή στη δεκαετία του '60, στην Αθήνα επικρατεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Οι άνθρωποι δεσμεύουν χώρο, διεκδικούν ιδιωτικότητα. Ο έλληνας κλείνει τους λογαριασμούς του με την Ιστορία κι αποφασίζει να ξεχάσει. Έτσι μοιάζει να επουλώνονται οι πληγές του Εμφυλίου. Λήθη, εντατική αστικοποίηση και τα φαντάσματα άς σαπίζουν στις φυλακές.
Εν τέλει, αυτό το φωτεινό δεντράκι πίσω απ'   το παράθυρο με την τραβηγμένη κουρτίνα, όσο κι αν σήμερα το αναπολώ, συγκρίνοντάς το με την κακογουστιά, την αμερικάνικη επαρχιώτικη κακογουστιά, της τωρινής μου πόλης, αλλά και της επαρχίας και του νησιού μου και του τελευταίου χωριού μου στο χάρτη - κακογουστιά που μεταδίδεται μέσω της τηλεόρασης  σαν την πανούκλα -  ήταν ήδη ένα εύγλωττο σύμβολο της ενδοστροφής του εκκολαπτόμενου αστού, της απόφασής του να ασχοληθεί με την πάρτη του, την επιβίωσή του και την προσωπική του ευημερία.
Δε φτάσαμε στο σήμερα χωρίς χτες... Φτάσαμε μέχρι εδώ καλά προετοιμασμένοι.
Και περπατώ εις το δάσος. Δάσος  λαμπτήρων εν προκειμένω. Αναβοσβήνουν άναρχα σε κάθε μπαλκόνι, σε κάθε πρασιά, σε κάθε ταπεινωμένο λέιλαντ που από κεδροειδές κατέληξε φυτοφράχτης. Σπατάλη, ανοησία, ιδιοτέλεια, ατομικισμός, μιμητισμός, όλα βροντοφωνάζουν: "Γιορτάζουμε!", ή "Έχουμε και παιδιά να μεγαλώσουμε, να μη χαρούνε λίγο κι αυτά;" ή " Μόνο ο γείτονας θ'  αναβοσβήνει τα λαμπιόνια του;".
Πίσω από τις μεγεθυμένες ευχαριστήσεις, τα αναλώσιμα γέλια και τα πλαστικά χειροκροτήματα κρύβεται όμως ένα φυλλοκάρδι που τρέμει, γιατί υπάρχει κι ένας λύκος στο παραμύθι, όπου να 'ναι θα εμφανιστεί. Κι όχι τίποτα άλλο, είναι κι αυτός υπό εξαφάνιση, πώς να τον σκοτώσεις!
Εγώ πάντως προτείνω το εξής, για όποιον περιπατεί απροστάτευτος και τρωτός εις τον υπέρ σούπερ έξτρα γκίγκα αστικό τούτο δρυμό: καθώς περιπολείται από τα κόκκινα λαμπιόνια και απειλείται από άι-βασίληδες  διαρρήκτες που σκαρφαλώνουν στα μπαλκόνια, καθώς το βλέμμα του ιριδίζει μέσα στων πολυποίκιλων προβολών το ανεξιχνίαστο βάθος,   και άλλοτε σεμνύνεται κάτω από τον ίσκιο των  κομμένων ελατοκορφών, ή τρεμοπαίζει ανάμεσα στα πούπουλα μιας γαλοπούλας,  να τρέφει μέσα του μόνο το χνώτο του αρνιού και να ακροάται μόνο τον ήχο του σανού.
Καλά Χριστούγεννα..
jiagogina

16.12.09

RADIOHEAD: THE CREEP


ΤΗΕ CREEP
When you were here before
couldn't look you in the eye
You're just like an angel,
Your skin makes me cry
You float like a feather
In a beautiful world
I wish I was special
You're so fuckin' special

But I'm a creep,
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here
I don't care if it hurts,
I wanna have control
I want a perfect body
I want a perfect soul
I want you to notice
when I'm not around
You're so fuckin' special
I wish I was special

But I'm a creep
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here, ohhhh, ohhhh

She's running out again
She's running out
She run run run run...
run... run...

Whatever makes you happy
Whatever you want
You're so fuckin' special
I wish I was special

But I'm a creep,
I'm a weirdo
What the hell am I doin' here?
I don't belong here
I don't belong here...

13.12.09

δρομολόγιο πρώτο

Υπάρχουν δρόμοι και δρόμοι. Ναυτικοί, του μεταξιού, του βουνού, ασφαλτοστρωμένοι, λασπωμένοι, μπαζωμένοι, κλειστοί, διπλής κυκλοφορίας, μονόδρομοι, λεωφοριόδρομοι, πεζόδρομοι, μουλαρόδρομοι, πάροδοι, άνοδοι, κάθοδοι, χωρίς επιστροφή, ουράνιοι, υπόγειοι, υπέργειοι, υποθαλάσσιοι, γρήγοροι, φιδοειδείς, κακοτράχαλοι, υπάρχουν δρόμοι και δρόμοι.

Ποιον δρόμο να πάρω; Πού να προσβλέψω; Να πάω  στην εξοχή; Να πάω στο κέντρο, σήμερα που είναι Σάββατο κι ο κόσμος ξεδίνει; Να πάρω τα πόδια μου στα μονοπάτια του κοντινού μου άλσους; Να πάρω ένα βιβλίο να διαβάσω;
Kοιτάζω επάνω να οσφρανθώ τον γαλάζιο ουρανό (κλισέ είναι αυτό δεν κυριολεκτώ, ο ουρανός είναι γκρίζος κατάγκριζος προς το μαύρο αυτή τη στιγμή και βρέχει), κοιτάζω κάτω, να νιώσω τα  υπόγεια τα ρεύματα (εδώ κυριολεκτώ, κι ας είναι κλισέ, μια ματιά στα νερά του Ηριδανού στο Μαναστηράκι, μέσα στο μετρό, το αποδεικνύει), κοιτάζω μπροστά, βλέπω τους δρόμους της πόλης μου, σκέφτομαι τη φίλη μου το Σοφάκι που την αγαπώ και μου έλειψε κι αποφασίζω να πάω να τη δω.
Καβαλάω το Ρούντι κι αρχίζω να πορεύομαι, γλιστράω πάνω στην λεία άσφαλτο κρατώντας τον απ' το τιμόνι.
Λεία; Όχι. Ο Ρούντι συνάντησε μια μεγάλη τρύπα στη στροφή του δρόμου που μέχρι χτες ήταν ασήμαντη λακουβίτσα. Από χτες όμως με τη βροχή πλημμύρισε ο τόπος και ποιος ξέρει πού ξέρασαν τώρα τα νερά την τέως άσφαλτο.
Πέφτω στη λακούβα παύλα τρύπα, που, σημειωτέον, είναι γεμάτη νερό. Ακούω το μπροστινό προφυλακτήρα του Ρούντι να βγάζει μια κραυγή πόνου. Πριν προλάβω να του ζητήσω συγνώμη  και να του δώσω λίγο κουράγιο, χτυπώντας με το χέρι το τιμόνι του παρηγορητικά, ακούω έναν έξαλλο κύριο στα δεξιά μου βρεγμένο μέχρι το κόκαλο να φωνάζει και βλέπω και τις σφιγμένες γροθιές του που κατευθύνονται καταπάνω μου. Μαρσάρω κι απομακρύνομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ, ενώ ο κύριος τσιρίζει κάτι σχετικά με πιάτα και κουζίνα, χοροπηδώντας πάνω - κάτω στη μέση του δρόμου με την ομπρέλα του ανοιχτή.
Στρίβω αριστερά. Ήσυχος ο δρόμος, συμπαθητικός, χωρίς λακούβες. Βρέχει συνεχώς. Δεντράκια δεξιά κι αριστερά, νεραντζιές γεμάτες καρπό. Τις αγαπώ τις νερατζιές, σκέφτομαι, προσπαθώντας να φτιάξω λίγο το κέφι μου - και του Ρούντι. Κι αυτά τα φρούτα, τι κρίμα να σαπίζουν στα πεζοδρόμια, γιατί να μη μαζέψω μερικά μια μέρα να τα κάνω γλυκό νεράτζι, να επιβεβαιωθεί και η ρήσις του κυρίου που λίγο πριν  έκανα λούτσα;
Πριν προλάβω να αποτελειώσω τη σκέψη μου ένα τζιπ κάνει να ξεπαρκάρει από τα δεξιά μου απρόσμενα χωρίς να έχει βγάλει φλας. Δε με έχει δει μάλλον, βγάζει τη μισή του μούρη στο δρόμο, στρίβω το τιμόνι, το αποφεύγω. Σταματώ, κοιτάζω πίσω να δω τον ηλίθιο που παρά λίγο να στείλει  τον κομψό μου Ρούντι στον φαναρτζή κι εμένα στο ΚΑΤ, αλλά δεν είναι ηλίθιος, είναι ηλίθια. Ξανθιά κόμμωση, βάψιμο στην τρίχα, σκουλαρίκια, κολιέ, βραχιόλια φουλ, ανήκει μάλλον στη φυλή που το Σάββατο ξεδίνει με το κρουίζερ στην παραλιακή. Βγάζει το κεφάλι από το παράθυρο και κάποιους βρυχηθμούς πιάνει το αυτί μου για το Χριστό  και την Παναγία μου.
Όλοι με βρίζουν σήμερα. Τέλος πάντων, τους άντρες οδηγούς τους έχω συνηθίσει,  τις γυναίκες  όμως όχι. Ακόμα. Φαντάζομαι θα τις συνηθίσω, γιατί βρίζουν πια όλες, οι τουλάχισοτν οι περισσότερες, και  μάλιστα πολύ. Είναι τεκμήριον χειραφέτησης το βρισίδι. Δεν αρκεί μια γυναίκα να μπορεί να γίνει νταλικιέρης, πρέπει και να δικαιούται και να βρίζει σαν τέτοιος.
Στρίβω δεξιά και το κέφι μου έχει αρχίσει να χαλάει. Για λίγο αναζητώ  διόδους σε ασήμαντα στενάκια για να αποφύγω την κίνηση - ασήμαντα, τρόπος του λέγειν, έχουν ονόματα λαμπρά, ηρώων, μαχών, επετείων, κι ας είναι σήμερα μέσα στη λασπουριά. Βρέχει, το είπαμε. Δεν πρέπει να υποτιμάμε τους δρόμους και τα ονόματά τους, σκέφτομαι, πάρ' το πίσω το "ασήμαντα στενάκια". Περνάς την οδό Μαραθωνομάχων τώρα,  βλάκα,ιδού και η Ρήγα Φεραίου, ιδού και η Καποδιστρίου, κι η Ηρώων Πολυτεχνείου, κι η Βασιλέως Ηρακλείου! Τα ονόματα των δρόμων είναι η ιστορία μας, μονολογώ θυμωμένη, όλη η γκάμα, έτσι χύδην, η μνήμη μας! Παρ'  το πίσω!
Εντάξει το πήρα....
Η έκρηξη αυτή ιστορικής συγκίνησης δεν μου φτιάχνει το κέφι, αντίθετα. Λίγο πριν βγω στην Κηφισίας μάλιστα πέφτω σε ένα φριχτό μποτιλιάρισμα κι η διάθεσή μου χειροτερεύει.
Πού πάνε όλοι αυτοί, αναρωτιέμαι.
Γιατί, κυρία μου, μόνο εσύ έχεις δικαίωμα στην έξοδο, θυμώνω πάλι. Τι αριστοκρατισμοί είναι αυτοί; Θέλεις το δρόμο όλον για την πάρτη σου; Σάββατο είναι. Όλοι έχουν κάποιο Σοφάκι να νοιαστούν. Δε ζεις μόνη σου στον κόσμο.
Πράγματι.
Είμαι με νεκρά σε μια πομπή παράδοξη. Οδηγοί κορνάρουν εκνευρισμένοι, χέρια ελληνικά  αγανακτισμένα  ξεμυτίζουν από τα παράθυρα, για να διαμαρτυρηθούν,  μπροστά μου ένα παιδάκι  με κολλημένο το κεφάλι στο παράθυρο βγάζει τη γλώσσα και κάνει γκριμάτσες αλλοιθωρίζοντας, σαφώς σε μένα απευθύνεται, δεν είναι η ιδέα μου, ενώ το μικρό αδερφάκι του μασάει τη ζώνη ασφαλείας, πίσω μου βλέπω στον καθρέφτη ένα ζευγάρι να φιλιέται με γλώσσα, να και κάποιοι αδιάφοροι για το μποτιλιάρισμα, τριγύρω μαρσαρίσματα, αχνές, ανάερες τούφες στον αέρα, και το χλωμό φως χάνεται  για σήμερα, πέφτει το σκοτάδι, ταχύ, τα φώτα ανάβουν, και στο παρ μπριζ μου ο κόσμος φαντάζει παιχνιδιάρικα διαθλασμένος, μέσα στις σταγόνες της βροχής
Παρότι απορροφημένη από τις σκέψεις μου, παρατηρώ ότι τα αυτοκίνητα συνωστίζονται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δε Μολ! Α, έτσι εξηγείται. Τι χαζή που είμαι! Έπρεπε να το 'χα σκεφτεί. Σάββατο είναι, Χριστούγεννα έρχονται, ο κόσμος τρέχει να ξεσκάσει. Εγώ φταίω. Έπρεπε να πάρω το παραδιπλανό σοκάκι για να μην κολλήσω εδώ. Στρίβω το τιμόνι και κάνω μανούβρα στη μέση του φρακαρισμένου δρόμου. Τα καταφέρνω, παρ' ότι ένα τζιπ έρχεται από απέναντι και μου κορνάρει λυσσαλέα, ενώ πίσω μου ένα άλλο τζιπ, αυτό με το ζευγάρι που φιλιόταν πριν, μου 'χει κολλήσει σα βδέλλα και μ'  έχει κλείσει,  παρ'  όλα αυτά εγώ τα καταφέρνω, μαρσάρω, στριγκλίζουν οι ρόδες του Ρούντι στο βρεμένο δρόμο, κάποιος με μουτζώνει,  ενώ εγώ γυρνάω θριαμβευτικά πίσω και βρίσκω διαφυγή στο σοκάκι, συγγνώμη στην οδό Οδυσσέως, έτσι ονομάζεται το σοκάκι. Παρανομώ, βεβαίως, γιατί η οδός Οδυσσέως είναι μονόδρομος, αλλά τι να κάνουμε,  κι ο Οδυσσέας ο ίδιος δεν παρανομούσε πού και πού;
Εκείνη τη στιγμή, το δευτερόλεπτο ακριβώς που έστριψα στην οδό Οδυσσέως προσπερνώντας το κόκκινο σήμα με την άσπρη παύλα,  άστραψε στο κεφάλι μου ένας  κεραυνός συνειδητοποίησης: Είμαι κι εγώ, τρόπον τινά, ένας Οδυσσέας. ο Οδυσσεύς των αθηναϊκών δρόμων! Όλες τις δοκιμασίες τις περνάω. Μου ρίχνει κι ο Ποσειδώνας βροχή με το τουλούμι. Μου την πέφτουν η Σκύλλα και η Χάρυβδη, μεταμορφωμένες σε δυο τζιπ και πάνε να με κάνουν σάντουιτς, Με τη μαγκιά μου και τη γρήγορη σκέψη μου, εγώ, μόνη μου, σκαρφίζομαι τρόπους, μανουβράρω, ξεφεύγω, επιβιώνω, ξεγλιστρώ, συγχωρώ όλους  που με βρίζουν, φτάνω στον προορισμό μου. Όπως τώρα. Επινοητικότητα κι ευρεσιτεχνία!
Πατέντα! Τα κατάφερα! Βγήκα στην Κηφισίας.
Πίσω μου άλλοι δυο έξυπνοι Οδυσσείς με ακολουθούν κι έμαθαν κι αυτοί το κόλπο μου.
Φτου!
Δεν προφταίνω να χαρώ τη συνειδητοποίησή μου, ότι φέρω στο ακέραιο το γονιδιακό μεγαλείο της φυλής,  και πέφτω σε καινούργιο μποτιλιάρισμα. Εδώ έχουμε άλλες ορδές, για το Άβενιου και το Γκόλντεν Χολ.  
Λαμπιόνια, καρουσέλ, εκκωφαντική φωταψία, γιγαντοαφίσες που υπόσχονται παμμέγιστη διασκέδαση για σας και τα παιδιά σας, θεόρατα χριστουγεννιάτικα δέντρα, γιγάντια συντριβάνια,  τεράστιες αψίδες,  επιβλητικές επιγραφές που αναβοσβήνουν και υπόσχονται ένα θεσπέσιο "εδώ", ένα "πουθενά αλλού μην πας", κυκλώνουν το μυαλό μου  μεθυστικά.
Ζαλίστηκα και βρέχει ακόμα. Οι υαλοκαθαριστήρες μου περιπλανώνται νωθρά στο παρ μπριζ και διαλύουν τη φαντασμαγορία. Ίσως και ν'  αναστέναξα. Αφήνω πίσω μου το Ολυμπιακό Στάδιο.
Ο δρόμος επιτέλους άνοιξε.
.......................................................................
Ηχομονωμένη μέσα στο φιλόξενο περιβάλλον του καλού μου Ρούντι, δεν σκέφτομαι πια. Στο ραδιόφωνο η  νωχέλεια του Γκαετάνο Βελόζο με χαλαρώνει. Ένας ξένος κόσμος, ο έξω, δε με αφορά πια. Μηχανικά αλλάζω τις ταχύτητες, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, δευτέρα, νεκρά, και πάλι απ'  την αρχή. Βελούδινη  πορεία  στη μεσαία λωρίδα, σφήνες οι άλλοι από τα δεξιά κι από τ'  αριστερά, μπροστά φανάρια πορτοκαλιά, κόκκινα, πράσινα, πίσω προβολείς εκτυφλωτικοί.
Πλέω κάπου μέσα μου. Κου κου ρου κου κου Παλόμα, χαϊδεύει με τη φωνή του ο Γκαετάνο. Κι έχω περάσει τα Σίδερα, τους Αμπελόκηπους, κι έχω στρίψει μηχανικά κι αφηρημένα στη Μιχαλακοπούλου. Εκεί  ξυπνάει πάλι η οδολαγνεία μου. Θυμάμαι:  Μιχαλακόπουλος Ανδρέας, πολιτικός και νομομαθής από την Πάτρα,  εκ των πλέον εκλεκτών και ακεραίων πολιτικών της χώρας.
Αλλά δεν είναι αυτό. Δεν είναι η ακεραιότητα του ανδρός που με τραβάει στο δρόμο, όπως πριν η αδιαμφισβήτητη και αποδεδειγμένη γονιδιακή συγγένεια μου με τον Οδυσσέα. Είναι κάτι άλλο. Καθώς αφήνομαι στο φιδοειδή δρόμο το νιώθω: Είναι το υπόγειο ποτάμι. Τον Ιλισό νοσταλγώ, κι ας μην τον είδα ποτέ με τα μάτια μου. Κατηφορίζοντας το δρόμο παρέα με το Ρούντι, αισθάνομαι τον ποταμό να ζει μέσα στις στροφές του δρόμου και  απότομα να καμπυλώνει, να φεύγει και ξανά να στρίβει απαλά κι εγώ είμαι ένα σκάφος, ένα φύλλο πάνω του, ένα μικρό εντομάκι σε κορμό. Κι εκεί στο Χίλτον περίπου χάρις στο ευφάνταστο του χαρακτήρος μου, σχεδόν τον ακούω πια τον Ιλισό  να ρέει.
Μόλις όμως βγαίνω στη Βασιλέως Κωνσταντίνου,  σχεδόν αμέσως επανέρχομαι στην πραγματικότητα της πόλης. Λέω "σχεδόν αμέσως" κι όχι "αμέσως", γιατί περνάει ένα μικρό, ελάχιστο χρονικό διάστημα κατά το οποίο φέρνω στο νου μου το βασιλιά,  εκεί στο Παλέρμο,  στο ξενοδοχείο που πέθανε, τον Ιανουάριο του '23. Κάτι με ενοχλεί εκεί πολύ, πάρα πολύ, αλλά ευτυχώς μπαίνω ατάκα κι επί τόπου στο λεωφορειόδρομο, ξεπερνώ όλα τα στριμωγμένα αυτοκίνητα και φτάνω σε χρόνο ρεκόρ στο Ζάππειο, όπου κι αντιλαμβάνομαι επιτέλους ότι η Αθήνα είναι μια ωραία πόλη, με ράγες και τραμ, με Ζάππειο μέγαρο και με Στύλους του Ολυμπίου Διός. Νιώθω καλά ως Ευρωπαία και Ελληνίδα, αλλά πλέον βιάζομαι, γιατί έφτασα μεν  στον προορισμό μου, εκεί, κάπου απέναντι από τους Στύλους μένει το Σοφάκι, αλλά πρέπει πρώτα  να παρκάρω κάπου το Ρούντι.
Πού; Ο Ρούντι πρέπει να πω ότι είναι εκπαιδευμένος στα ελληνικά πράγματα, παρ' ό,τι γερμανός. Δεν έχει αναστολές να καβαλήσει πεζοδρόμια. Έχει ένα πρόβλημα με τα ψηλά πεζοδρόμια, κι αυτό το  σέβομαι. Τα χαμηλά όμως τα παραδέχεται κι ευχαρίστως αναβάζει τις ωραίες του ρόδες πάνω τους. Έχει αποκτήσει χάρη σε μένα οδυσσεϊκή κουλτούρα. Πλην όμως στην περιοχή γύρω από το μουσείο οτης Ακρόπολης δεν υπάρχει ελεύθερο πεζοδρόμιο ούτε για δείγμα, πόσω μάλλον θέση για παρκάρισμα. Με όρους ομηρικούς η αναζήτηση πάρκιγκ μοιάζει με την μνηστηροκτονία. Είναι η τελική δοκιμασία. Και οπωσδήποτε χρειάζεται να έχεις τη βοήθεια της θεάς.
Μετά από δυο τρεις κύκλους στην περιοχή, βρίσκω τελικά θέση στην οδό Παρθενώνος. Εκπληκτική σύμπτωση! Και ο Ρούντι κι εγώ το κρίναμε ως εύνοια της θεάς, το ότι μας άφησε να παρκάρουμε στο δρόμο του ναού της. Πολύ ικανοποιημένη  παρκάρω και προχωρώ προς το τέλος του ταξιδιού μου, περπατώντας προσεκτικά ανάμεσα στα λασπόνερα και στα σπασμένα πεζοδρόμια. Η βροχή έχει σταματήσει κι η ατμόσφαιρα είναι διαπεραστικά υγρή. Αλλά εγώ είμαι αισιόδοξη.
Ανηφορίζοντας προς την Ακρόπολη σε μια διασταύρωση λιγο κοντοστέκομαι να δω το φωταγωγημένο μνημείο. Προσπαθώ να το φανταστώ χωρίς τις πολυκατοικίες, χωρίς τις σκαλωσιές, χωρίς τα μπαρούτια που το διέλυσαν, χωρίς το Μοροζίνη, χωρίς τον Έλγιν. Δεν προφταίνω. Ένα τζιπ τρέχει δαιμονισμένα και πέφτει σε μια νερολακούβα  δίπλα μου,   περιλούζοντάς με νερό.  Καθώς σκουπίζω τη ζακέτα, το πρόσωπο, τη μύτη μου, το λαιμό μου και τα μαλλιά, παρακολουθώντας το τζιπ να απομακρύνεται, σκέφτομαι μελαγχολικά ότι στη ζωή τα πράγματα κάνουν  μυστήριους κύκλους.
Έχω σχεδόν φτάσει στην εξώπορτα της Σοφίας. Χτυπάω το κουδούνι μία, δύο, τρεις, κανείς.
 Παίρνω στο κινητό.
"Πού είσαι, καλε, βρίσκομαι από κάτω, γιατί δεν μου ανοίγεις;"
"Μα δεν είμαι σπίτι, πουλάκι μου, γιατί δεν μου τηλεφώνησες πρώτα, έχω πάει σινεμά".
"Τι βλέπεις;"
"Τη γλυκειά έξαψη. Βάιντα".
"Αχ, κρίμα, ήθελα να τη δω κι εγώ".
"Ας έπαιρνες τηλέφωνο πρώτα, τι να σου κάνω. Λοιπόν, άντε, σε κλείνω τώρα, αρχίζει η ταινία. Α, να σου πω, άμα δεν την βαριέσαι πολύ την κυρία Πηνελόπη, που μένει απο κάτω, ξέρεις, την έχεις συναντήσει μια - δυο φορές σπίτι μου... Χτύπα της, μωρέ, το κουδούνι, ακριβώς δίπλα στο δικό μου. Βασιλειάδου. Κάν' της λίγο παρεούλα, πες της και χρόνια πολλά, έκλεισε προχτές τα ενενήντα, και θα 'ρθω κι εγώ σε δυο ωρίτσες. Εντάξει; Θα κάνεις και την καλή σου πράξη. Η καημένη! Γριά γυναίκα είναι... Άντε, σε κλείνω, γεια!"
Κλείνω το κινητό με μια έξαψη καθόλου γλυκειά. Τι δηλαδή; Όλα εις μάτην; Ποιο είναι το νόημα; Πώς θ'  αντέξω πάλι την κυρία Πηνελόπη να μου λέει για χιλιοστή φορά τις ιστορίες της; Δε θυμάται καλά το Σοφάκι. Δεν είναι μια και δυο και τρεις φορές που έχουμε βρεθεί σπίτι της. Χίλιες δεκατρείς είναι! Δεν αρκούν οι καλές πράξεις που έχω κάνει τόσες φορές;
Α, ρε Σοφάκι, με παρέδωσες στεγνά στον Όμηρο.
Υπάρχει κι ή άλλη λύση, να φύγω. Να ξαναζήσω την Οδύσσεια μετ' επιστροφής και να πάω πίσω σπίτι μου να χουχουλιάσω με τις γάτες μου. Να προβώ σε μια μετ'  επιστροφής φυγή διά μέσου της πραγματικότητας. Τι δηλαδή, μόνο ένα φινάλε μπορεί να έχει η Οδύσσεια; Ο Καβάφης; Τι μας λέει τόσα χρόνια ο Καβάφης; Το ταξίδι είναι που μετράει.

Καθώς χτυπώ το κουδούνι της κυρίας Πηνελόπης Βασιλειάδου σκέφτομαι ότι δεν αντέχω για σήμερα άλλη  πραγματικότητα. Θα αρκεστώ στη δική της ιστορία του 20ου αιώνα σε συσκευασία πόκετ: από την καταστροφή της Σμύρνης που ήταν τριώ χρονώ και την κράταγε η μάνα της στην ποδιά της μέχρι που  τους φέραν στη Μυτιλήνη με βάρκα, μέχρι τη Θεσσαλονίκη που μεγάλωσε, μέχρι τον αδερφό της το μεγάλο που τον φάγανε οι φασίστες και της τον φέρανε χωρίς κεφάλι, μέχρι τον αδερφό της το μικρό που έκανε μετά δήλωση κι  έφυγε στη Γερμανία, μέχρι τον έρωτά της το μοναδικό που κάπου χάθηκε μέσα στα ανώνυμα σοκάκια της ιστορίας και δε γύρισε ποτέ... Μέχρι, μέχρι, μέχρι... Έλεος! Δεν άντέχω άλλα "μέχρι".
Γαμώτο!
Με πνίγει από παντού Ελλάδα...
Κι άρχισε να βρέχει πάλι.
Μελιστάλαχτη φωνούλα στο θυροτηλέφωνο.
"Πώς, έλα κορίτσι μου, με μεγάλη μου χαρά! Να σε κεράσω και λικεράκι. Τρίτο, ε; Στον τρίτο".
Και το κουδούνι της εξώθυρας ζουζουνίζει.
jiagogina



10.12.09

μια γάτα που την έλεγαν Φυστίκι

ΤΟ ΦΥΣΤΙΚΙ


Ο ΜΙΑΟΥΛΗΣ


από το βιβλίο -cd μια ριγε γαριδα ροζ



ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ


TΟ ΧΝΟΥΔΟΜΑΛΟ ΤΕΡΑΣ


TΟ ΧΝΟΥΔΟΜΑΛΟ ΤΕΡΑΣ

9.12.09

TO KENO



Το κενό

Στίχοι μουσική: Κατερίνα Πετράκου

Κι άλλο τσιγάρο κι άλλη κασέτα
τρία πακέτα κι ειν’ η ώρα τρεις και δέκα
έχω τα φώτα μου σβηστά
τη μουσική ψιθυριστά
μη μαθευτούν τα φοβερά μου μυστικά

χωρίς αιτία σε περιμένω
σ’ ένα σημείο που δεν ξέρεις κι είναι ξένο
γιατί κι αν ήμουν στο γνωστό
το ίδιο θα ‘ταν πιθανό
να ‘ρθεις και να βγει το προαίσθημα σωστό

Μες το μυαλό μου κάνω παιχνίδι
βλέπω το αίσθημα να μου τελειώνει ήδη
κι άμα τελειώσει με καημό
σου λέω κάτι αληθινό
πως θα βρεθώ σε μεγαλύτερο κενό

7.12.09

νεαρό ύδωρ


Η φέρουσα νιότη είναι ένα κόσμημα.
Αντέχει τις αλλοιώσεις του αμφιβληστροειδούς - πολλές φορές τις θεραπεύει -  στα κτερίσματα αναπαύεται διαρκής, τα καρδιακά επεισόδια προλαμβάνει, έχει πάντα  δάκρυ συγκίνησης μέσα στο γιαπί του κόσμου, αναστενάζει, γυμνώνεται στον έρωτα τρωτή, παραδίδεται - πάντα για πρώτη φορά -  δοσμένη στην έκσταση της περιφοράς μες στ'  άστρα, κι όταν θυμώνει, μια κραυγή έχει ήδη στείλει βαθιά στο παρελθόν που αλλάζει τον κόσμο όχι μόνο τον μελλούμενο, αλλά και τον βιωμένο.
Όταν αλλάζει το μέλλον,  έχει και το παρελθόν γίνει διαφορετικό, δεν είναι αγκάθι, πληγή, οργή, εκδίκηση. Φορέας της αλλαγής, ένα διαρκώς ανανεούμενο ύδωρ, νεαρό ύδωρ, η νιότη, εμπλουτίζει τους πόρους της ζωής.  Ο κύκλος της μέρας και της νύχτας επαναλαμβάνεται έτσι κι αλλιώς, τα σώματα αλλάζουν, τα σκεύη φθείρονται.
Ένα "δόξα σοι" σε κάθε σκεύος να πίνεις το νερό της νιότης.
Μπορεί αυτή η ιδεατή νιότη, να μην έχει σχέση πραγματικά με το πώς νιώθει ένας νέος σήμερα. Σίγουρα είναι η νιότη "μου",  κώδικας να ζω και να χαίρομαι και να πενθώ.
Από μικρή το πίστευα, και τώρα το βλέπω πιο καθαρά, ότι τις ηλικίες όλες, δηλαδή τις φάσεις της ζωής, ο άνθρωπος τις εμπεριέχει.  Ένα παιδί είναι εν δυνάμει ενήλικας, ένας υπερήλικας "εν βιώσει" παιδί. Ανάπτυξη είναι ο σπόρος που γίνεται άνθος, το άνθος που γίνεται απόσταγμα.
Και τη λειτουργία του θανάτου το κύτταρο την εμπεριέχει.
Κι όλα τ'  άλλα λιπασματάκι.
Παρ'  όλα αυτά πάντα απορώ κι εξίσταμαι όταν βλέπω εφήβους χωρίς ίχνος νιότης, έχοντας ενσωματωμένα πάνω τους τα σουσούμια του ενήλικα. Κι εξ ίσου απορώ όταν βλέπω έναν γονέα, ας πούμε, να  αντιλαμβάνεται τη νιότη σαν θέμα έκθεσης για τις πανελλήνιες, βγάζοντας λογίδρια στο παιδί  "για το ρόλο του νέου σήμερα". 
Αυτή είναι η φερόμενη νιότη. Η νεότης ως συμπεριφορά. Δεν τη φέρεις, σε φέρει και σε κατεβάζει στην επόμενη στάση. Μετά, τέρμα, δεν μπορείς να ξανανέβεις στο όχημά της.
Όμως, νιότη, ενηλικίωση, γήρας, είναι χειρονομίες της ύπαρξης που ενυπάρχουν και συνεργάζονται σε κάθε φάση της ατομικής και συλλογικής ζωής με άλλη αναλογία και ισορροπία. Κι εξ ίσου μεγάλη συγκίνηση είναι να βλέπεις το βλέμμα των παιδιών σου "που σε κοιτάνε με δυο μάτια σαν κι αυτά, όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα", το βλέμμα ενός εφήβου, πώς λάμπει όταν συνειδητοποιεί μια άριστη ιδέα και, πίσω από τον καταρράκτη και την πρεσβυωπία, να φέγγει  απαστράπτον το φως στο μάτι σπάνιων ευγενών ανδρών και γυναικών (που δεν τολμώ να τους αποκαλέσω "γέρους", γιατί αυτός ο χαρακτηρισμός τους αφαιρεί πνευματικό εκτόπισμα), με τον οίστρο ιδεών και αισθημάτων άδολο και παρόντα στο ακέραιο.
Ονειρεύομαι μια τέτοια κοινωνία. Με τέτοια νιότη. Και τέτοια γεράματα. Και  τέτοιους ενήλικες.
jiagogina

6.12.09

αφιερωμένο στη μνήμη του Α. Γρηγορόπουλου


Μίλτος Σαχτούρης

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Οι τάφοι είναι χαρούμενοι

τα όνειρα πάντα περνούν μέσ'  απ'  τους τάφους
κι ύστερα ορμούν
τινάζονται ψηλά και σφυρίζουν

το θάνατο τότε τον ξεχνούν
δεν τον θυμούνται

2.12.09

ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ: ένα σονέτο

ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ
Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.

Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ'  αγέρι πνέει σα ν'  άνοιξεν η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής την παρθενιά μου.

Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.

Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θα 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου,
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...

1.12.09

bottle in the sea





Just a castaway, an island lost at sea, oh Another lonely day, with no one here but me, oh
More loneliness than any man could bear
Rescue me before I fall into despair, oh

I'll send an S.O.S. to the world
I'll send an S.O.S. to the world
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah

A year has passed since I wrote my note
But I should have known this right from the start
Only hope can keep me together
Love can mend your life but
Love can break your heart


I'll send an S.O.S. to the world
I'll send an S.O.S. to the world
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah

Walked out this morning, don't believe what I saw
Hundred billion bottles washed up on the shore
Seems I'm not alone in being alone
Hundred billion castaways, looking for a home


I'll send an S.O.S. to the world
I'll send an S.O.S. to the world
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
I hope that someone gets my
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah
Message in a bottle, yeah


Sending out at an S.O.S.
Sending out at an S.O.S.
Sending out at an S.O.S.
Sending out at an S.O.S.
Sending out at an S.O.S.
Sending out at an S.O.S...

ο αιώνιος αντίπαλος

Στα μεθεόρτια τής περιφανούς νίκης του Ολυμπιακού επί του Παναθηναϊκού στο ποδόσφαιρο,  ιδού κάποιες σκέψεις περί του αιωνίου και του αντιπάλου.
Έχω την πεποίθηση πως η τρέλα που καταλαμβάνει σύσσωμο το έθνος, παραμονές τέτοιου τύπου αγώνων, με το συνεπακόλουθο φανατισμό, το μπάχαλο, τον τσαμπουκά και τα δακρυγόνα,  συνδέεται με βαθιά, αρχέγονα στοιχεία μέσα στην ανθρώπινη δομή. Και δεν εννοώ την εκτόνωση της κοινωνικής ή προσωπικής επιθετικότητας, που μονωμένη εκτονώνεται μέσα στο γήπεδο κι έτσι, βρίσκοντας μια τέτοια νόμιμη και κοινωνικά αποδεκτή δίοδο, δεν βλάπτει το ευρύτερο κοινωνικό σώμα (όσο κι αν η ιδεολογία του μπάχαλου αρέσκεται να πετάει καρέκλες, αναπτήρες και να σπάει αυτοκίνητα ή κεφάλια). Εννοώ εκείνη την προβολή του "αιώνιου αντιπάλου",  που υπόσχεται μια ηρωική αναμέτρηση από την οποία ο συλλογικός μαχητής μπαλαδόρος (η ενδεκάδα, ο προπονητής, αλλά και ο οπαδός που ιδρώνει και ξελαρυγγιάζεται στις εξέδρες, όπως και ο πάσχων τηλεθεατής με το φραπέ ή τη μπυρίτσα στον καναπέ του σπιτιού του) θα βγει απόλυτος κυρίαρχος, έχοντας κατατροπώσει τον εχθρό.
Κάθε χρόνο, κάθε σαιζόν, με την ίδια τελετουργική ρουτίνα  η ελληνική κοινωνία, και όχι μόνο αυτή,  ζει ξανά και ξανά το ίδιο θέατρο, το βιώνει και συμμετέχει ολόψυχα σ'  αυτό. Και κάθε φορά η ίδια ένταση, το ίδιο πάθος.
Μολονότι στοιχεία παθογένειας μπορεί να εντοπίσει κανείς πολλά ερευνώντας τα τοπία των γηπέδων, εγώ δε θέλω να εστιάσω σε αυτά. Θέλω να εστιάσω στην απλή διαπίστωση ότι ο άνθρωπος, συλλογικά και ατομικά, αρέσκεται να καθρεφτίζεται, να βλέπει απέναντί του κάτι που του μοιάζει και να το βλέπει συνεχώς σε μορφή, με σάρκα και οστά, γιατί έτσι κάνει μέσα στους κύκλους των ετών και της σαιζόν επάναληψη του μαθήματος της ύπαρξής του, μπας και δώσει εξετάσεις στο μάθημα και περάσει τελικά την τάξη, αλλάξει κατηγορία.
Ο αθλητισμός, η μάχη μέσω του σώματος και η μάχη σώμα με σώμα, η μάχη ομάδας με ομάδα, αποτελεί έναν ακριβέστατο καθρέφτη των διεργασιών αλλά και της διαμόρφωσης του ψυχισμού. Παραθέτω επ'  αυτού το έξοχο απόσπασμα του Καζαντζάκη από τα Ταξιδιωτικά ("Αγγλία"):

"Έτσι που κοίταζα στο ήσυχο τούτο δειλινό τους ωραίους έφηβους του Ήτον, άλλους στα γαλάζια, άλλους με τ'  άσπρα κασκέτα τους να πολεμούν λυγεροί, συγκεντρωμένοι, έτοιμοι, με τον αλαφρό κραδασμό του λιγνού ατσαλένιου σπαθιού, προσπαθούσα να βρω τους θεμελιακούς νόμους της άσκησης·  βρήκα τέσσερις:
1) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο, ανεξάρτητα από την ομάδα·
2) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή ως άτομο μέσα στην ομάδα τη δική σου·
3) ν' ασκείς το σώμα και την ψυχή, αναφορικά με την αντίπαλη ομάδα·
4) ν' ασκείται αλάκερη  η ομάδα αναφορικά με αλάκερη την άλλη ομάδα ."

"Αιώνιος αντίπαλος" είναι για μένα εκείνη η στιγμή που συσπειρωμένες και καλά προπονημένες όλες οι δυνάμεις που εκπροσωπούν το αντίπαλο δέος στη ζωή ενός ανθρώπου συναντώνται και αναμετρώνται. Για κάθε άνθρωπο ο αντίπαλος αυτός έχει ένα διαφορετικό πρόσωπο και ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Υπάρχουν όμως κοινά στοιχεία  σε όλες  τις περιπτώσεις τέτοιων συναντήσεων, κι αυτό είναι που καθιστά τον αντίπαλο "αιώνιο": ο φόβος της αλλαγής, η προσκόλληση στην κεκτημένη προσωπικότητα μέσα στην οποία αναπτύσσεται αλλά και περιορίζεται η ψυχική ζωή, η υπερβολική εμπιστοσύνη στην πραγματικότητα που ο καθείς έχει δομήσει, αλλά και το αντίθετο, η  απαξίωση της, ανάλογα με τη στιγμή και τα συμβάντα, και άλλα πολλά στα οποία δεν επιθυμώ τώρα να επεκταθώ. Θέλω μόνο να επισημάνω αυτό, ότι υπάρχουν στιγμές στην  ζωή μας, που ο κάθε ένας καλείται να δώσει μια μάχη με τις συντεταγμένες δυνάμεις του ίδιου του εαυτού του για να προβεί σε μία αυθυπέρβαση, σε μία πράξη ελευθερίας και σε μία αυτοδημιουργία, δηλαδή μια αναδημιουργία του εαυτού, αλλιώς θα μπορούσαμε να το πούμε "μεταμόρφωση". Κι η στιγμή αυτή των συναντήσεων έχει κι αυτή την περιοδικότητά της, τους κανόνες της, την ώρα της εν τέλει. Μπορεί ένας άνθρωπος να δώσει πολλούς αγώνες, να παίξει μπάλλα με πολλούς, μέχρι να έρθει η στιγμή να αντιμετωπίσει τον "αιώνιο". Κι εκείνος θα 'ναι  ετοιμοπόλεμος, άριστα προετοιμασμένος, κι ίσως πάντα ένα βήμα μπροστά  στην τακτική.
Πώς νικάει ο άνθρωπος τον "αιώνιο αντίπαλο"; Όπως νικάει ο Ολυμπιακός τον Παναθηναϊκό, ή το αντίστροφο. Με άριστη προετοιμασία, εξυπνάδα και ψυχή. Και γνώση. Τα μυστικά του προπονητή όμως εμείς οι άλλοι δε θα τα μάθουμε.  Ο κάθε ένας από μας συνεχώς θα βρίσκει το δικό του τρόπο να ενσωματώνεται στον εαυτό του, ο τρόπος δεν είναι μεταβιβάσιμος, είναι δρόμος προσωπικός.
Και το ποδόσφαιρο;
Θα παίζεται. Πίσω από τις γκαρίκλες και τις ζητωκραυγές θα υποφώσκει αυτός ο καημός της αυθυπέρβασης, κι οι κύκλοι των εποχών, στην επανάληψη της κάθε σαιζόν, στη στέψη των πρωταθλητών, θα καθρεφτίζουν πάντα με τον τρόπο τους αυτό το  συλλογικό άθλημα, που είναι η ζωή με συνείδηση.
Μέχρι τότε, παίξτε μπάλλα!
jiagogina
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...